«ΣΥΜΠΟΛΙΤΑΙ! Από σήμερα το βράδυ καλείσθε στο “Αθήναιον” να περάσετε μερικές ώρες ευχάριστες, πρωτότυπες και ακόμη εγκυκλοπαιδικές», ενημέρωνε η εφημερίδα «Ακρόπολις» το αναγνωστικό της κοινό τον Νοέμβριο του 1931.
Η εταιρεία «Λούνα Παρκ» της Βουδαπέστης, η οποία έχει πολλές διακλαδώσεις σε διάφορα μέρη του κόσμου και η οποία «σε χιλιάδες ανθρώπους σκόρπισε ως σήμερα εύκολο και φυσικό κέφι και την χαρά της διασκεδάσεως», έκρινε καλό και φρόνιμο να εγκαταστήσει και στην Αθήνα ένα παράρτημά της, το οποίον άνοιγε τις πύλες του καλώντας τους «πιστούς της φαιδρότητος να εορτάσουν».
Ένας θαυματουργός τροχός, σκοποβολή με μπαλίτσες, η οποία χάριζε στους τυχερούς πολλά δώρα, το παιχνίδι των αεροπλάνων, «με εξαιρετικό ενδιαφέρον και κέφι, διάφορα λαχεία, διάφορες άλλες ατραξιόν που θα σκορπίσουν την εύθυμη διάθεση και την ποικιλία» περίμεναν τους επισκέπτες του Αθήναιον.
«Ο μαύρος κίνδυνος, ο μαύρος κίνδυνος! Η Ευρώπη εστέγνωσε επάνω εις τον κακόχυμον ρασιοναλισμόν της. Αυτοί οι ορμητικοί μαύροι αντιπροσωπεύουν μίαν ακούραστον νεότητα. Γι’ αυτό τους εμιμήθημεν και εχορεύσαμεν φόξ τροτ και εσεισοπυγήσαμεν εις το τσάρλεστον, γι’ αυτό ανεχθήκαμεν την τζαζ μπαντ».
Υπήρχαν όμως ακόμη δύο εξαιρετικά «νούμερα». Ήταν «δυο υπέροχοι μοτοσυκλετισταί, ένα ζευγάρι πεπειραμένο της ρόδας, το οποίον θα εκτελέση και θα εκτελή κάθε μέρα σε ειδικό χώρο και εξέδρα για το κοινό το περίφημο πείραμα του θανάτου με την μοτοσυκλέττα του». Ένα ωραιότατο ακόμη νούμερο ήταν ο θίασος των πιθήκων και των σκύλων, οι οποίοι χόρευαν, οδηγούσαν διάφορα τροχοφόρα και ασχολούνταν με «ακροβατικά γυμνάσια διασκεδαστικώτατα».
Ο Θίασος των Νέγρων
Ως μια αρκετά καλά διοργανωμένη μικρογραφία του πασίγνωστου πάρκου αναψυχής του Παρισιού, το δικό μας «Τιβολί» της οδού Πατησίων είχε και αυτό τα θαύματά του και τις εκπλήξεις του.
«Το βαρύ πυροβολικόν της επιχειρήσεως αποτελούν οι πέντε μαύροι του Γαλλικού Κονγκό, τρεις γυναίκες και δυο άνδρες, οι οποίοι, αφού περιέφεραν την... περίεργη ωραιότητά τους σε πολλές γωνιές της Γης, καταστάλαξαν σήμερα στο “Αθήναιον” για να καταπλήξουν τους Αθηναίους.
Ο παράξενος αυτός θίασος των Νέγρων αποτελείται από τρεις χαριτωμένες κυρίες, εκ των οποίων τις δύο θαυμάζετε εις την δημοσιευομένην εικόνα, και από δύο συμπαθεστάτους κυρίους, τον νάνον Κανάρ και τον Ουλί-Ουλί.
Οι τρεις κυρίες είναι εξαιρετικώς ευαίσθητες εις το ψύχος. Η Κακαλάγκεσε, η Γεγκί και η Κοτογιό, εκτός από την συνολικήν πρωτοτυπία για μας τους Ρωμηούς στην εμφάνισί τους, παρουσιάζονται με το πιο μυστηριώδες στολίδι που έχουμε ξαναδεί: το κάτω χείλος τους, ανοιγμένο σε μια απαισία πλατύτητα, δέχεται ολόκληρο ένα ξύλινο πιατάκι, ενώ το επάνω, συγκαταβατικώτερον, αρκείται σ’ ένα πιο μικρό. Αυτό το μαρτύριο λέγεται... κόσμημα και αυτό το κόσμημα, που τους δίνει την πιο παράξενη μορφή, τους δυσκολεύει παράλληλα στην τροφή, αναγκάζοντάς τις να καταπίνουν μόνο πολτούς και τροφές νερουλιασμένες».
Ο δημοσιογράφος της «Ακροπόλεως» επιχείρησε να συνομιλήσει με τα μέλη του θιάσου, προσπαθώντας να εκφράσει τον θαυμασμό του στα γαλλικά.
— Βουζ ετ λα μπωτέ περσονιφιέ, μαντάμ! (δηλ. είσθε η προσωποποίησις της ωραιότητος, κυρία μου).
Χαμογελάει.
— Θεέ μου... τι στοματάκι!
Και μας αποκρίνεται:
— Μιρσί!... Γού - κα - λι - κακί!
— Κουά;... (Τι;)
— Βου.. μπον... Σουρλί... σουρλί... κάκι... λικάκα!
Από σεμνοτυφίαν απομακρυνόμεθα προς τον καβαλλιέρο της, νάνο Κανάρ. Αυτός μιλάει καλύτερα την γλώσσα του Μολιέρου:
— Ισί... φε φρουά... Ίχ... ίχ... Ατέν γκλας! (Εδώ κάνει κρύο... Αθήνα πάγος...)
Η γενική είσοδος ήταν μόνο πέντε δραχμές, όμως «για τις ιδιαιτέρες απολαύσεις, όπως είναι ο θίασος Νέγρων και οι μοτοσυκλετισταί, θα καταβάλλωνται ελάχιστα ως τίμημα εισιτηρίου. Μουσική, μπαρ και χορός θα συντελέσουν στην τόνωσι του κεφιού, που η νέα αυτή αθηναϊκή όασις, μέσα εις την ξεραΐλα της αθηναϊκής ζωής και κινήσεως, δοκιμάζει με τόσα πολλά και άξια υποστηρίξεως εφόδια να μας παρουσιάση».
Μία μαύρη Κόλασις
Μερικά χρόνια νωρίτερα, τον Μάρτιο του 1927, ο αμερικανικός «Θίασος των Μαύρων» είχε επισκεφτεί την Αθήνα για τέσσερις παραστάσεις στο θέατρο Κεντρικόν. Η εφημερίδα «Ελεύθερος Τύπος» έγραφε πως ο θίασος είχε «ύφος θερμόαιμον και με διάθεσιν τζαζ μπαντ» και τον περιέγραφε ως εξής:
«Ένα διαβολικόν περί μιας οιστρηλατημένης μαύρης ορδής, η οποία κατέκτησε την σκηνήν του “Κεντρικού”, και έπειτα κατέκτησε την πλατείαν... Αυτά τα πόδια των μαύρων δεν χωρατεύουν. Μία συστοιχία ηλεκτρικών στηλών, αι οποίαι εξεπεραυνώθησαν κατά των χαλαρωμένων νεύρων εκφυλισμένων Ευρωπαίων και τ’ ανεστάτωσαν. Μια προσωποποιημένη πολυόργανος τζαζ μπαντ. Τι πανδαιμόνιον! Τα κόκκαλα του Μπετόβεν, ευαίσθητα επί τη προσεγγίσει της πανηγυρισθησομένης εκατονταετηρίδος του, θα έτριξαν εις τον υγρόν τάφον των. Μία μαύρη Κόλασις, μέσα εις την οποίαν περιέρχονται δαιμονισμέναι ψυχαί αναθεματισμέναι μέχρι της τετάρτης γενεάς. Ο Παρθενών, κλασικόν θαύμα της ισορροπίας, επέρασε μίαν εφιαλτικήν νύκτα και εχόρευσε ένα εναγώνιον τσάρλεστον επάνω εις την Ακρόπολιν, η οποία εξέφυγε από την βάσιν της. Αυτά τα μαύρα παιδιά έσπειραν εις την εποχήν μας τον σπόρον της ανισορροπίας με την παραφωνίαν του εσωτερικού των κόσμου, ο οποίος είναι μία τζαζ μπαντ αδιαφθόρων ενστίκτων και ορμεμφύτων, και γι’ αυτό την κατέκτησαν.
Ο μαύρος κίνδυνος, ο μαύρος κίνδυνος! Η Ευρώπη εστέγνωσε επάνω εις τον κακόχυμον ρασιοναλισμόν της. Αυτοί οι ορμητικοί μαύροι αντιπροσωπεύουν μίαν ακούραστον νεότητα. Γι’ αυτό τους εμιμήθημεν και εχορεύσαμεν φόξ τροτ και εσεισοπυγήσαμεν εις το τσάρλεστον, και γι’ αυτό ανεχθήκαμεν την τζαζ μπαντ και τας κακοφωνίας της αντί να τρέξωμεν εις τον ωτολόγον ή την νευρολογικήν κλινικήν. Γι’ αυτό τους εχειροκροτήσαμεν….».
«Η τρέλα των Παρισινών με τους μαύρους έχει φθάσει στο απροχώρητον»
Η αντιμετώπιση των μαύρων ως κάποιου είδους εκκεντρικό θέαμα ή και έκθεμα φαίνεται πως είχε τη ρίζα της στη Γαλλία.
Σύμφωνα με όσα μετέφερε ο ανταποκριτής της «Ακροπόλεως» από το Παρίσι τον Νοέμβριο του 1933, «η τρέλα των Παρισινών με τους μαύρους έχει φθάσει στο απροχώρητον.... Τα νυκτερινά κέντρα κατήντησαν σωστή έκθεσις μαύρων καλλονών και των απαραίτητων νέγρων κομπάρσων των».
Η «μόδα των μαύρων», σύμφωνα με τον εκ Παρισίων ανταποκριτή, δεν ήταν νέα αλλά είχε κατακτήσει τους Παρισινούς ήδη από το 1924. «Όταν πλέον το θεατριζόμενον κοινόν εκουράσθη κι από τα θέλγητρα των Ρωσσίδων χορευτριών και τον βιεννέζικον αισθηματισμόν», ένας επιχειρηματίας έφερε από την Αμερική την πρώτη τζαζ μπάντα και μαζί μ’ αυτήν έφτασαν και οι μαύροι.
«Από τότε οι νέγροι επεκράτησαν παντού. Σήμερα είναι σπάνιον το φαινόμενον ιδιωτικού αυτοκινήτου χωρίς μαύρον σωφέρ. Από το παλκοσένικον, αι μαύραι, όπου ξετρελλαίνουν τους Παρισινούς με τους εξωφρενικούς χορούς των, εξεπήδησαν παντού. Το περιεργότερον δε απ’ όλα είναι η νέα μόδα, που λανσάρουν πολλά κορίτσια της αριστοκρατίας. Αντί της πατροπαραδότου “μαντάμ ντε κομπανί” (κυρία συνοδός), εμφανίζονται στα βουλεβάρτα και στα κοσμικά κέντρα με “μεσιέ ντε κομπανί”, μαύρους!».
Σύμφωνα με τον συντάκτη του ρεπορτάζ, οι μαύροι της Αμερικής και της Αιγύπτου εγκατέλειπαν την κελεμπία τους και πήγαιναν στο Παρίσι, όπου «κορδώννωνται, μέσα σ’ ένα ασφυκτικό σμόκιν». Τα κορίτσια της Τανγκανίκας, επίσης, που έβρισκαν στο Παρίσι την τύχη τους, δεν πήγαιναν πλέον σκλάβες στους φεουδάρχες των τόπων τους, αλλά μπάρκαραν με την πρώτη ευκαιρία για τη Γαλλία, επωφελούμενα «μιας ειδικής συμβάσεως, η οποία επιτρέπει την είσοδον εις το γαλλικόν έδαφος ξένων αρτιστών, υπό ωρισμένους όρους».
Αλλά η αθρόα αυτή μετανάστευση των μαύρων είχε και την κακή της όψη. Οι νεαρές μαύρες, που ήταν πολύ εύπιστες, έπεφταν συχνά θύματα των διαφόρων εκμεταλλευτών, οι οποίοι, υπό το πρόσχημα ότι θα τις εμφάνιζαν στο θέατρο και στα άλλα νυκτερινά κέντρα, τις οδηγούσαν κατευθείαν στους παρισινούς ναούς της Αφροδίτης, όπου και τις παρέδιδαν στα χέρια «ακολάστων εμπόρων της σαρκός».
Γνωστός αστυνομικός επιθεωρητής, από εκείνους που κάνουν τους νυχτερινούς αιφνιδιασμούς στις κακόφημες συνοικίες, εξομολογήθηκε στον ανταποκριτή της «Ακροπόλεως» ότι «στα περισσότερα σπίτια της ηδονής, οι διάφοροι θαμώνες ζητούν επιμόνως τας νεαράς μαύρας, για να περάσουν μαζί των τις ερωτικές ώρες των».
Ο ίδιος αφηγήθηκε τις λεπτομέρειες μιας εξωφρενικής καταγγελίας ενός Παριζιάνου γλεντζέ, ο οποίος «καταφυγών κατά παλαιάν συνήθειάν του εις ένα ύποπτο σπίτι και ζητήσας να γευθή τα θέλγητρα μιας μαύρης, ευρέθη μέσα στο νεκρικόν σκιόφως του αμαρτωλού δωματίου, εις τας αγκάλας μιας λευκής, η οποία παρίστανε, χάρις εις ένα τεχνικώτατον και ανεξάλειπτον δι’ ωρισμένην ώραν μακιγιάζ, την μαύρην! Ο περίεργος αυτός γλεντζές εθεώρησεν ως απάτην το κόλπο της προξενήτρας του έρωτος, δι’ αυτό και κατέφυγεν εις την αστυνομίαν».
Η εντύπωση που προκαλούσε η παρουσία των μαύρων στην παρισινή κοινωνία αποτυπώνεται με τον πιο εύγλωττο τρόπο στο παρακάτω συμπέρασμα του ανταποκριτή:
«Ενώ οι Αμερικανοί έχουν τους μαύρους εις ειδικήν συνοικίαν, το Χάρλεμ, εκεί όπου δεν βγαίνουν παρά με ειδικά τραμ, οι Παρίσιοι τους θεωρούν σήμερα ως απαραίτητον διακόσμησιν της κοσμικής ζωής των...».