Ο Φέρντια Λένον είναι ένας από τους πιο ενδιαφέροντες νέους συγγραφείς της ιρλανδικής λογοτεχνίας. Γεννημένος το 1988 από Ιρλανδή μητέρα και Λίβυο πατέρα, μεγάλωσε στο Τάλαχτ του Δουβλίνου, σπούδασε Ιστορία και έκανε Κλασικές Σπουδές στο University College του Δουβλίνου, προτού συνεχίσει με μεταπτυχιακές σπουδές δημιουργικής γραφής στο University of East Anglia. Αυτή η διπλή του παιδεία, η βαθιά γνώση της αρχαιότητας και η αφηγηματική δεξιοτεχνία διακρίνεται έντονα στο πρώτο του μυθιστόρημα, «Ένδοξα Κατορθώματα», ένα βιβλίο που γνώρισε μεγάλη επιτυχία, έγινε μπεστ σέλερ, διασκευάστηκε για το ραδιόφωνο (το BBC4) και τιμήθηκε με σημαντικά βραβεία, όπως το Waterstones Debut Fiction Prize.
Τα «Ένδοξα Κατορθώματα» διαδραματίζονται το 412 π.Χ., στον απόηχο της καταστροφικής Σικελικής Εκστρατείας, όταν χιλιάδες Αθηναίοι στρατιώτες κρατούνται αιχμάλωτοι σε ένα εγκαταλελειμμένο λατομείο στις Συρακούσες και αργοπεθαίνουν από την πείνα. Μέσα σε αυτό το ζοφερό ιστορικό σκηνικό, δύο άνεργοι αγγειοπλάστες, ο Γέλων και ο Λάμπων, αποφασίζουν να ανεβάσουν τη «Μήδεια» του Ευριπίδη με πρωταγωνιστές τους ίδιους τους αιχμαλώτους. Από αυτή την παράδοξη, αλλά βαθιά ανθρώπινη ιδέα γεννιέται ένα μυθιστόρημα που συνδυάζει το χιούμορ με τη συγκίνηση και τη βία του πολέμου με τη λυτρωτική δύναμη της τέχνης.
Με γλώσσα σύγχρονη, ζωντανή και ανατρεπτικά αναιδή, ο Λένον μετατρέπει ένα επεισόδιο του Πελοποννησιακού Πολέμου σε στοχασμό πάνω στη φιλία, την απώλεια και την αντοχή του πολιτισμού έναντι της βαρβαρότητας, γράφοντας ένα μυθιστόρημα για το πώς η λογοτεχνία και το θέατρο μπορούν να διατηρήσουν ζωντανή την ανθρώπινη αξιοπρέπεια ακόμη και στις πιο σκοτεινές στιγμές της Ιστορίας.
Το μεγάλο προνόμιο της πεζογραφίας είναι η ικανότητά της να αποδίδει την εσωτερικότητα. Αυτή είναι ίσως η υπερδύναμη του μυθιστορήματος: να σε τοποθετεί μέσα στο μυαλό ενός χαρακτήρα. Έτσι δημιουργεί ένα επίπεδο οικειότητας που πολλές φορές ξεπερνά ακόμη και τις σχέσεις της πραγματικής ζωής.
— Πότε συνειδητοποιήσατε για πρώτη φορά ότι η Ιστορία ήταν κάτι περισσότερο από ένα σχολικό μάθημα, κάτι στο οποίο σάς ενδιέφερε να εντρυφήσετε;
Νομίζω ότι όλα ξεκίνησαν από το πρώτο μου σχολικό βιβλίο Ιστορίας. Κατά μία έννοια, αυτή ήταν η πρώτη μου ουσιαστική επαφή με το παρελθόν. Πολύ γρήγορα κατάλαβα ότι με γοήτευε περισσότερο από ό,τι τα περισσότερα παιδιά της ηλικίας μου. Θυμάμαι ότι, ενώ οι συμμαθητές μου διάβαζαν τις ιστορίες για την ιρλανδική μυθολογία και την ιστορία της Ιρλανδίας όπως οποιοδήποτε άλλο μάθημα, εγώ ήθελα διαρκώς να μάθω περισσότερα. Ρωτούσα τι είχε συμβεί πέρα από όσα ανέφερε το βιβλίο, ποια γεγονότα είχαν παραλειφθεί, ποιοι ήταν οι δευτερεύοντες χαρακτήρες, οι περιφερειακές μορφές της Ιστορίας. Με ενδιέφεραν ακριβώς αυτά τα «μικρά» πρόσωπα και οι λεπτομέρειες που συχνά μένουν στο περιθώριο. Λάτρευα, επίσης, να επισκέπτομαι ιστορικά μουσεία και να κοιτάζω τα αρχαιολογικά ευρήματα.
Από πολύ μικρή ηλικία, λοιπόν, όταν ήρθα σε επαφή με την Ιστορία, ένιωσα να με απορροφά και να με καλεί να εμβαθύνω όλο και περισσότερο. Σε αντίθεση με πολλά παιδιά που βαριούνται το μάθημα, η Ιστορία ήταν για μένα ένα από τα πιο συναρπαστικά αντικείμενα και αποτέλεσε την αφορμή για να αρχίσω να διαβάζω πολύ περισσότερα βιβλία.
— Ποιο ήταν το πρώτο βιβλίο για την αρχαία Ελλάδα που θυμάστε να διαβάζετε;
Θυμάμαι δύο διαφορετικές αναγνωστικές εμπειρίες. Όταν ήμουν πολύ μικρός, διάβασα ένα παιδικό βιβλίο ιστορίας για τον Πελοποννησιακό Πόλεμο. Μου είχε φανεί βαθιά τραγικό, γιατί έβλεπα την Αθήνα ως έναν πολιτισμό εξαιρετικά δημιουργικό, με θαυμαστή αρχιτεκτονική και ανθρώπους με έντονη καλλιτεχνική ζωή, ο οποίος τελικά ηττήθηκε και καταστράφηκε από μια κοινωνία που μου φαινόταν καθαρά πολεμική, όπως η Σπάρτη. Αυτό το βιβλίο περιλάμβανε και στοιχεία από την ελληνική μυθολογία, οπότε λειτούργησε ως μια πρώτη εισαγωγή στον κόσμο της αρχαίας Ελλάδας. Αργότερα, στην εφηβεία, διάβασα την ίδια την «Ιστορία του Πελοποννησιακού Πολέμου» του Θουκυδίδη και τότε συνειδητοποίησα ότι τα πράγματα ήταν πολύ πιο σύνθετα. Η Αθήνα ήταν πράγματι μια εξαιρετικά εξελιγμένη κοινωνία και μια εντυπωσιακή δημοκρατία, αλλά ταυτόχρονα ήταν και βαθιά πολεμική. Αυτή ακριβώς η πολυπλοκότητα τής αφήγησης με μάγεψε. Η «Ιστορία του Πελοποννησιακού Πολέμου» δεν αποτέλεσε μόνο μία από τις σημαντικότερες επιρροές για το βιβλίο μου, είναι και ένα από τα αγαπημένα μου βιβλία όλων των εποχών.
— Τι είναι αυτό που σας φέρνει διαρκώς πίσω στον ελληνικό κόσμο του 5ου αιώνα π.Χ.;
Νομίζω ότι είναι ο μοναδικός συνδυασμός του οικείου και του ξένου. Υπάρχουν στοιχεία της Αθήνας του 5ου αιώνα π.Χ. που παραμένουν εντυπωσιακά επίκαιρα μέχρι σήμερα. Εκεί γεννιέται η δημοκρατία, το δράμα, η κωμωδία, φιλοσοφικά συστήματα που εξακολουθούμε να διαβάζουμε και να μελετούμε. Κατά τη συγγραφή αυτού του μυθιστορήματος διάβασα ξανά τον Αριστοφάνη, ο οποίος υπήρξε πολύ σημαντικός για μένα, και διαπίστωσα ότι εξακολουθεί να είναι πραγματικά ξεκαρδιστικός· μου θύμισε τους Monty Python. Η αρχαία Ελλάδα, και ιδιαίτερα η Αθήνα του 5ου αιώνα π.Χ., έχει την παράδοξη ιδιότητα να μοιάζει ταυτόχρονα μακρινή και απολύτως σύγχρονη. Την ίδια στιγμή, όμως, υπάρχουν πλευρές αυτής της κοινωνίας που μας είναι εντελώς ξένες: η δουλεία, το γεγονός ότι, παρά τη δημοκρατία, δικαίωμα ψήφου είχαν μόνο οι άνδρες πολίτες, ή η οργάνωση της Σπάρτης, που θυμίζει σχεδόν μια οργουελική, μιλιταριστική κοινωνία. Αυτό ακριβώς με συναρπάζει: από τη μία αναγνωρίζουμε ιδέες και θεσμούς που εξακολουθούν να επηρεάζουν βαθιά την καθημερινότητά μας και από την άλλη συναντάμε έναν κόσμο που μας υπενθυμίζει διαρκώς ότι απέχει δυόμισι χιλιάδες χρόνια από τον δικό μας. Aυτήν τη συνύπαρξη του οικείου και του ανοίκειου είναι που βρίσκω τόσο γοητευτική.
— Τι ανακαλύψατε στον Θουκυδίδη που άλλαξε τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεστε την αφήγηση; Πώς τον διαβάζετε σήμερα;
Αυτό που μου αποκάλυψε ο Θουκυδίδης είναι ότι επενδύουμε συναισθηματικά σε χαρακτήρες όταν τους κατανοούμε πραγματικά, όταν γνωρίζουμε τις εμπειρίες και τα κίνητρά τους. Συχνά, αυτό που θεωρούμε ηθικά σωστό διαμορφώνεται εν μέρει από το ποια πλευρά γνωρίζουμε καλύτερα και με ποια είμαστε περισσότερο εξοικειωμένοι. Το εντυπωσιακό με τον Θουκυδίδη είναι ότι, παρότι ήταν Αθηναίος στρατηγός, και μάλιστα εξόριστος Αθηναίος στρατηγός, κατορθώνει να αποδώσει στους εχθρούς τής Αθήνας την ίδια λογική συνοχή, την ίδια συναισθηματική βαρύτητα και την ίδια κατανόηση που αποδίδει και στην ίδια την πόλη του. Διαθέτει μια σχεδόν μοναδική ικανότητα να μπαίνει στη θέση του άλλου, να βλέπει τα γεγονότα μέσα από την οπτική μιας διαφορετικής πόλης-κράτους.
Αυτό με έκανε να συνειδητοποιήσω πόσο σύνθετο είναι κάθε ιστορικό και ανθρώπινο ζήτημα. Για να κατανοήσεις πραγματικά κάτι, πρέπει να το εξετάσεις από πολλές και συχνά αντικρουόμενες πλευρές. Επίσης κατάλαβα ότι η αίσθηση πως κάτι είναι «σωστό» ή «δίκαιο» συνδέεται συχνά με το προσωπικό συμφέρον και τη θέση από την οποία παρατηρούμε τα γεγονότα.
— Τι σας ελκύει ιδιαίτερα στον Ευριπίδη;
Αγαπώ όλους τους μεγάλους Αθηναίους τραγικούς. Θαυμάζω εξίσου τον Σοφοκλή και τον Αισχύλο, και φυσικά αγαπώ βαθιά τον Ευριπίδη, έργα όπως η «Μήδεια» και οι «Βάκχες». Ωστόσο, πέρα από την προσωπική μου εκτίμηση για το έργο του, εκείνο που με ενδιέφερε περισσότερο ήταν ένα συγκεκριμένο ιστορικό γεγονός.
Το μυθιστόρημα βασίζεται σε μια αληθινή ιστορία: οι Σικελοί, και ιδιαίτερα οι Συρακούσιοι, αγαπούσαν το αθηναϊκό θέατρο και πάνω απ’ όλα τα έργα του Ευριπίδη, παρότι οι Αθηναίοι είχαν εισβάλει στη Σικελία με σκοπό να κατακτήσουν το νησί και να υποτάξουν τις Συρακούσες. Μου φάνηκε ότι, αν επρόκειτο να γράψω αυτό το μυθιστόρημα, έπρεπε να το θεμελιώσω σε αυτή την ιστορική πραγματικότητα: ότι ο Ευριπίδης ήταν ο αγαπημένος δραματουργός των Συρακουσίων και γενικότερα των Σικελών.
— Γιατί πιστεύετε ότι ο Ευριπίδης μοιάζει τόσο σύγχρονος;
Νομίζω ότι αυτό οφείλεται κυρίως στην ηθική αμφισημία των χαρακτήρων του. Το ίδιο θα μπορούσε να ειπωθεί και για άλλους τραγικούς ποιητές, αλλά στον Ευριπίδη αυτό το στοιχείο εμφανίζεται με ιδιαίτερη ένταση. Στη «Μήδεια» ή στις «Βάκχες» συναντάμε πρόσωπα βαθιά αντιφατικά. Η Μήδεια διαπράττει πράξεις φρικτές και αδικαιολόγητες, κι όμως δεν είναι μια μονοδιάστατη, κακιά ηρωίδα. Κατανοούμε την οπτική της, ακόμη κι αν δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε μαζί της. Αυτή η πολυπλοκότητα είναι, κατά τη γνώμη μου, ένα εξαιρετικά σύγχρονο χαρακτηριστικό. Τον τελευταίο καιρό διαβάζω αρκετό μεσαιωνικό θέατρο, και εκεί τα πράγματα είναι πολύ πιο ξεκάθαρα: ο καλός είναι καλός, ο κακός είναι κακός και ο ήρωας είναι ήρωας. Δεν συναντάς συχνά έναν χαρακτήρα που να ενεργεί όπως η Μήδεια και ταυτόχρονα να προκαλεί τη συμπάθειά σου. Υπάρχει επίσης στον Ευριπίδη μια παράξενη, σχεδόν ανοίκεια ένταση. Κάτι που υπερβαίνει την τεχνική αρτιότητα. Μου θυμίζει δημιουργούς όπως ο Ντέιβιντ Λιντς, καλλιτέχνες που διαθέτουν μια ιδιότυπη, ακαθόριστη ιδιοφυΐα. Δεν είναι μόνο ότι είναι σπουδαίοι· το έργο τους έχει μια βαθιά και ανησυχητική ιδιαιτερότητα. Ο Αριστοτέλης αποκαλούσε τον Ευριπίδη «τραγικώτατον», δηλαδή τον πιο τραγικό από όλους τους τραγικούς ποιητές. Πιστεύω ότι αυτή η κρίση είναι απολύτως εύστοχη.
— Σπουδάσατε Ιστορία και κάναντε Κλασικές Σπουδές στο πανεπιστήμιο. Τι σας έδωσαν οι Κλασικές Σπουδές που εξακολουθείτε να αξιοποιείτε ως μυθιστοριογράφος;
Νομίζω ότι οι Κλασικές Σπουδές προσφέρουν μια εξαιρετικά σφαιρική παιδεία, επειδή σε φέρνουν σε επαφή με ορισμένα από τα θεμελιώδη έργα της δυτικής λογοτεχνίας και δραματουργίας. Παράλληλα, σε εισάγουν στα πρώτα μεγάλα ιστορικά κείμενα. Σκέφτομαι τον Θουκυδίδη, έναν από τους πρώτους ιστορικούς. Ο Ηρόδοτος προηγήθηκε, αλλά συχνά ενσωμάτωνε στη διήγησή του και μυθολογικά στοιχεία. Με τον Θουκυδίδη, αντίθετα, έχεις την αίσθηση ότι επιχειρεί να επαληθεύσει κάθε πληροφορία και να εξετάσει τα γεγονότα από διαφορετικές οπτικές γωνίες. Αυτό με επηρέασε βαθιά: η σημασία τού να παρουσιάζεις το ίδιο γεγονός μέσα από πολλές και συχνά αντικρουόμενες προοπτικές. Αν μετακινήσεις ελάχιστα τον φακό, το ίδιο συμβάν αποκτά εντελώς διαφορετικό νόημα και διαφορετική ηθική φόρτιση, όπως συμβαίνει, για παράδειγμα, στο «Ρασομόν», την ταινία του Κουροσάβα. Οι Κλασικές Σπουδές προσφέρουν επίσης μια συναρπαστική εικόνα για τον τρόπο με τον οποίο εξελίσσονται οι ιδέες. Βλέπεις, για παράδειγμα, ότι ο στωικισμός γεννιέται στην Ελλάδα και στη συνέχεια προσαρμόζεται και μετασχηματίζεται από τους Ρωμαίους. Γενικότερα, πιστεύω ότι η ενασχόληση με τα κλασικά γράμματα προσφέρει κατανόηση της ψυχολογίας, της λογοτεχνίας, της φύσης, της ιστορίας, της στρατιωτικής τεχνολογίας και του τρόπου με τον οποίο οι πολιτισμοί και οι ιδέες οικοδομούνται ο ένας πάνω στον άλλον. Περιέχει, κατά κάποιον τρόπο, λίγο απ’ όλα. Ταυτόχρονα, μου δίδαξε τη σημασία της εργασίας και της επιμονής. Μπορεί να διαθέτεις ταλέντο και να αγαπάς τα βιβλία, αλλά στο τέλος αυτό που μετρά είναι να ολοκληρώνεις αυτό που ξεκινάς, να ξαναγράφεις ακούραστα, να δέχεσαι κριτική και να κατανοείς ότι η συγγραφή είναι μια επίπονη διαδικασία διαρκούς αναθεώρησης. Συχνά οι καλύτεροι συγγραφείς είναι απλώς εκείνοι που είναι διατεθειμένοι να δουλέψουν περισσότερο.
Στο συγκεκριμένο μυθιστόρημα προσπάθησα να μην περιλάβω τίποτα που να είναι αποδεδειγμένα ανακριβές, απ’ όσο γνωρίζω. Ήθελα να παραμείνω όσο το δυνατόν πιο πιστός στα ιστορικά δεδομένα, αλλά ταυτόχρονα να αφηγηθώ μια ιστορία μέσα στα κενά που αφήνει το ιστορικό αρχείο. Για παράδειγμα, δεν γνωρίζουμε αν οι Αθηναίοι αιχμάλωτοι πολέμου ανέβασαν πράγματι μια παράσταση της «Μήδειας» για τους Συρακούσιους δεσμώτες τους. Είναι απολύτως πιθανό, αλλά δεν μπορούμε να το επιβεβαιώσουμε. Αυτό που γνωρίζουμε είναι ότι ορισμένοι Αθηναίοι αιχμάλωτοι σώθηκαν επειδή οι Σικελοί αγαπούσαν τόσο πολύ τον Ευριπίδη, ώστε αντάλλασσαν τροφή με στίχους των έργων του. Για μένα, λοιπόν, το ζητούμενο είναι να κάνεις αρκετή έρευνα ώστε να μπορέσεις να αποδώσεις με ειλικρίνεια τις πολιτισμικές αντιλήψεις και την ιστορική στιγμή που περιγράφεις. Και στη συνέχεια να αφήσεις τη φαντασία να κινηθεί ελεύθερα μέσα στα σημεία όπου οι πηγές σιωπούν.
Ταυτόχρονα, αυτή η διαδικασία σού δίνει την ελευθερία να είσαι δημιουργικός και να αφηγηθείς ιστορίες που δεν έχουν ειπωθεί ξανά. Έχουν γραφτεί αμέτρητα μυθιστορήματα για τις μεγάλες μάχες, για τον Πελοποννησιακό Πόλεμο, για τον Αλκιβιάδη ή για τον Μέγα Αλέξανδρο. Όμως, απ’ όσο γνωρίζω, κανείς δεν είχε γράψει ένα μυθιστόρημα για τους Αθηναίους αιχμαλώτους στα λατομεία των Συρακουσών. Μου αρέσει να ερευνώ διεξοδικά και στη συνέχεια να μετακινώ την κάμερα λίγο πιο αριστερά, για να δω τι συμβαίνει στα παρασκήνια ή έξω από το κέντρο της σκηνής. Ίσως ο πιο προφανής τρόπος να αφηγηθεί κανείς την ιστορία της Σικελικής Εκστρατείας θα ήταν μέσα από τα μάτια των στρατηγών και των αριστοκρατών. Εγώ, όμως, ήθελα να κάνω κάτι διαφορετικό.
— Τι μπορεί να εκφράσει ένα μυθιστόρημα που δεν μπορεί να το αποδώσει η ακαδημαϊκή ιστορία;
Νομίζω ότι ένα από τα σημαντικότερα πράγματα που μπορεί να πετύχει το μυθιστόρημα είναι να σε απορροφήσει ολοκληρωτικά. Όταν ένας συγγραφέας γράφει αρκετά καλά, αρχίζει να δημιουργεί εικόνες μέσα στο μυαλό σου, έτσι ώστε να μπορείς όχι μόνο να δεις τον κόσμο που περιγράφει, αλλά σχεδόν να αισθανθείς ότι βρίσκεσαι εκεί. Αν η αφήγηση λειτουργήσει όπως πρέπει, αρχίζεις να πιστεύεις ότι αυτοί οι χαρακτήρες υπήρξαν πραγματικά, παρότι δεν υπήρξαν ποτέ, και ότι όσα τους συνέβησαν έχουν τεράστια σημασία. Το μυθιστόρημα έχει, επομένως, τη μοναδική δύναμη να προκαλεί έντονη συναισθηματική αντίδραση, να δημιουργεί αίσθηση αμεσότητας και να κάνει τον αναγνώστη να νιώθει ότι τα γεγονότα εκτυλίσσονται μπροστά του εκείνη ακριβώς τη στιγμή. Η Ιστορία μπορεί βεβαίως να επιτύχει κάτι ανάλογο, ιδιαίτερα όταν γράφεται από μεγάλους ιστορικούς, αλλά συνήθως έχει ως πρωταρχικό στόχο την ακρίβεια. Η αφηγηματική λογοτεχνία, αντίθετα, επικεντρώνεται περισσότερο στη δημιουργία μιας συναισθηματικής και διανοητικής σχέσης ανάμεσα στο κείμενο και στον αναγνώστη.
Το μεγάλο προνόμιο της πεζογραφίας είναι η ικανότητά της να αποδίδει την εσωτερικότητα. Αυτή είναι ίσως η υπερδύναμη του μυθιστορήματος: να σε τοποθετεί μέσα στο μυαλό ενός χαρακτήρα. Έτσι δημιουργεί ένα επίπεδο οικειότητας που πολλές φορές ξεπερνά ακόμη και τις σχέσεις της πραγματικής ζωής. Είναι ένα από τα παράδοξα της ανάγνωσης ότι μπορείς να αισθανθείς πως γνωρίζεις καλύτερα τους ήρωες ενός έργου μυθοπλασίας απ’ ό,τι ανθρώπους που βρίσκονται πολύ κοντά σου. Πρόκειται, φυσικά, για μια ψευδαίσθηση, αλλά για μια βαθιά όμορφη ψευδαίσθηση.
Πρωτοσυνάντησα αυτή την ιστορία διαβάζοντας τον Θουκυδίδη. Στον Θουκυδίδη η αναφορά είναι εξαιρετικά σύντομη, μόλις μία παράγραφος: μαθαίνουμε ότι χιλιάδες Αθηναίοι εγκαταλείφθηκαν στα λατομεία των Συρακουσών και ότι έναν χρόνο αργότερα είχαν πεθάνει σχεδόν όλοι. Στη συνέχεια διάβασα τον Πλούταρχο και ειδικότερα τον Βίο του Νικία. Εκεί προστίθενται ορισμένες συγκλονιστικές λεπτομέρειες. Μαθαίνουμε ότι οι Σικελοί αγαπούσαν βαθιά τον Ευριπίδη και ότι ορισμένοι Αθηναίοι αιχμάλωτοι που μπορούσαν να απαγγείλουν στίχους από τα έργα του εξασφάλιζαν τροφή ή ακόμη και τη σωτηρία τους. Λέγεται ότι όσοι κατόρθωσαν να επιστρέψουν στην Αθήνα πήγαν στο σπίτι του Ευριπίδη για να τον ευχαριστήσουν επειδή, έμμεσα, τους είχε σώσει τη ζωή.
Αυτή η ιστορία με συγκίνησε βαθύτατα. Η ιδέα ότι το θέατρο και η ποίηση μπορούσαν κυριολεκτικά να σώσουν ανθρώπινες ζωές μού φάνηκε εξαιρετικά δυνατή. Ακόμη και μέσα σε έναν χώρο που θα μπορούσε να περιγραφεί ως ένα αρχαίο στρατόπεδο συγκέντρωσης, δηλαδή το απόλυτο αντίθετο της ενσυναίσθησης, υπήρχαν άνθρωποι που αναγνώριζαν την αξία ενός άλλου ανθρώπου επειδή μπορούσε να ερμηνεύσει ένα θεατρικό έργο.
Υπάρχει, βέβαια, και μια σκοτεινή ειρωνεία σε αυτό, καθώς η ενσυναίσθηση είναι βαθιά συναλλακτική. Δεν πρόκειται για την αυθόρμητη αναγνώριση της κοινής ανθρώπινης φύσης, αλλά για μια ανταλλαγή: «Θα σου δώσω τροφή αν μπορείς να μου απαγγείλεις Ευριπίδη». Ωστόσο, τα έργα του Ευριπίδη είναι από τα πιο συμπονετικά και ψυχολογικά διεισδυτικά κείμενα της παγκόσμιας λογοτεχνίας.
Μέσα σε αυτή την ιστορία διέκρινα ειρωνεία, σκοτάδι αλλά και μια βαθιά ομορφιά και αμέσως σκέφτηκα ότι περιείχε όλα τα στοιχεία μιας εξαιρετικής μυθιστορηματικής αφήγησης. Όταν άρχισα να το ερευνώ, υπέθεσα ότι κάποιος θα είχε ήδη γράψει γι’ αυτό. Όμως, απ’ όσο μπόρεσα να διαπιστώσω, κάτι τέτοιο δεν είχε γίνει. Τότε κατάλαβα ότι αυτό ήταν το μυθιστόρημα που ήθελα οπωσδήποτε να γράψω.
— Τι σας συγκίνησε περισσότερο στην ιδέα ότι κάποιοι αιχμάλωτοι κατάφεραν να επιβιώσουν απαγγέλλοντας Ευριπίδη;
Αυτό που με συγκίνησε περισσότερο ήταν ακριβώς η αντίθεση ανάμεσα στη βαρβαρότητα και την ενσυναίσθηση. Οι Αθηναίοι κρατούνταν σε φρικτές, απάνθρωπες συνθήκες και, παρ’ όλα αυτά, κάποιοι από αυτούς λάμβαναν τροφή χάρη στην αγάπη και τον σεβασμό που έτρεφαν οι Σικελοί για ένα δραματικό έργο το οποίο βασίζεται ακριβώς στην ικανότητα να φαντάζεσαι τη ζωή των άλλων και να τους αποδίδεις πλήρη ανθρώπινη υπόσταση. Αυτή η αντίφαση, αυτή η συνύπαρξη ωμότητας και ευαισθησίας, ήταν που με τράβηξε περισσότερο.
Όταν διάβαζα γι’ αυτό, θυμήθηκα έντονα το «Σπίτι των Πεθαμένων» του Φιόντορ Ντοστογιέφσκι, ένα έργο βασισμένο στις εμπειρίες του ως κρατούμενου στη Σιβηρία. Εκεί περιγράφει πώς, την περίοδο των Χριστουγέννων, οι κατάδικοι ενός σκληρού σωφρονιστικού ιδρύματος, άνθρωποι που είχαν διαπράξει ακόμη και φόνους, μεταμορφώνονταν όταν ετοίμαζαν μια θεατρική παράσταση. Ενθουσιάζονταν, συγκινούνταν και συνεργάζονταν μεταξύ τους. Νομίζω ότι εδώ και αιώνες γνωρίζουμε τη δύναμη του θεάτρου, όχι μόνο για τους θεατές αλλά και για εκείνους που συμμετέχουν σε αυτό. Με ενδιέφερε λοιπόν πολύ να φανταστώ πώς θα μπορούσε να είχε λειτουργήσει αυτή η δυναμική στις Συρακούσες.
Αυτό που ήθελα να αποφύγω ήταν μια απλουστευτική αφήγηση όπου οι Αθηναίοι εμφανίζονται ως αθώα θύματα και οι Συρακούσιοι ως μονοδιάστατοι κακοί. Και οι δύο πλευρές έχουν διαπράξει φρικαλεότητες. Η Αθήνα έφτασε στη Σικελία με στόχο να κατακτήσει μια ξένη πόλη, επρόκειτο για μια απρόκλητη επιθετική ενέργεια. Από την άλλη, ο τρόπος με τον οποίο οι Συρακούσιοι μεταχειρίστηκαν τους αιχμαλώτους ήταν επίσης βαθιά απάνθρωπος. Αυτό που με ενδιέφερε ήταν η πιθανότητα να αναδυθεί, μέσα από τις πρόβες και την παράσταση ενός έργου, η αναγνώριση της κοινής ανθρώπινης φύσης.
— Γιατί επιλέξατε να αφηγηθείτε την ιστορία μέσα από δύο απλούς κεραμοποιούς και όχι από την οπτική των στρατηγών και των ηγετών;
Αυτό που με συναρπάζει στην Ιστορία είναι ότι, όσο περισσότερο διαβάζεις, τόσο περισσότερο συνειδητοποιείς ότι σχεδόν πάντα αφηγείται τη ζωή ενός ελάχιστου ποσοστού των ανθρώπων που έζησαν σε κάθε εποχή: βασιλιάδων, αριστοκρατών, παπών, στρατηγών και άλλων εκπροσώπων της εξουσίας. Η ιστορική αφήγηση εστιάζει συνήθως στις ελίτ, σε ένα πολύ μικρό κλάσμα της κοινωνίας. Γι’ αυτό σκέφτηκα ότι θα είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον να αφηγηθώ ένα μυθιστόρημα από την οπτική της άγνωστης πλειονότητας της Ιστορίας.
Η επιλογή ενός αγγειοπλάστη προέκυψε πολύ φυσικά. Η κεραμική στην αρχαιότητα δεν αφορούσε μόνο αγγεία συμποσίου· τα πήλινα σκεύη χρησιμοποιούνταν για αποθήκευση, μεταφορά και σχεδόν κάθε πτυχή της καθημερινής ζωής. Η παραγωγή κεραμικών αποτελούσε μια τεράστια βιοτεχνική δραστηριότητα, στην οποία απασχολούνταν πολλοί άνθρωποι. Αν το σκεφτεί κανείς, το ποσοστό των ανθρώπων που υπήρξαν βασιλιάδες ή βασίλισσες στην αρχαία Ελλάδα ήταν απειροελάχιστο, ενώ το ποσοστό εκείνων που εργάζονταν ως αγγειοπλάστες ή τεχνίτες ήταν πολύ μεγάλο. Κι όμως, τα περισσότερα ιστορικά μυθιστορήματα ασχολούνται με βασιλιάδες, φιλοσόφους και στρατηγούς, ενώ ελάχιστα με ανθρώπους όπως ένας αγγειοπλάστης. Αυτό ακριβώς ήθελα να αντιστρέψω.
— Τι αποκαλύπτουν οι «μικρές ζωές» για την Ιστορία που οι μεγάλες αφηγήσεις συχνά παραβλέπουν;
Νομίζω ότι μας επιτρέπουν να δούμε πώς ζούσε πραγματικά η πλειονότητα των ανθρώπων. Όσοι ανήκαν στις ελίτ ήταν συχνά αποκομμένοι από τις τριβές, τις δυσκολίες και τις πρακτικές απαιτήσεις της καθημερινότητας. Επιπλέον, αυτή η οπτική μάς βοηθά να κατανοήσουμε την Ιστορία μέσα από τα μάτια ανθρώπων που δεν ελέγχουν τα μεγάλα γεγονότα, αλλά υφίστανται τις συνέπειές τους. Δεν αποφασίζουν οι ίδιοι για πολέμους, εισβολές ή οικονομικές ανακατατάξεις, και όμως η ζωή τους καθορίζεται από αυτά. Σε μεγάλο βαθμό, έτσι ζούμε και εμείς σήμερα. Μπορεί να έχουμε κάποιον έλεγχο στην προσωπική μας ζωή, αλλά οι ευρύτερες οικονομικές, πολιτικές και περιβαλλοντικές εξελίξεις συχνά έχουν αντίκτυπο στη ζωή μας, χωρίς να μπορούμε να τις επηρεάσουμε ουσιαστικά.
Στην περίπτωση των Συρακουσών υπάρχει βέβαια μια ενδιαφέρουσα ιδιαιτερότητα: όπως και η Αθήνα, ήταν δημοκρατία. Ένας συνηθισμένος πολίτης, όπως ο Λάμπων, ο κεντρικός ήρωας του μυθιστορήματος, διέθετε μεγαλύτερη πολιτική συμμετοχή από ό,τι, για παράδειγμα, ένας χωρικός στη φεουδαρχική Ευρώπη. Ωστόσο, η επιρροή του παρέμενε σαφώς μικρότερη από εκείνη μορφών όπως ο Περικλής, ο Φίλιππος Β’ της Μακεδονίας ή ο Μέγας Αλέξανδρος.
— Πώς προσεγγίσατε τη «Μήδεια» μέσα στο μυθιστόρημα;
Η «Μήδεια» είναι ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον έργο και η επιλογή της προέκυψε τόσο για ιστορικούς όσο και για δραματουργικούς λόγους. Αρχικά, σκέφτηκα «ποιο έργο θα επέλεγε ένας Σικελός λάτρης του Ευριπίδη αν είχε την ευκαιρία να δει μόνο μία παράστασή του;». Πιθανότατα θα διάλεγε το πιο διάσημο έργο του, όπως ακριβώς ένας θαυμαστής του Μάρτιν Σκορσέζε θα επέλεγε ίσως το «Goodfellas» ή ένας παθιασμένος αναγνώστης του Σαίξπηρ θα στρεφόταν στον «Άμλετ» ή στο «Ρωμαίος και Ιουλιέτα». Ήθελα, λοιπόν, να χρησιμοποιήσω το πιο αναγνωρίσιμο και εμβληματικό έργο του Ευριπίδη.
Ταυτόχρονα, η «Μήδεια» συνομιλεί βαθιά με τα θέματα του μυθιστορήματος. Η ηρωίδα είναι ξένη, «βάρβαρη» στα μάτια των Ελλήνων, αλλά και γυναίκα· συγκεντρώνει πάνω της πολλαπλές μορφές αποκλεισμού. Κατά έναν παράδοξο τρόπο, οι Αθηναίοι αιχμάλωτοι βρίσκονται σε ανάλογη θέση στις Συρακούσες: είναι ανεπιθύμητοι ξένοι, απομονωμένοι και δαιμονοποιημένοι μέσα σε μια εχθρική πόλη.
Υπάρχει επίσης το ζήτημα της δικαιολογημένης οργής και των ορίων της. Η Μήδεια έχει πραγματικούς λόγους να είναι βαθιά πληγωμένη και θυμωμένη. Η αγανάκτησή της είναι απολύτως κατανοητή. Όμως ο τρόπος με τον οποίο εκφράζει αυτή την οργή οδηγεί σε πράξεις ηθικά αδιανόητες. Κάτι ανάλογο ισχύει και για τους Συρακούσιους. Έχουν βάσιμους λόγους να είναι εξοργισμένοι με την Αθήνα, η οποία επιχείρησε να κατακτήσει την πόλη τους. Ωστόσο, η μεταχείριση των Αθηναίων αιχμαλώτων φαίνεται να υπερβαίνει τα όρια μιας δικαιολογημένης ανταπόδοσης.
Πολλές από αυτές τις συνδέσεις δεν προκύπτουν μέσα από μια απολύτως συνειδητή και προκαθορισμένη διαδικασία. Συχνά αναδύονται διαισθητικά κατά τη συγγραφή. Πιστεύω ότι μερικές από τις πιο ουσιαστικές σχέσεις μέσα σε ένα έργο γεννιούνται ακριβώς με αυτόν τον τρόπο.
— Τι σημαίνει για εσάς ότι η τέχνη γίνεται κυριολεκτικά μέσο επιβίωσης στην ιστορία σας; Μπορεί πράγματι να γεφυρώσει το χάσμα ανάμεσα σε εχθρούς;
Ναι, πιστεύω ότι μπορεί. Η τέχνη δεν αποτελεί πανάκεια ούτε λύνει από μόνη της όλα τα προβλήματα της ανθρώπινης ζωής. Μπορεί, όμως, να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο αισθανόμαστε, σκεφτόμαστε και τελικά συμπεριφερόμαστε. Είναι ένα εξαιρετικά ισχυρό όχημα ενσυναίσθησης. Ο Πλάτων, στην «Πολιτεία», αναγνωρίζει πλήρως τη δύναμη της τραγωδίας και της τέχνης γενικότερα. Ταυτόχρονα, επισημαίνει ότι αυτή η δύναμη μπορεί να χρησιμοποιηθεί τόσο για καλό όσο και για κακό. Και πιστεύω ότι έχει δίκιο. Παρ’ όλα αυτά, συνολικά θεωρώ ότι η τέχνη αποτελεί θετική δύναμη. Δεν σημαίνει βέβαια ότι θα σώζει πάντοτε ζωές. Όμως είναι απολύτως δυνατό να το κάνει.
Υπάρχει μια ιστορία για τον Ευριπίδη, η οποία μπορεί να είναι απόκρυφη, αλλά είναι αποκαλυπτική. Μετά την ήττα της Αθήνας στον Πελοποννησιακό Πόλεμο, οι Κορίνθιοι φέρονται να ζητούσαν την ολοκληρωτική καταστροφή της πόλης, την εκτέλεση των ανδρών και την πώληση γυναικών και παιδιών ως δούλων. Σύμφωνα με την παράδοση, κάποιος σηκώθηκε στη συνέλευση και απήγγειλε ένα απόσπασμα από έργο του Ευριπίδη. Η αίθουσα βυθίστηκε στη σιωπή και τελικά αποφασίστηκε να μην ισοπεδωθεί η Αθήνα, επειδή είχε χαρίσει στον κόσμο ένα τόσο σπουδαίο δραματικό έργο. Αντί γι’ αυτό, οι αντίπαλοί της περιορίστηκαν στην κατεδάφιση των Μακρών Τειχών και στην καταστροφή του στόλου. Είτε η ιστορία αυτή είναι αληθινή είτε όχι, το γεγονός και μόνο ότι οι αρχαίοι Έλληνες μπορούσαν να επινοήσουν έναν τέτοιο μύθο δείχνει πόσο μεγάλη σημασία απέδιδαν στο θέατρο.
Γι’ αυτό πιστεύω ότι η τέχνη μπορεί πράγματι να αποτελεί σοβαρή υπόθεση και, σε ορισμένες περιπτώσεις, να λειτουργεί ως γέφυρα ανάμεσα σε ανθρώπους που βρίσκονται σε αντίπαλα στρατόπεδα.
— Τι σας γοητεύει περισσότερο στον Πελοποννησιακό Πόλεμο; Βλέπετε αναλογίες ανάμεσα στις αρχαίες συγκρούσεις και στη σύγχρονη γεωπολιτική;
Αυτό που με συναρπάζει περισσότερο είναι η πολυπλοκότητα του πολέμου και το γεγονός ότι τα πραγματικά κίνητρα σπάνια ταυτίζονται με εκείνα που προβάλλονται δημόσια. Γι’ αυτό αγαπώ ιδιαίτερα τον λεγόμενο «Διάλογο Αθηναίων-Μηλίων». Πρόκειται για τη διάσημη σκηνή στην οποία οι Αθηναίοι απευθύνονται στους άρχοντες της ουδέτερης Μήλου και τους λένε ουσιαστικά: είτε θα ενταχθείτε στην Αθηναϊκή Συμμαχία είτε θα σας καταστρέψουμε. Ακολουθεί ένας εξαιρετικά αποκαλυπτικός διάλογος. Οι Μήλιοι μιλούν για τους θεούς, για τη δικαιοσύνη και για το ηθικό δίκαιο. Οι Αθηναίοι απαντούν σχεδόν κυνικά ότι καλό θα ήταν να αφήσουν κατά μέρος τέτοιες έννοιες, επειδή στην πραγματικότητα «οι ισχυροί πράττουν ό,τι τους επιτρέπει η δύναμή τους και οι αδύναμοι υφίστανται όσα είναι αναγκασμένοι να υποστούν».
Αυτή η διατύπωση παραμένει συγκλονιστικά επίκαιρη. Σχεδόν κάθε γεωπολιτική σύγκρουση συνοδεύεται από ηθικές δικαιολογίες. Όλες οι πλευρές θέλουν να πιστεύουν ότι έχουν το δίκαιο με το μέρος τους. Ωστόσο, πίσω από αυτές τις διακηρύξεις κρύβονται συχνά βαθύτερα συμφέροντα. Ο Θουκυδίδης κάνει κάτι σπουδαίο: δεν περιορίζεται στις επίσημες αιτιολογήσεις που προβάλλουν η Αθήνα, η Σπάρτη ή η Κόρινθος για έναν πόλεμο ή μια πολιτική επιλογή. Προσπαθεί να αναδείξει και τα λιγότερο ορατά, συχνά ανείπωτα κίνητρα που βρίσκονται από πίσω. Πιστεύω ότι το ίδιο ισχύει και σήμερα. Οι λόγοι που παρουσιάζουν οι πολιτικοί για να δικαιολογήσουν έναν πόλεμο ή μια σύγκρουση αποτελούν συνήθως μόνο ένα μικρό μέρος –και όχι κατ’ ανάγκην το σημαντικότερο– των πραγματικών αιτιών. Υπό αυτή την έννοια, ο Θουκυδίδης λειτουργεί ως πυξίδα για την κατανόηση του τρόπου με τον οποίο λειτουργεί η εξουσία. Είναι πραγματικά ανεπανάληπτος.
— Πώς παρουσιάζει το μυθιστόρημά σας την έννοια του εχθρού;
Νομίζω ότι, αν γνωρίζαμε πραγματικά τον εχθρό μας, αν κατανοούσαμε τι έχει βιώσει, τι έχει πράξει και για ποιους λόγους, θα ήταν πολύ πιο δύσκολο, ίσως και αδύνατο, να τον απανθρωποποιήσουμε πλήρως. Συχνά αντιμετωπίζουμε τους άλλους, και ιδιαίτερα τους εχθρούς μας, μέσα από μια δραστικά περιορισμένη εικόνα. Τους ορίζουμε αποκλειστικά από τις πράξεις που μας απειλούν και τους στερούμε την πολυπλοκότητα που χαρακτηρίζει κάθε ανθρώπινη ύπαρξη. Το μυθιστόρημα επιχειρεί να δείξει ότι, όταν δεις τον άλλον μέσα στην πληρότητα της ζωής και των εμπειριών του, η απανθρωποποίηση καθίσταται πολύ πιο δύσκολη.
— Μπορεί η αφήγηση να αποκαταστήσει την ανθρώπινη διάσταση σε στιγμές αποκτήνωσης;
Ναι, πιστεύω πως μπορεί. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε πόλεμος είναι αδικαιολόγητος ή ότι η κατάλληλη απάντηση σε κάθε μορφή τυραννικής βίας είναι απλώς να ανεβάσουμε μια θεατρική παράσταση. Δεν πιστεύω κάτι τόσο απλοϊκό. Πιστεύω όμως ότι η τέχνη και το θέατρο αποτελούν από τα ισχυρότερα μέσα που διαθέτουμε για να καλλιεργούμε την ενσυναίσθηση, να αγγίζουμε βαθιά τους ανθρώπους και να αλλάζουμε τον τρόπο με τον οποίο σκέφτονται και αντιλαμβάνονται τον κόσμο. Ταυτόχρονα, η μεγάλη τέχνη δεν προσφέρει εύκολες απαντήσεις. Δεν είναι διδακτικό παραμύθι ούτε πολιτικό σύνθημα. Και η ίδια η ζωή, όπως και τα ηθικά ερωτήματα που γεννά, σπάνια είναι απλή. Γι’ αυτό πιστεύω ότι η τέχνη μπορεί να συμβάλει ουσιαστικά στο να γίνουμε πιο στοχαστικοί, πιο συμπονετικοί και πιο πρόθυμοι να αναγνωρίσουμε την πολυπλοκότητα της ανθρώπινης εμπειρίας.
— Πώς επηρέασε το Παρίσι τη συγγραφή του μυθιστορήματος;
Νομίζω ότι το Παρίσι με βοήθησε πολύ, κυρίως λόγω των ιδιαίτερων συνθηκών κάτω από τις οποίες έγραφα. Βρισκόμουν εκεί στη διάρκεια του lockdown και οι μετακινήσεις μας ήταν εξαιρετικά περιορισμένες· μπορούσαμε να απομακρυνθούμε μόνο σε ακτίνα περίπου ενός χιλιομέτρου από το σπίτι μας. Έτυχε να κατοικώ κοντά στο Parc des Buttes-Chaumont, ένα πάρκο που έχει διαμορφωθεί πάνω σε παλιό λατομείο ασβεστόλιθου. Έτσι, ενώ έγραφα το μυθιστόρημα, μπορούσα να περπατώ καθημερινά εκεί, να κινούμαι μέσα στο πράσινο, να σκέφτομαι την εξέλιξη του βιβλίου και ταυτόχρονα να παρατηρώ ένα τοπίο που, οπτικά τουλάχιστον, θύμιζε σε κάποιον βαθμό το λατομείο των Συρακουσών, παρότι βρισκόταν χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από τη Σικελία.
Φυσικά, για τη συγγραφή του βιβλίου έκανα και επιτόπια έρευνα. Επισκέφθηκα τις Συρακούσες, ταξίδεψα στην Αθήνα και περιηγήθηκα σε διάφορα μέρη της Ελλάδας. Ωστόσο, κατά τη διάρκεια της πανδημίας δεν ήταν δυνατό να επιστρέψω σε αυτούς τους τόπους, οπότε το παρισινό λατομείο ανέλαβε, κατά κάποιον τρόπο, να καλύψει αυτό το κενό.
— Ποιοι Ιρλανδοί συγγραφείς αισθάνεστε ότι βρίσκονται πιο κοντά στη δική σας συγγραφική ευαισθησία;
Είναι πάρα πολλοί. Για το συγκεκριμένο μυθιστόρημα, στο οποίο ήθελα να αποδώσω μια φωνή με έντονα εργατικά και λαϊκά χαρακτηριστικά από το Δουβλίνο, σημαντική επιρροή υπήρξε ο Ρόντι Ντόιλ. Θα ανέφερα επίσης τον Σον Ο'Κέισι, ο οποίος υπήρξε ιδιαίτερα σημαντικός για μένα. Και βέβαια αγαπώ πολλούς ακόμη Ιρλανδούς συγγραφείς: την Έντνα Ο'Μπράιαν, την Κλερ Κίγκαν, τον Πολ Μάρεϊ, τον Κολμ Τόιμπιν και πολλούς άλλους. Για το συγκεκριμένο βιβλίο, ωστόσο, οι σημαντικότερες επιρροές ήταν αφενός οι αρχαίοι Έλληνες συγγραφείς και αφετέρου ο Ρόντι Ντόιλ και ο Σον Ο'Κέισι.
— Ποια λησμονημένη ιστορία περιμένετε ακόμη να αφηγηθείτε;
Υπάρχουν πάρα πολλές. Υπάρχει μία ακόμη ιστορία που σχετίζεται με την αρχαία Αθήνα και θα ήθελα πολύ να τη γράψω, αλλά προς το παρόν προτιμώ να μην αποκαλύψω περισσότερα. Υπάρχει επίσης μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ιστορία από την Ιρλανδία. Ένα κεντρικό στοιχείο της ιρλανδικής ταυτότητας είναι ότι η χώρα αποικίστηκε από την Αγγλία τον 12ο αιώνα. Αυτό που συχνά παραβλέπεται είναι ότι η διαδικασία αυτή ξεκίνησε επειδή ένας Ιρλανδός βασιλιάς, εμπλεκόμενος σε σύγκρουση με έναν άλλο Ιρλανδό ηγεμόνα, ταξίδεψε στην Αγγλία και έπεισε τον Άγγλο βασιλιά και τους ευγενείς του να επέμβουν στρατιωτικά στην Ιρλανδία. Πρόκειται για μια ειρωνική και τραγική πτυχή της ιστορίας: η αγγλική αποικιοκρατία στην Ιρλανδία άρχισε ουσιαστικά όταν ένας Ιρλανδός ηγεμόνας ζήτησε εξωτερική βοήθεια για να επικρατήσει επί των αντιπάλων του. Όπως μπορεί κανείς να φανταστεί, αυτή η επιλογή δεν είχε ιδιαίτερα ευτυχή κατάληξη.
— Τι γράφετε αυτή την περίοδο;
Εργάζομαι πάνω σε ένα μυθιστόρημα που διαδραματίζεται τον 14ο αιώνα, αμέσως μετά τη Μαύρη Πανώλη. Πρόκειται ουσιαστικά για ένα είδος μεσαιωνικού αστυνομικού μυθιστορήματος, αλλά και πολεμικής ιστορίας, τοποθετημένου στον απόηχο της πανδημίας.