Το κουκλόσπιτο ως φυλακή

Το κουκλόσπιτο ως φυλακή Facebook Twitter
Η Νόρα είναι η κούκλα του Τόρβαλντ, η όμορφη, επιθυμητή γυναίκα του, που λέει πάντα «ναι» στις επιθυμίες του, που μεταμφιέζεται και χορεύει για χάρη του...
0

Για δέκα χρόνια η Νόρα ζούσε ευτυχισμένη: αυτό που ζούσε συνέπιπτε με αυτό που θεωρούσε ότι είναι καλό να ζει. Αγαπούσε τον άνδρα της και η ζωή τους, μαζί με τα τρία αγόρια που απέκτησαν, ήταν καλή, παρότι τα χρήματα δεν τους περίσσευαν. Μια περιπέτεια με την υγεία του Τόρβαλντ της έδωσε την ευκαιρία να πάρει μια πρωτοβουλία (κρυφά από τους δύο ανθρώπους που καθόρισαν την ύπαρξή της, τον πατέρα και τον σύζυγό της) που της έδωσε αυτοπεποίθηση. Όχι μόνο μπόρεσε να δανειστεί τα αναγκαία χρήματα για τη διαμονή τους στην Ιταλία για έναν χρόνο αλλά και να πληρώνει τις δόσεις με προσωπική εργασία (αντιγράφοντας, π.χ., ιατρικά έγγραφα και κάνοντας μεγάλη οικονομία στα έξοδα του σπιτιού), χωρίς να πάρει είδηση ο άνδρας της, που απεχθανόταν τα χρέη. Μικρό το κακό που του έλεγε ψέματα (ότι ο πατέρας της είχε δώσει τα αναγκαία χρήματα), αφού ό,τι έκανε εξιδανικευόταν στο όνομα της αγάπης για τον άνδρα της. Κι εκείνος θα έδινε τη ζωή του για χάρη της – έτσι πίστευε η Νόρα, για να διαψευστεί απόλυτα μέσα σε λίγες ώρες.


Να τι σημαίνει σπουδαίο έργο: γραμμένο το 1879, η Νόρα ή το Κουκλόσπιτο του Χένρικ Ίμπσεν όχι μόνο μιλάει αυθεντικά για την εποχή του αλλά εξίσου καίρια και για τη δική μας εποχή. Γιατί, αν, εκ πρώτης όψεως, αφορά το δράμα των γυναικών χωρίς δικαιώματα, απολύτως εξαρτημένων από την πατρική και συζυγική εξουσία, την ίδια στιγμή μιλάει για την υποταγή, το αντίθετο της ελευθερίας, ως ελεύθερη επιλογή! Και για το πώς ο άνθρωπος, καθώς υποτάσσεται στους νόμους, χάνει την ικανότητά του να διακρίνει αν η υποκειμενική βούλησή του προκύπτει ελεύθερα ή υπακούει σε έξωθεν καθορισμένες αναγκαιότητες.


Ο Ίμπσεν, ευαίσθητος και ανοιχτός στους βαθείς προβληματισμούς των φωτισμένων της εποχής του, είναι πολύ πιθανό να είχε διαβάσει το επαναστατικό για την εποχή του δοκίμιο The subjection of women (Για την υποτέλεια των γυναικών, μτφρ. Φώτης Τερζάκης, εκδ. Νόηση, 2013), που ο σπουδαίος φιλελεύθερος στοχαστής, και πολιτικός, Τζον Στιούαρτ Μιλ (1806-1873) εξέδωσε το 1869. «Όλες οι γυναίκες ανατρέφονται από την πιο τρυφερή τους ηλικία με την πεποίθηση ότι το ιδεώδες του χαρακτήρα τους είναι ακριβώς αντίθετο από εκείνο των ανδρών· όχι αυτόνομη βούληση και άσκηση αυτοελέγχου, αλλά υποταγή και παράδοση στον έλεγχο των άλλων. Όλοι οι ηθικοί κανόνες τούς λένε πως είναι καθήκον των γυναικών, και όλη η τρέχουσα αισθηματολογία ότι είναι στη φύση τους, να ζουν για τους άλλους [...]» γράφει. Επιπλέον, ο τρόπος που οι γυναίκες αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους έχει διαμορφωθεί από τους άνδρες και η πραγματική φύση τους αγνοείται, ακριβώς επειδή ορισμένες πτυχές της είναι καταπιεσμένες και άλλες αφύσικα τονισμένες. Μέσα στους αιώνες οι άνδρες πέτυχαν, δε, το εξής «σατανικό»: να παρουσιάζουν τον μειλίχιο χαρακτήρα των γυναικών, την υποτακτικότητά τους, την παράδοση κάθε προσωπικής βούλησής τους στη διάθεση των ανδρών, ως ουσιώδες και αναπόσπαστο κομμάτι της σεξουαλικής γοητείας τους.

H Nόρα στην αποκαλυπτική Γ' Πράξη δεν θα καταλάβει μόνο το ψέμα στο οποίο στήριξε τη ζωή της αλλά και το ψέμα του ανθρώπου που πίστευε οδηγό και στήριγμά της. Και τότε θα αποφασίσει την πιο τολμηρή πράξη στην ιστορία του θεάτρου, θα αποποιηθεί το κοινωνικό φύλο της για να βρει τον αληθινό εαυτό της.


Είναι ό,τι ακριβώς πιστεύει η Νόρα και ανέδειξε θαυμάσια η παράσταση του Γιώργου Σκεύα στο Θέατρο της Οδού Κυκλάδων. Η Νόρα είναι η κούκλα του Τόρβαλντ, η όμορφη, επιθυμητή γυναίκα του, που λέει πάντα «ναι» στις επιθυμίες του, που μεταμφιέζεται και χορεύει για χάρη του. Το βιολογικό φύλο της (sex) και το κοινωνικό (gender) συμπίπτουν και η ίδια αισθάνεται χαρούμενη να είναι ό,τι ο άνδρας της επιθυμεί.


Το πατριαρχικό μοντέλο δεν πτοείται γιατί έχει πετύχει τα ίδια τα κοινωνικά υποκείμενα να υιοθετούν ως φυσική μια κοινωνική, πολιτισμική και πολιτιστική κατασκευή, όπως το κοινωνικό φύλο. Ισχύει για τη Νόρα αλλά και για πολλές γυναίκες ακόμη και σήμερα. «Όποια αισθάνεται τον εαυτό της σαν πληγή όταν ματώνει, ξέρει περισσότερα για τον εαυτό της απ' ό,τι εκείνη που φαντάζεται πως είναι λουλούδι, διότι αυτό βολεύει τον άνδρα της. Το ψέμα δεν κρύβεται μόνο στον ισχυρισμό πως πρόκειται για τη "φύση", όπου αυτή είναι ανεκτή και εντοιχισμένη – αυτό που στον πολιτισμό καταλαμβάνει τη θέση της φύσης, στην ουσία του είναι ό,τι πιο απομακρυσμένο από οποιαδήποτε φύση, είναι το καθαρό αυτοαντικειμενοποιούμενο» γράφει ο Aντόρνο στα Minima Moralia.


H Nόρα στην αποκαλυπτική Γ' Πράξη δεν θα καταλάβει μόνο το ψέμα στο οποίο στήριξε τη ζωή της αλλά και το ψέμα του ανθρώπου που πίστευε οδηγό και στήριγμά της. Και τότε θα αποφασίσει την πιο τολμηρή πράξη στην ιστορία του θεάτρου, θα αποποιηθεί το κοινωνικό φύλο της για να βρει τον αληθινό εαυτό της. Σοφά ο Ίμπσεν αφήνει το τέλος ανοιχτό: δεν έχει σημασία αν θα τα καταφέρει η Νόρα. Κλείνοντας την πόρτα πίσω της, η κούκλα εξελίσσεται σε μια αληθινή γυναίκα, μια επιτέλους ελεύθερη, δρώσα συνείδηση.

Το κουκλόσπιτο ως φυλακή Facebook Twitter
Πρόκειται για στοιχείο που υπηρέτησε έξοχα το πρωταγωνιστικό ζευγάρι – η λεγόμενη «χημεία» μεταξύ των δύο είναι εντυπωσιακή και διευκολύνει τη σκηνοθετική οπτική, που επικεντρώνει ακριβώς στη σχέση των δύο συζύγων...


Η Νόρα ή Το κουκλόσπιτο εγείρει ζητήματα γλώσσας, μια που στην εποχή του Ίμπσεν υπήρχαν δύο γλώσσες σε χρήση: μία αστική, με δανέζικη προέλευση, που χρησιμοποιεί ο Ίμπσεν σε έργα που εξελίσσονται σε αστικό περιβάλλον (στη Νόρα, στην Έντα Γκάμπλερ, στους Βρικόλακες) και μια μεικτή, που βασίζεται στις διαλέκτους, από την οποία προέκυψε η σύγχρονη νορβηγική. Η «αρχαΐζουσα», ομιλούμενη από την αστική τάξη της εποχής, γλώσσα του Ίμπσεν προκαλεί ερμηνευτικό πρόβλημα στην πατρίδα του, που δεν υφίσταται στις μεταφρασμένες αποδόσεις του λόγου του. Στην περίπτωση, μάλιστα, προσαρμογών από τρίτη γλώσσα, η γλωσσική συνθήκη είναι μάλλον απελευθερωτική. Ίσως γι' αυτό ο Γιώργος Σκεύας, χρησιμοποιώντας αγγλικές μεταφράσεις για την απόδοση που χρησιμοποιεί στην παράστασή του, μπόρεσε να φωτίσει τον, λανθάνοντα σε όσες παραστάσεις του έργου έχω δει, ερωτισμό στους διαλόγους Νόρας-Τόρβαλντ και τη σαφή «φετιχιστική» διάσταση της σχέσης τους. Η Νόρα είναι το αντικείμενο πόθου του Τόρβαλντ, κάτι που ο άνδρας ενισχύει συνειδητά είτε μέσω του θαυμασμού που επιδιώκει να προκαλεί η γυναίκα του στους άλλους είτε καλλιεργώντας φαντασιώσεις στις οποίες η γυναίκα του είναι μια άγνωστη, προς κατάκτηση γυναίκα.


Πρόκειται για στοιχείο που υπηρέτησε έξοχα το πρωταγωνιστικό ζευγάρι – η λεγόμενη «χημεία» μεταξύ των δύο είναι εντυπωσιακή και διευκολύνει τη σκηνοθετική οπτική, που επικεντρώνει ακριβώς στη σχέση των δύο συζύγων. Η Αμαλία Μουτούση ερμηνεύει τη Νόρα με μια «υποκριτική της κούκλας» που είχε πρωτοδοκιμάσει υπό την καθοδήγηση του Λευτέρη Βογιατζή στον Αμφιτρύωνα το καλοκαίρι του 2012. Εδώ, βέβαια, αυτό που αποκαλώ «υποκριτική της κούκλας» είναι διακριτική, ώστε να μην πετάει έξω την αναγκαία ρεαλιστική συνθήκη – κάτι που, ωστόσο, δεν αποφεύγει στην περίφημη σκηνή της ταραντέλας, όταν ως «κούκλα» αντιστέκεται στην καταπιεσμένη ορμή που απελευθερώνει ο χορός. Το gestus που υιοθετεί η Μουτούση είναι αυτό της απορίας, μιας γυναίκας που ζει «μαγεμένη» από τους ρόλους της, που «μεταμφιέζεται» ανάλογα με το ποιον έχει απέναντί της. Απέναντί της, ο Άρης Λεμπεσόπουλος δεν είναι ο βαρετός αστός σύζυγος που καταπιέζει τη γυναίκα του με κανόνες και ηθικές αξίες. Αντιθέτως, έχει δομήσει την ερμηνεία του σε μια λοξή, διαστροφική διάσταση που δίνει πολύ ενδιαφέρουσες προεκτάσεις στην ιστορία. Η σχέση των δύο συζύγων δεν είναι συμβατική και πουριτανική αλλά ερωτικά ζωντανή – κι αυτό καθιστά ακόμα πιο δύσκολη και σημαντική την απόφαση της Νόρας.


Οι καλοί Μαρία Ζορμπά, Νικόλας Παπαγιάννης και Γιώργος Συμεωνίδης, στους ρόλους της κυρίας Λίντε, του γιατρού και του τοκογλύφου, λειτουργούν συμπληρωματικά, ήσυχα, αντί να ενισχύσουν τις δραματικές εντάσεις. Το ίδιο ήσυχα, πλαισιωτικά, λειτουργούν η σκηνογραφία της Εύας Μανιδάκη (θα μπορούσε να λειτουργεί «ειρωνικά» ως προς τη δράση, αλλά προτιμήθηκε μια ουδέτερη «γκρίζα ζώνη») και οι φωτισμοί της Κατερίνας Μαραγκουδάκη. Μουτούση και Λεμπεσόπουλος έλκουν όλη την προσοχή πάνω τους. Τα κοστούμια του Άγγελου Μέντη, ιδίως των δύο γυναικών (και δη τα πλεκτά τους), εκμοντερνίζουν εύστοχα τις παλαιές γραμμές.

Το κουκλόσπιτο ως φυλακή Facebook Twitter

Το Κουκλόσπιτο (Νόρα)
του Χένρικ Ίμπσεν
Σκην.: Γιώργος Σκεύας
Πρωτ.: Αμαλία Μουτούση, Άρης Λεμπεσόπουλος, Μαρία Ζορμπά,
Γιώργος Συμεωνίδης, Νικόλας Παπαγιάννης
Παραστάσεις: 3/2-24/4, Τετ., Κυρ. 20:00,
Πέμ., Παρ. 21:00, Σάβ. 21:15. Εισ.: €10-16
Θεατρο της Οδου Κυκλαδων
Κυκλάδων 11 & Κεφαλληνίας, Κυψέλη,
210 8217877

0

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Θωμάς Μοσχόπουλος: «Η πατριαρχία κάνει και τους άντρες να κλαίνε»

The Review / Θωμάς Μοσχόπουλος: «Η πατριαρχία κάνει και τους άντρες να κλαίνε»

Ο συγγραφέας και σκηνοθέτης, Θωμάς Μοσχόπουλος, πήρε το κλασικό αριστούργημα του Στρίντμπεργκ, άλλαξε το φύλο της ηρωίδας και εξηγεί γιατί η Δεσποινίς Τζούλια έγινε Κος Ζύλ, ένας νεαρός ομοφυλόφιλος αριστοκράτης.
ΒΕΝΑ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
To «Τζένη Τζένη» του '26 δεν είναι αυτό που περιμένεις

Θέατρο / To «Τζένη Τζένη» του '26 δεν είναι αυτό που περιμένεις

Στην ταινία του 1966 θριάμβευε το φως, το ελληνικό καλοκαίρι και η αγάπη. Στην παράσταση που σκηνοθετεί σήμερα ο Νίκος Καραθάνος βλέπει «το τελευταίο δειλινό πριν έρθει η νύχτα», ψάχνει το happy end και κοιτάζει με νοσταλγία μια εποχή αθωότητας που έχει οριστικά χαθεί.
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ
Η Κίττυ Παϊταζόγλου πιστεύει ότι η συναίνεση είναι μια πολύ εύθραυστη λέξη

Θέατρο / Κανείς δεν θα κάνει την Κίττυ στην άκρη

Μια από τις πιο ταλαντούχες και ιδιαίτερες ηθοποιούς της γενιάς της, η Κίττυ Παϊταζόγλου, μιλά στη LifO για το τολμηρό έργο «Συναίνεση» στο οποίο πρωταγωνιστεί αλλά και για την εμπειρία της με τον σκηνοθέτη Ούλριχ Ράσε το καλοκαίρι που μας πέρασε.
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ
Λέσλι Τράβερς: «Η όπερα είναι ένας κόσμος χωρίς όρια»

Θέατρο / Ο Λέσλι Τράβερς πήγε τη σκηνογραφία σε άλλο επίπεδο. Δες εδώ μαγεία

Με αφορμή τη νέα παραγωγή της «Άννα Μπολένα» στην Εθνική Λυρική Σκηνή, ο διακεκριμένος σκηνογράφος μιλά για τη δύναμη της μουσικής να γεννά εικόνες και την όπερα ως ένα από τα πιο ζωντανά καλλιτεχνικά πεδία.
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ
Εύη Σαουλίδου: «Θέλουμε τα πάντα. Όλα όσα υπάρχουν στη ζωή. Βουλιμικά»

Εύη Σαουλίδου / Εύη Σαουλίδου: «Θέλουμε τα πάντα. Όλα όσα υπάρχουν στη ζωή. Βουλιμικά»

Μια από τις πιο προσηλωμένες στην τέχνη της ηθοποιούς της γενιάς της θα ζωντανέψει επί σκηνής μαζί με τέσσερις άντρες, σε μια ελεύθερη θεατρική διασκευή, την ταινία του Μάρκο Φερέρι «Το μεγάλο φαγοπότι».
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ
Σάββας Στρούμπος: «Οι λογαριασμοί μας με τον Κάφκα παραμένουν ανοιχτοί»

Θέατρο / Σάββας Στρούμπος: «Οι λογαριασμοί μας με τον Κάφκα παραμένουν ανοιχτοί»

Ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του σύγχρονου ελληνικού θεάτρου ανεβάζει στην Εναλλακτική Σκηνή της ΕΛΣ το τελευταίο διήγημα του Κάφκα, βλέποντας σε αυτό μια εξαιρετικά επίκαιρη αλληγορία για την προσπάθεια της τέχνης να επιβιώσει σε έναν κόσμο που δεν τη θεωρεί απαραίτητη.
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ
«Βυσσινόκηπος» στο Εθνικό με νέα, φρέσκια ματιά

The Review / Σε κάποιους άρεσε ο «Βυσσινόκηπος» στο Εθνικό

Η Βένα Γεωργακοπούλου και ο Χρήστος Παρίδης διαβάζουν, ο καθένας με τον τρόπο του, την παράσταση του Εθνικού, θυμούνται τους «Βυσσινόκηπους» που έχουν δει και ξεφυλλίζουν τη θαυμάσια μετάφραση της Χρύσας Προκοπάκη.
ΒΕΝΑ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
Πόσο εύκολα «βγαίνει» μια ελληνική παράσταση στο εξωτερικό;

Έρευνα / Πόσο εύκολα «βγαίνει» μια ελληνική παράσταση στο εξωτερικό;

Τι χρειάζεται, τελικά, για να βγει μια παράσταση έξω από την Ελλάδα; Ποιος στηρίζει τους καλλιτέχνες; Ποια έργα «αρέσουν» στους ξένους; Ζητήσαμε από τους Έλληνες δημιουργούς Δημήτρη Παπαϊωάννου, Πρόδρομο Τσινικόρη, Ανέστη Αζά, Γιώργο Βαλαή, Χρήστο Παπαδόπουλο, Ευριπίδη Λασκαρίδη, Πατρίσια Απέργη και Μάριο Μπανούσι να μοιραστούν την πορεία του ταξιδιού τους.
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ
Μπήκαμε στις πρόβες της «Άννα Μπολένα» στην Εθνική Λυρική Σκηνή

Θέατρο / Στις πρόβες της «Άννα Μπολένα» στην Εθνική Λυρική Σκηνή

Ο σκηνοθέτης Θέμελης Γλυνάτσης εξηγεί τον ρηξικέλευθο τρόπο με τον οποίο προσέγγισε την όπερα του Ντονιτσέτι, «μουτζουρώνοντας» το μπελ κάντο του συνθέτη με ηχητικές παρεμβολές πρωτοφανείς για τα ελληνικά δεδομένα.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ
O Θύμιος Ατζακάς έκανε το «Κτίσμα» του Κάφκα μουσική περφόρμανς

Θέατρο / O Θύμιος Ατζακάς έκανε το «Κτίσμα» του Κάφκα μουσική περφόρμανς

Ο μουσικός εξηγεί πώς από το έργο του Φραντς Κάφκα εμπνεύστηκε την ομώνυμη μουσική περφόρμανς θέλοντας να μιλήσει για τον τρόπο που ακόμα και η υποψία του φόβου παραλύει τον άνθρωπο, ενώ ουσιαστικά παγιδεύεται από τον ίδιο του τον εαυτό.
M. HULOT
Κωνσταντίνος Σκουρλέτης: «Πώς γίνεται να μην παρατηρείς όσα συμβαίνουν γύρω σου και να μην τα εισάγεις στην τέχνη σου;»

Θέατρο / Ένας από τους καλύτερους σκηνογράφους μας είναι μόλις 31 ετών

Λίγο προτού ανέβει το «Τζένη Τζένη», ο Κωνσταντίνος Σκουρλέτης της ομάδας bijoux de kant, του φιλμικού σύμπαντος του Βασίλη Κεκάτου, των αριστουργηματικών κόσμων του Γκολντόνι αλλά και της Μαρίνας Σάττι, αποκωδικοποιεί την ανοδική του πορεία.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ