ΚΑΠΟΙΑ ΣΤΙΓΜΗ ΧΘΕΣ νωρίς το βράδυ γέμισαν τα social media από κοινοποιήσεις της έκκλησης του «Χαμόγελου του Παιδιού» να μη διαμοιράζονται οι «τελευταίες σκέψεις» του ενός από τα δύο κορίτσια που βούτηξαν στο κενό από την ταράτσα της Ηλιούπολης (οι συνοικίες ως εργαλεία αναζήτησης φριχτών ειδήσεων και ως τοπόσημα τραγωδίας). Ήταν όμως πολύ αργά.
Το «σημείωμα» είχε γίνει σύνθημα, σλόγκαν, φέιγ βολάν, φύλλο και φτερό από την ενδελεχή κειμενική ανάλυση που υπέστη, εφαλτήριο για έναν ορυμαγδό από εικασίες και συμπεράσματα, αδιάσειστο τεκμήριο της συλλογικής μας ευθύνης («Είμαστε ΟΛΟΙ υπεύθυνοι») για το αδιανόητο συμβάν. Κάπου ανάμεσα στα «τελευταία λόγια» του κοριτσιού ξεπρόβαλε και το τέρας των πανελλήνιων εξετάσεων, εκτρέποντας ακόμα περισσότερο τις αντιδράσεις.
Aπό το 2021 έως το 2025, παρατηρήθηκε αύξηση 31,6% στο σύνολο των περιστατικών αυτοκτονικής και αυτοτραυματικής συμπεριφοράς παιδιών και εφήβων, ενώ «ιδιαίτερα ανησυχητική είναι η υπερεκπροσώπηση των κοριτσιών».
Σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία του ίδιου οργανισμού που έκανε τη δημόσια έκκληση, υπάρχει τα τελευταία χρόνια μια σταθερά υψηλή αλλά υπο-αναφερόμενη «επιβάρυνση» αυτοκτονιών στην Ελλάδα, με περίπου 400-500 θανάτους ετησίως. Πιο συγκεκριμένα, από το 2021 έως το 2025, παρατηρήθηκε αύξηση 31,6% στο σύνολο των περιστατικών αυτοκτονικής και αυτοτραυματικής συμπεριφοράς παιδιών και εφήβων, ενώ «ιδιαίτερα ανησυχητική είναι η υπερεκπροσώπηση των κοριτσιών».
Όλα τα παραπάνω είναι ιδιαίτερα ανησυχητικά, όμως τα στοιχεία, οι στατιστικές και τα δεδομένα μοιάζουν άχρηστα –όπως και οι αναλύσεις, οι αιτιάσεις, τα λόγια των ειδικών– όταν επιχειρείς να βγάλεις νόημα από μια τέτοια πράξη. Μουδιασμένοι, επιστρέψαμε νοερά στην εφηβεία μας και αναρωτηθήκαμε πόσο κοντά μπορεί να είχαμε φτάσει κι εμείς κάποτε στην εξέταση έστω, αν όχι στην εκτέλεση μιας τέτοιας οριστικής απόδρασης. Τι νόημα μπορεί να βγάλει κανείς από την απόκοσμη σύγχυση της εφηβείας; Πόσο μεγάλη ή πόσο μικρή μπορεί να είναι η απόσταση ανάμεσα στον αυτοτραυματισμό, στον αυτοκτονικό ιδεασμό και στο «απονενοημένο διάβημα»;
«Βασικά, εδώ έχουμε να κάνουμε με μια ονειροπαρμένη. Κάποια που έχει χάσει επαφή με την πραγματικότητα. Όταν πήδηξε, πίστευε μάλλον ότι θα πετάξει…». Η μυθοπλασία είναι ένα αποκούμπι σε τέτοιες περιπτώσεις. Και σίγουρα δεν ήμουν ο πρώτος που του ήρθαν στο μυαλό οι «αυτόχειρες παρθένοι» του ομώνυμου μυθιστορήματος του Τζέφρι Ευγενίδη («The Virgin Suicides»), το οποίο κατέληξε να γίνει μια επίσης αξέχαστη και στοιχειωμένη ταινία. Η διαδρομή των κοριτσιών της οικογένειας Λίσμπον μέχρι την αυτοκτονία («μια άρνηση να δεχτούν τον κόσμο όπως τους παραδόθηκε») σκιαγραφείται μέσα από την ναρκισσευόμενη αφήγηση των αγοριών που τις γνώρισαν και δεν μπόρεσαν ποτέ να τις ξεχάσουν:
«Καταλάβαμε εν τέλει ότι τα κορίτσια ήταν στην πραγματικότητα μεταμφιεσμένες γυναίκες, ότι κατανοούσαν τον έρωτα, ακόμη και τον θάνατο, και ότι ο ρόλος μας περιοριζόταν απλώς στο να δημιουργούμε τον θόρυβο που φαινόταν να τις γοητεύει… Δεν είχε σημασία πόσο χρονών ήταν, ούτε το ότι ήταν κορίτσια, αλλά μόνο ότι τις είχαμε αγαπήσει, και ότι δεν μας άκουσαν να τις καλούμε, ακόμα δεν μας ακούνε, εδώ πάνω στο δεντρόσπιτο που ζούμε με τα αραιά μαλλιά και τις μαλακές κοιλιές μας, δεν μας ακούν που τις καλούμε να βγουν από εκείνα τα δωμάτια όπου πήγαν για να μείνουν μόνες για πάντα – μόνες τους στην αυτοκτονία, που είναι βαθύτερη από τον θάνατο – και όπου δεν θα βρούμε ποτέ τα κομμάτια για να τις φέρουμε πίσω».