Το Εθνικό Αστεροσκοπείο Αθηνών, το πρώτο ερευνητικό κέντρο της νεότερης Ελλάδας, ιδρύθηκε χάρη στη γενναιοδωρία του εθνικού ευεργέτη Γεωργίου Σίνα, ο οποίος την πρώτη περίοδο του νεοσύστατου κράτους τελούσε χρέη προξένου της Ελλάδας στη Βιέννη. Έχοντας συγκεντρώσει τεράστια περιουσία μέσα από τις επιχειρηματικές του δραστηριότητες αλλά και ως ένας από τους ισχυρότερους τραπεζίτες της Αυστριακής Αυτοκρατορίας, μετά από προτροπή του φυσικού και αστρονόμου Γεωργίου Βούρη δώρισε στο ελληνικό κράτος πεντακόσιες χιλιάδες δραχμές για την ανέγερσή του.
Το κτίριο θεμελιώθηκε στις 26 Ιουνίου 1842, κατά τη διάρκεια μιας έκλειψης ηλίου, ενώ η ανέγερσή του στον Λόφο των Νυμφών ολοκληρώθηκε το 1846. Έκτοτε λειτουργεί αδιάλειπτα, προσφέροντας σημαντικές υπηρεσίες στην επιστήμη της Αστρονομίας και στην ελληνική κοινωνία, υπηρετώντας με συνέπεια τη χαραγμένη στην πρόσοψή του λατινική ρήση «Servare Intaminatum», που σημαίνει «να μείνει ανέπαφο» και εν προκειμένω εννοεί πως η επιστημονική αλήθεια πρέπει να προστατεύεται. Η επιλογή να υιοθετηθεί η συγκεκριμένη ρήση ως τίτλος της ομαδικής έκθεσης σύγχρονης τέχνης που φιλοξενείται στους χώρους του Αστεροσκοπείου υπογραμμίζει την καίριας σημασίας θεματική της κλιματικής κρίσης.
Όπως εξηγεί η επιμελητική ομάδα της έκθεσης, το ζήτημα δεν είναι απαραίτητα πώς θα σωθεί ο πλανήτης αλλά πώς θα πάψουμε οι άνθρωποι να ζούμε παρασιτικά και εις βάρος του.
Η έκθεση «Servare Intaminatum. Κλιματική Κρίση – Από το Αόρατο στο Ορατό ή πώς να αναπαραστήσεις το αδιανόητο», σε επιμέλεια του Δημήτρη Τρίκα και σε συνεργασία με την Αλεξάνδρα Ασσαντουριάν και τη Διώνη Ζούβελου, μετατρέπει για έναν μήνα το Αστεροσκοπείο και τον Λόφο των Νυμφών σε σημείο συνάντησης της σύγχρονης τέχνης, της επιστήμης και του δημόσιου διαλόγου. Είκοσι δύο καλλιτέχνες, έξι σχήματα περφόρμανς και περί τους/τις είκοσι πέντε ομιλητές και ομιλήτριες καλούν το κοινό της Αθήνας να επανεξετάσει την κλιματική κρίση όχι μόνο ως περιβαλλοντική καταστροφή αλλά και ως αποτέλεσμα των πολιτικών και οικονομικών κατευθύνσεων που ορίζουν τον πλανήτη. Όπως εξηγεί και το επιμελητικό κείμενο της έκθεσης: «Δεν πρόκειται απλώς για ένα φυσικό φαινόμενο αλλά για μια διαρθρωτική κρίση που αναδεικνύει τις συνέπειες ενός τρόπου ανάπτυξης βασισμένου στην υπερκατανάλωση, την εκμετάλλευση φυσικών πόρων και την εκμετάλλευση των ανθρώπων, ειδικά των φτωχότερων και πιο περιθωριοποιημένων πληθυσμών του πλανήτη».
Ανάμεσα στα άλλα, η έκθεση αυτή αποπειράται να αποκαλύψει ό,τι συστηματικά αποκρύπτεται, π.χ. τα βιομηχανικά απόβλητα, τη ρύπανση, τα τοξικά κατάλοιπα, τα ενεργειακά ίχνη και τα διαστημικά απορρίμματα, όλα όσα αποδεικνύουν ότι οι βλαβερές πρακτικές και η μόλυνση του περιβάλλοντος δεν έχουν όρια. Οι επιμελητές εξηγούν: «Το Σύμπαν μετατρέπεται σε συνέχεια της γήινης χωματερής, επιβεβαιώνοντας ότι η κρίση δεν αφορά μόνο τη Γη αλλά και το ίδιο το φαντασιακό τής ανθρώπινης κυριαρχίας. Σε αυτό το πλαίσιο, η τέχνη γίνεται ο τόπος όπου το αδιανόητο της κλιματικής κρίσης μπορεί να πάρει μορφή, αποκαλύπτοντας την αλληλεξάρτηση του ανθρώπου με τη φύση και τη σημασία της κοινωνικής και πολιτικής ευθύνης. Η έκθεση είναι βαθιά πολιτική. Αναγνωρίζει ότι το μέλλον του πλανήτη εξαρτάται από το κατά πόσο οι κοινωνίες είναι έτοιμες να αμφισβητήσουν τις υπάρχουσες συνθήκες και να δράσουν για την οικολογική και κοινωνική αλλαγή. Σε αυτό το πλαίσιο, η καλλιτεχνική πρακτική ενεργοποιεί τον διάλογο γύρω από την πολιτική βούληση, την αλληλεγγύη και την αντοχή των κοινωνιών απέναντι στις περιβαλλοντικές και κοινωνικές πιέσεις».
Η επιλογή του Εθνικού Αστεροσκοπείου –πέρα από το ότι αποτελεί ένα από τα ομορφότερα κτίρια της Αθήνας, ιδίως όπως φαίνεται από κάθε πλευρά της πόλης φωτισμένο μέσα στη νύχτα– δεν είναι τυχαία. Ως ιστορικό επιστημονικό ίδρυμα που πορεύτηκε παράλληλα με την εξέλιξη της νεότερης Ελλάδας αποτελεί το ερευνητικό κέντρο που επί σχεδόν δύο αιώνες παρακολουθεί και ερευνά τον πλανήτη. Αν προσθέσουμε και τον συσχετισμό με την παρατήρηση του σύμπαντος, αναμφίβολα οδηγεί στον επιδιωκόμενο αναστοχασμό γύρω από τη Γη και την κλιματική κρίση. Πρόκειται για μια συνθήκη που καλεί τους επισκέπτες της έκθεσης να μη μείνουν απλώς στην εικαστική προσέγγισή της αλλά να φανταστούν τη Γη ως ένα ζωντανό, εύθραυστο και κοινό σώμα και όχι ως αντικείμενο εκμετάλλευσης. Γιατί, όπως εξηγεί η επιμελητική ομάδα, το ζήτημα δεν είναι απαραίτητα πώς θα σωθεί ο πλανήτης, αλλά πώς θα πάψουμε οι άνθρωποι να ζούμε παρασιτικά και εις βάρος του: «Πώς θα μετασχηματίσουμε τα απόβλητα σε μνήμη, την κρίση σε αφήγηση και την καταστροφή σε αφετηρία ενός άλλου τρόπου ζωής και ύπαρξης; Αυτά δεν είναι ρητορικά ερωτήματα. Είναι οι μόνες ερωτήσεις που μετράνε».
Η πλειονότητα των έργων είναι αναθέσεις και βρίσκονται διασκορπισμένα στον κήπο του Αστεροσκοπείου, με εξαίρεση τρία που εκτίθενται στους εσωτερικούς χώρους του. Παράλληλα πραγματοποιείται και ένα μεγάλο δημόσιο πρόγραμμα σε συνεργασία με θεωρητικούς, επιστήμονες, ανεξάρτητους ερευνητές, καλλιτέχνες, ακτιβίστριες και ακτιβιστές. Μέσα από συζητήσεις, στρογγυλά τραπέζια και παρουσιάσεις, οι ομιλητές και οι ομιλήτριες ανοίγουν ζητήματα που αφορούν την επιστημολογία της περιβαλλοντικής κρίσης, τις ψευδείς κλιματικές λύσεις, την τεχνητή νοημοσύνη, τον οικοφεμινισμό, τα υδάτινα μέλλοντα και τις νέες οικολογίες ζωής.
Οι καλλιτέχνες/-ιδες που συμμετέχουν είναι οι: Δημήτρης Αληθεινός, Γιώργος Δρόσος, Ράνια Εμμανουηλίδου, Δημήτρης Εφέογλου, Θοδωρής Ζαφειρόπουλος, Νίκος Iavazzo & Ανδρέας Καλλή, Αναστάσης Καρράς, Πέγκυ Κλιάφα, Κώστας Κοϊνός, Παναγιώτης Κουλουράς, Ανδρέας Λόλης, Κατερίνα Μπότσαρη, Πανδώρα Μουρίκη, Ελένη Πανουκλιά, Αντιγόνη Πασίδη, Άννα Προβατάρη, Πάνος Σκλαβενίτης, Κώστας Τζημούλης, Klajdi Tsano, Έφη Χαλιορή, Δέσποινα Χαριτωνίδη. Επίσης οι περφόρμερ Φανή Αράπη, Ομάδα ΦΡΜΚ/περιοδικό «Φάρμακο», Άννα Τζάκου & Δέσποινα Χατζηπαυλίδου, Collectif MASI (Μαντλέν Ανηψητάκη και Simon Riedler), Ελένη Μεσάδου, Φωτεινή Καλλέ.