Υπάρχουν άνθρωποι που αναλαμβάνουν έναν θεσμό όταν αυτός είναι ήδη έτοιμος. Και υπάρχουν άνθρωποι που τον αναλαμβάνουν όταν ακόμη δεν έχει σώμα, δεν έχει σπίτι, δεν έχει συλλογή, δεν έχει καν τη βεβαιότητα ότι θα υπάρξει.
Η Άννα Καφέτση ανήκε στη δεύτερη κατηγορία.
Η ιστορικός τέχνης, επιμελήτρια και πρώτη διευθύντρια του Εθνικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης πέθανε, αφήνοντας πίσω της μια διαδρομή βαθιά δεμένη με μία από τις πιο δύσκολες πολιτιστικές ιστορίες της μεταπολιτευτικής Αθήνας: τη δημιουργία ενός μουσείου σύγχρονης τέχνης σε μια χώρα που συχνά θέλει τους θεσμούς της μεγάλους στα λόγια και εύθραυστους στην πράξη.
Η Καφέτση δεν υπήρξε απλώς η πρώτη διευθύντρια του ΕΜΣΤ. Υπήρξε ένας από τους ανθρώπους που επέμειναν ότι ένα τέτοιο μουσείο έπρεπε να υπάρξει. Όχι ως διακοσμητικό συμπλήρωμα της πολιτιστικής ζωής, όχι ως ακόμη ένα κτίριο σε μια πόλη που αγαπά να εγκαινιάζει σχέδια πριν τα κατοικήσει, αλλά ως χώρος σκέψης, συλλογής, σύγκρουσης, διεθνούς συνομιλίας και ελληνικής παρουσίας μέσα στη σύγχρονη τέχνη.
Γεννημένη στην Αθήνα το 1955, σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και συνέχισε τις σπουδές της στην Αισθητική και την Ιστορία της Τέχνης στη Σορβόννη. Η γαλλική της παιδεία, η θεωρητική της συγκρότηση και η επιμελητική της ματιά δεν την οδήγησαν σε μια ασφαλή ακαδημαϊκή απόσταση από τα πράγματα. Αντίθετα, την έφεραν στο πιο δύσκολο σημείο: εκεί όπου μια ιδέα πρέπει να γίνει θεσμός.
Το 2000 διορίστηκε διευθύντρια του νεοσύστατου ΕΜΣΤ. Το μουσείο ξεκίνησε τότε τη λειτουργία του και τη συγκρότηση της μόνιμης συλλογής του, σε μια περίοδο χωρίς τη σταθερότητα που θα περίμενε κανείς από έναν εθνικό πολιτιστικό οργανισμό. Το ΕΜΣΤ γεννήθηκε μέσα σε μετακινήσεις, καθυστερήσεις, ελλείψεις, προσδοκίες και αντιστάσεις.
Το Φιξ δεν ήταν ακόμη το ολοκληρωμένο μουσείο που γνωρίζουμε σήμερα. Ήταν υπόσχεση. Ήταν εργοτάξιο, μνήμη βιομηχανικής Αθήνας, αρχιτεκτονικό φάντασμα και μελλοντικός τόπος. Η Καφέτση έπρεπε να διευθύνει ένα μουσείο που συχνά έμοιαζε να πρέπει πρώτα να το εφεύρει.
Αυτό ίσως είναι το πιο καθοριστικό στοιχείο της ιστορίας της: δεν κλήθηκε να διαχειριστεί απλώς ένα ίδρυμα, αλλά να το κρατήσει ζωντανό πριν ακόμη αποκτήσει κανονική μορφή.
Τα πρώτα χρόνια του ΕΜΣΤ ήταν χρόνια μιας σχεδόν νομαδικής ζωής. Το μουσείο παρουσίασε εκθέσεις στο Φιξ, στο Μέγαρο Μουσικής, στην ΑΣΚΤ, στον δημόσιο χώρο, σε διαφορετικά σημεία μιας Αθήνας που δεν ήξερε ακόμη πού ακριβώς θα στεγάσει τη σύγχρονη τέχνη της. Αυτή η αστάθεια θα μπορούσε να το είχε ακυρώσει. Αντίθετα, μέσα από αυτήν, η Καφέτση προσπάθησε να χτίσει πρόγραμμα, συλλογή, διεθνείς σχέσεις, εκπαιδευτική λογική, επιμελητική ταυτότητα.
Οι εκθέσεις που συνδέθηκαν με τη δική της περίοδο δεν ήταν απλώς ημερομηνίες σε ένα αρχείο. Ήταν δηλώσεις για το τι θα μπορούσε να είναι ένα μουσείο σύγχρονης τέχνης στην Ελλάδα. Η πρώτη μεγάλη αναδρομική του Chen Zhen στην Ελλάδα, οι «Διαπολιτισμοί», η «Τέχνης Πολιτική», το «Heart in heart», οι επιλογές από τη συλλογή βιντεοτέχνης, οι εκθέσεις που έφεραν σε επαφή Έλληνες και διεθνείς καλλιτέχνες, όλα αυτά σχημάτιζαν μια αντίληψη για το μουσείο ως ενεργό πεδίο.
Στους «Διαπολιτισμούς», το ΕΜΣΤ μιλούσε ήδη για τη σχέση του τοπικού με το παγκόσμιο, για την ανάγκη τα μουσεία να αναμετρηθούν με τον Άλλο, με τη διαπολιτισμική εμπειρία, με τις φωνές που είχαν μείνει εκτός κεντρικής αφήγησης. Δεν ήταν μικρή φιλοδοξία για μια Αθήνα που ακόμη πάλευε με την ιδέα της δικής της συγχρονικότητας.
Η Καφέτση έβλεπε το μουσείο όχι μόνο ως χώρο έκθεσης, αλλά ως εργαστήριο σκέψης. Ένα μουσείο σύγχρονης τέχνης δεν ήταν, για εκείνη, ένας αποθηκευτικός χώρος κύρους. Ήταν μηχανισμός παρόντος. Έπρεπε να αναπνέει μαζί με την εποχή του, να διακινδυνεύει, να ενοχλεί, να εκπαιδεύει, να δημιουργεί κοινό εκεί όπου το κοινό δεν ήταν δεδομένο.
Αυτό, τελικά, ήταν ίσως πιο βαθύ ακόμη και από το ίδιο το δράμα του Φιξ. Η Καφέτση δεν σκεφτόταν την τέχνη ως ακολουθία εκθέσεων, ούτε το μουσείο ως έναν ουδέτερο χώρο όπου απλώς κρεμιούνται έργα. Την ενδιέφερε κάτι πιο απαιτητικό: πώς ένας χώρος γίνεται δημόσια εμπειρία. Πώς ο θεατής δεν περνά απλώς μπροστά από την τέχνη, αλλά εκπαιδεύεται να τη συναντά. Πώς μια πόλη, μέσα από ένα μουσείο, μπορεί να μάθει να κοιτάζει αλλιώς τον εαυτό της.
Όπου κι αν βρέθηκε μετά,στο άστεγο ΕΜΣΤ, στο Ωδείο Αθηνών, αργότερα στο annexM του Μεγάρου πάντα επέστρεφε στην ίδια ανάγκη: να μετατρέψει τον χώρο σε ενεργό πεδίο σκέψης, συνάντησης και δοκιμής. Δεν την ενδιέφερε ένα μουσείο-βιτρίνα, ούτε μια σύγχρονη τέχνη που λειτουργεί σαν κλειστός κώδικας για λίγους. Την ενδιέφερε ο δημόσιος χαρακτήρας της τέχνης. Η δυνατότητά της να δημιουργεί κοινό εκεί όπου δεν υπήρχε ακόμη κοινό, να φέρνει την ελληνική σκηνή σε επαφή με τον κόσμο, να ανοίγει ρωγμές σε μια πολιτιστική ζωή που συχνά φοβόταν το παρόν της.
Ίσως γι’ αυτό και αντιστεκόταν τόσο έντονα στο «λίγο», στο πρόχειρο, στο μισό. Για την Καφέτση, ένας θεσμός δεν αρκούσε να υπάρχει τυπικά. Έπρεπε να λειτουργεί με αξιοπρέπεια, με φιλοδοξία, με ευθύνη απέναντι στους καλλιτέχνες και στο κοινό. Το μουσείο, στα μάτια της, δεν ήταν διοικητική μονάδα. Ήταν ένας τρόπος να οργανωθεί η σχέση μιας κοινωνίας με τη σύγχρονη δημιουργία της.
Και γι’ αυτό η ιστορία της δεν εξαντλείται στην καθυστέρηση ενός κτιρίου ή στην πίκρα μιας απομάκρυνσης. Πίσω από το δράμα του ΕΜΣΤ υπήρχε κάτι πιο σταθερό: μια βαθιά πίστη ότι η σύγχρονη τέχνη στην Ελλάδα δεν πρέπει να ζει σαν φιλοξενούμενη. Πρέπει να έχει δημόσιο χώρο, διάρκεια, θεσμική μνήμη και τη δυνατότητα να συνομιλεί ισότιμα με τον κόσμο.
Αυτό το έκανε με επιμονή, αλλά και με κόστος.
Η ίδια είχε περιγράψει κάποτε στη LiFO αυτή τη διαδρομή με μια φράση που σήμερα ακούγεται σχεδόν αυτοβιογραφική. Μιλώντας για τα όριά της, είχε πει ότι υπάρχει «μια κόκκινη κλωστή» στα προσωπικά και στα επαγγελματικά της. Είχε μιλήσει για δυσκολίες, επιθέσεις, πίκρες, για έναν εικαστικό χώρο που χαρακτήριζε «πολύπαθο» και «αμαρτωλό εδώ και δεκαετίες». Και είχε συμπυκνώσει το δικό της όριο σε κάτι πολύ συγκεκριμένο: όχι στην κούραση, όχι στον πόλεμο, όχι στην προσωπική φθορά, αλλά στον κίνδυνο να ματαιωθεί το μουσείο.
Αυτή η φράση λέει πολλά για την Άννα Καφέτση. Ίσως περισσότερα από ένα τυπικό βιογραφικό.
Γιατί η δική της ιστορία δεν μπορεί να διαβαστεί έξω από τη θεσμική δυσκολία του ΕΜΣΤ. Το μουσείο υπήρξε, από την αρχή του, μια ελληνική αντίφαση: υψηλή φιλοδοξία και χαμηλή διοικητική αντοχή, διεθνής επιθυμία και εγχώρια μικροπολιτική, μεγάλο όραμα και διαρκής αναβολή. Η Καφέτση βρέθηκε στο κέντρο αυτής της αντίφασης.
Το 2014, έπειτα από 14 χρόνια στο τιμόνι του μουσείου, απομακρύνθηκε από τη διεύθυνση του ΕΜΣΤ, σε μια απόφαση που προκάλεσε έντονες αντιδράσεις στον χώρο της τέχνης. Η απομάκρυνσή της ήρθε σε μια στιγμή όπου το μουσείο βρισκόταν σε κρίσιμη φάση για τη μετάβασή του στο ανακαινισμένο κτίριο του Φιξ. Το γεγονός δεν μπορεί να αγνοηθεί σε καμία σοβαρή αποτίμηση της διαδρομής της. Όχι για να αναπαραχθεί η παλιά σύγκρουση, αλλά γιατί αυτή η σύγκρουση είναι μέρος της ιστορίας του μουσείου.
Και μέρος της ιστορίας της ίδιας.
Γύρω από την υπόθεσή της κινητοποιήθηκαν τότε σημαντικά ονόματα της διεθνούς εικαστικής σκηνής. Καλλιτέχνες όπως η Shirin Neshat, οι Ilya και Emilia Kabakov, η Gülsün Karamustafa, η Maaria Wirkkala και η Kimsooja είχαν εκφράσει τη στήριξή τους στην παραμονή της. Αυτό δεν ήταν απλώς προσωπική συμπαράσταση. Ήταν ένδειξη ότι η Καφέτση είχε συνδέσει το ΕΜΣΤ με ένα διεθνές δίκτυο εμπιστοσύνης, συνομιλίας και αναγνώρισης.
Η ίδια, πάντως, δεν υπήρξε ποτέ εύκολο πρόσωπο για το ελληνικό πολιτιστικό πεδίο. Και ίσως γι’ αυτό υπήρξε σημαντική. Η ιστορία των θεσμών δεν γράφεται μόνο από ανθρώπους συναινετικούς, χαμηλόφωνους, βολικούς. Γράφεται και από ανθρώπους που επιμένουν, συγκρούονται, κουράζουν, κουράζονται, προστατεύουν κάτι μέχρι να ταυτιστούν επικίνδυνα μαζί του.
Η Καφέτση ήταν από εκείνα τα πρόσωπα που δεν μπορούσαν να διαχωριστούν εύκολα από το έργο τους. Το ΕΜΣΤ, στα πρώτα του χρόνια, είχε κάτι από τη δική της επιμονή: ήθελε να υπάρξει πριν του επιτραπεί πλήρως να υπάρξει.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η διαδρομή της πρέπει να διαβαστεί αγιογραφικά. Κανένας θεσμός δεν χτίζεται χωρίς λάθη, εντάσεις, προσωπικές σκιές, δύσκολες αποφάσεις και αντιπαραθέσεις. Αλλά η αποτίμηση μιας ζωής δεν είναι λογιστικός έλεγχος. Είναι η προσπάθεια να δούμε τι έμεινε.
Και στην περίπτωση της Άννας Καφέτση, έμεινε κάτι θεμελιακό: η ιδέα ότι η σύγχρονη τέχνη στην Ελλάδα δικαιούται θεσμικό σπίτι.
Όχι περιστασιακή φιλοξενία. Όχι μόνο ιδιωτικές πρωτοβουλίες. Όχι μόνο γκαλερί, φιλότιμες προσπάθειες και φεστιβαλικές εξάρσεις. Ένα μουσείο. Έναν δημόσιο χώρο όπου το έργο, ο καλλιτέχνης, ο θεατής, η πόλη και η διεθνής σκηνή θα μπορούσαν να συναντηθούν σε μια πιο μόνιμη σχέση.
Αυτό το αίτημα σήμερα μοιάζει αυτονόητο. Δεν ήταν πάντα.
Η Άννα Καφέτση υπήρξε ιστορικός τέχνης και επιμελήτρια με βαθιά γνώση του αντικειμένου της. Υπήρξε έφορος εκθέσεων, συγγραφέας, μέλος διεθνών ενώσεων, άνθρωπος με ακαδημαϊκή συγκρότηση και επιμελητική φιλοδοξία. Όμως το σημαντικότερο ίσως δεν βρίσκεται στους τίτλους της. Βρίσκεται στην επιμονή της να φανταστεί τον θεσμό πριν αυτός σταθεροποιηθεί.
Στην Ελλάδα, αυτό είναι σπάνιο. Να φαντάζεσαι κάτι δημόσιο και να μη σταματάς όταν αρχίζουν τα εμπόδια. Να πιστεύεις ότι η σύγχρονη τέχνη δεν είναι πολυτέλεια μιας μικρής ελίτ, αλλά κομμάτι της αυτογνωσίας μιας κοινωνίας. Να προσπαθείς να φτιάξεις ένα μουσείο όχι μόνο για να στεγάσεις έργα, αλλά για να δημιουργήσεις συνθήκες θέασης, σκέψης και συμμετοχής.
Η Καφέτση έζησε αρκετά για να δει το ΕΜΣΤ να περνά σε άλλες φάσεις, άλλες διευθύνσεις, άλλες αφηγήσεις. Να αποκτά τελικά το κτίριό του, να ανοίγει, να ξανανοίγει, να αλλάζει, να συζητιέται, να διεκδικεί μια νέα σχέση με την πόλη. Η δική της περίοδος δεν είναι όλη η ιστορία του μουσείου. Είναι όμως η ιδρυτική του μνήμη.
Και η ιδρυτική μνήμη είναι συχνά άβολη. Δεν είναι καθαρή. Δεν είναι πάντα συμφιλιωμένη. Έχει μέσα της κόπο, προσωπική φθορά, διοικητική βία, φιλοδοξία, οράματα που πραγματοποιήθηκαν και άλλα που έμειναν μισά. Αλλά χωρίς αυτήν, το υπόλοιπο οικοδόμημα μοιάζει να ξεχνά από πού ξεκίνησε.
Στη δημόσια ζωή υπάρχουν πρόσωπα που τα θυμόμαστε για όσα ολοκλήρωσαν. Και υπάρχουν πρόσωπα που τα θυμόμαστε για όσα δεν άφησαν να ματαιωθούν.Η Άννα Καφέτση ανήκει σε αυτή τη δεύτερη, πιο σπάνια κατηγορία. Δεν της χαρίστηκε ένας έτοιμος θεσμός. Τον διεκδίκησε σχεδόν από το μηδέν. Τον υπερασπίστηκε με πείσμα. Τον πλήρωσε προσωπικά. Τον είδε να γίνεται πεδίο μάχης. Και, τελικά, άφησε πάνω του κάτι που δεν σβήνει εύκολα: την αίσθηση ότι το ΕΜΣΤ, πριν γίνει κτίριο, ήταν πρώτα μια επιμονή.
Ίσως αυτό να είναι και το πιο δίκαιο αντίο.
Ας μου επιτραπεί, κλείνοντας αυτό το κείμενο, να θυμηθώ κάτι μικρό. Δεν γνώριζα καλά την Άννα Καφέτση. Θυμάμαι όμως μια συνομιλία μας στο Ωδείο Αθηνών, όταν εγώ, απλώς ένας επισκέπτης, τη ρώτησα για ένα έργο.
Θυμάμαι ακόμη τον τρόπο που μου απάντησε. Χωρίς την προσποίηση κύρους που τόσο συχνά βαραίνει τον ελληνικό πολιτιστικό χώρο. Χωρίς εκείνη τη γνώριμη έπαρση των ανθρώπων που νομίζουν ότι η γνώση τούς ανήκει επειδή την κατέχουν. Με ρώτησε αν μου άρεσε η έκθεση. Με άκουσε. Και μετά μου μίλησε για τα έργα σαν να είχε σημασία να τα συναντήσω πραγματικά, όχι απλώς να τα προσπεράσω σωστά.
Αυτό που πάντα με συγκινούσε στην εικόνα της ήταν μια βαθιά αντίφαση. Από τη μία, η θεσμικότητα, η γνώση, το κύρος, η αίσθηση μιας γυναίκας που είχε δώσει τη ζωή της για να σταθεί η σύγχρονη τέχνη στην Ελλάδα με αξιοπρέπεια. Από την άλλη, κάτι πολύ πιο άοπλο: το ανθρώπινο βλέμμα της, η σωματική της ευαλωτότητα, η σχεδόν απροστάτευτη αγάπη της για όσα μας χαράζουν βαθιά.
Για εκείνη, η τέχνη δεν ήταν τρόπαιο ελιτισμού. Δεν ήταν κλειστό φρούριο επαϊόντων. Ήταν οι μικρές ανθρώπινες ιστορίες μπλεγμένες αξεδιάλυτα με τις μεγάλες περιπέτειες της ζωής. Ήταν ο τρόπος να σταθεί κανείς μπροστά σε κάτι και να αλλάξει, έστω λίγο, ο τρόπος που κοιτάζει.
Ίσως γι’ αυτό το ΕΜΣΤ, πριν γίνει κτίριο, ήταν πρώτα μια επιμονή. Κάτι σαν μια ατελείωτη βόλτα σε έναν μαγικό κήπο που έπρεπε να υπάρξει στην Αθήνα, ακόμη κι αν η Αθήνα δεν ήξερε πάντα πώς να τον φροντίσει.
Αυτός ο κήπος τελικά άνθισε. Αλλά χωρίς την Άννα Καφέτση, ίσως να μην είχαμε ποτέ την ευκαιρία να τον περπατήσουμε.