Αν η Μαίρη Σέλεϊ επέλεξε τον Αρκτικό Κύκλο και τις επιστολές του καπετάνιου Ρόμπερτ Γουάλτον για να ξεκινήσει την εξιστόρηση του «Φρανκεστάιν» με την απεγνωσμένη φωνή ενός αλλόκοτου πλάσματος που αναζητά την ανθρωπιά, αντίστοιχα ο Τιάγκο Ροντρίγκες, ο λεγόμενος «παραμυθάς» του σύγχρονου θεάτρου, επιλέγει έναν άλλο πλανήτη για να υψώσει την κραυγή του ανθρώπου: με όπλα τα υλικά της αγάπης, που έχουν ξεχάσει οι σύγχρονες θεατρικές παραστάσεις, επαναφέρει με τον τρόπο των ρομαντικών όχι μόνο τη δύναμη των επιστολών αλλά και της εξομολόγησης.
Μεταφερμένο στο 2077, σε μια μελλοντική εποχή στην οποία οι άνθρωποι θα μπορούσαν να είναι απλώς μια λεπτομέρεια, το νέο θεατρικό έργο του καταξιωμένου Πορτογάλου σκηνοθέτη και καλλιτεχνικού διευθυντή του Φεστιβάλ της Αβινιόν (το συμβόλαιό του έχει ανανεωθεί μέχρι το 2030) εκτυλίσσεται σε ένα διαπλανητικό σκηνικό που η μια του πλευρά βρίσκεται στη Γη και η άλλη στον περίφημο Κόκκινο Πλανήτη, και αποκαλύπτεται στους θεατές μέσα από μια άκρως ευρηματική περιστρεφόμενη σκηνή.
«Θέλω να μιλήσω για το ότι η ανθρωπότητα έχει φτάσει σε ένα σημείο της Ιστορίας της όπου δεν μπορούμε πλέον να περιμένουμε πως οι μελλοντικές γενιές θα ζήσουν καλύτερα από τις προηγούμενες, μια φιλοδοξία που αποτελεί τη βάση των κοινωνικών και πολιτικών θεσμών εδώ και αιώνες».
Αυτή η τεράστια «Απόσταση» –από όπου και ο τίτλος, «La Distance»– των 225 εκατομμυρίων χιλιομέτρων που χωρίζει τους δυο πρωταγωνιστές, τον πατέρα, που ερμηνεύει με υποδειγματική απλότητα ο Adama Diop, και την κόρη, που υποδύεται η Alison Dechamps, είναι κατά βάση η αντιστροφή της συναισθηματικής εγγύτητας που χτίζεται δομικά μέσα από αυτόν τον διαρκή, ζωντανό διάλογο στο έργο. Και αυτό γιατί, όπως θα διαπιστώσουμε, μέσα από επιστολές που απευθύνει ο ένας ήρωας στον άλλο, τα δεδομένα είναι πολύ διαφορετικά από αυτά που ορίζει η εξωτερική πραγματικότητα. Στην επικοινωνία των δυο αυτών πλασμάτων χωράνε όσα δεν είχαν ειπωθεί ως τώρα, ολόκληρη η ιστορία του ανθρώπου, της ζωής και της λογοδοσίας απέναντι στη φύση και εν τέλει απέναντι στον εαυτό μας. Οι παράλληλες εξομολογήσεις τους υψώνονται σαν ένας καθρέφτης μέσα απ’ τον οποίο αντανακλά ο ένας την αλήθεια και την απόγνωση του άλλου, καθώς οι ανθρώπινες αρχές δεν θα πάψουν ποτέ να διαμορφώνονται από αυτήν τη διαρκή αλληλεπίδραση.
Ακριβώς γι’ αυτό η «Απόσταση» δεν είναι απλώς ένα έργο για τη φύση των ανθρώπινων σχέσεων, της συνύπαρξης, της εγγύτητας και της αγάπης αλλά εντάσσεται οργανικά στο σύνολο του έργου του Ροντρίγκες, που από το «Η Καταρίνα και η ομορφιά να σκοτώνεις φασίστες» μέχρι τον «Χορό των Εραστών» δεν έπαψε ποτέ να επιστρέφει στον χαμένο ανθρωπισμό. Συνέχισε να ενώνει το παρελθόν με το μέλλον σε ένα παρόν που κάνει όλους εμάς να προβληματιζόμαστε πάνω στην οντολογική ανθρώπινη συνθήκη. Τα χωροχρονικά όρια ακολουθούν, άλλωστε, τα κοινωνικά και πολιτισμικά, με τον αναμενόμενο, ανθρώπινο πάντα τρόπο. Ως εκ τούτου, το μεγάλο έργο και το ανάλογο στοίχημα που καλούμαστε να παίξουμε τα επόμενα πενήντα χρόνια, οπότε διαδραματίζεται η «Απόσταση», δεν είναι ούτε η κατάκτηση της τεχνολογίας ούτε η πιθανή μετάβασή μας σε έναν άλλο πλανήτη, όπως αποκαλύπτει η θεατρική δράση, αλλά η υπενθύμιση της μέριμνας και της αγάπης, δηλαδή της μοναδικής απόδειξης ότι είμαστε άνθρωποι.
Γι’ αυτό και η ποιητική του χώρου, για την οποία είχε μιλήσει με ακρίβεια ο Γκαστόν Μπασελάρ, αποκτά εδώ άλλη διάσταση και συναισθηματική αξία μέσω μιας μεταμορφωτικής διαδικασίας που μεταλλάσσεται σε ταυτοτική συνθήκη και μέτρο αναζήτησης του εαυτού: σάμπως αυτή η «Απόσταση» να δείχνει πόσο κοντά τελικά βρίσκεται η φωνή του πατέρα με εκείνη της κόρης, πόσο κοινή είναι η απόγνωσή τους, όπως και η αγάπη τους. Αυτό επαναλαμβάνει στα έργα του ο Ροντρίγκες με κάθε τρόπο, είτε πρόκειται για ένα κοινωνικό σύνολο, είτε για ένα ζευγάρι. Σαν να σπεύδει να αγκαλιάσει τα τραύματα και να περιβάλει με τρυφερότητα τους ηττημένους της Ιστορίας: προτιμώντας από τον πολυμήχανο Οδυσσέα τη σκλάβα Εκάβη, προσφέρει τη δική του προσέγγιση της αδικημένης ηρωίδας του Ευριπίδη. Το θέατρό του είναι πρωτίστως ανθρώπινο και πολιτικό με τη λογική του Μπρεχτ, που είναι εγγενής σε αυτό.
«Με ενδιαφέρει να διερευνήσω την απόσταση που μπορεί να αναπτυχθεί ανάμεσα σε έναν πατέρα και μια κόρη τόσο ως συγκεκριμένο θέμα όσο και ως μια μεταφορά της σύγκρουσης γενεών, η οποία, στο πλαίσιο της σημερινής κλιματικής κρίσης, μπορεί μερικές φορές να μεταφραστεί σε υπαρξιακή σύγκρουση», γράφει ο ίδιος ο Ροντρίγκες στο σκηνοθετικό του σημείωμα. «Θέλω να μιλήσω για το ότι η ανθρωπότητα έχει φτάσει σε ένα σημείο της Ιστορίας της όπου δεν μπορούμε πλέον να περιμένουμε πως οι μελλοντικές γενιές θα ζήσουν καλύτερα από τις προηγούμενες, μια φιλοδοξία που αποτελεί τη βάση των κοινωνικών και πολιτικών θεσμών εδώ και αιώνες. Νιώθω την ανάγκη να αναρωτηθώ πόσο μεγάλο θα είναι το χάσμα μεταξύ των γενεών σε ένα μέλλον που είναι δυστοπικό αλλά ολοένα πιο ρεαλιστικό, σε μια εποχή με διαμάχες για τους φυσικούς πόρους και περιβαλλοντική καταστροφή. Θέλω να καταλάβω αν οι νέοι του σήμερα και του μέλλοντος θα βλέπουν τον κόσμο (ή τους κόσμους) τόσο διαφορετικά από εμάς και τους προγόνους μας, ώστε να δυσκολεύονται να μας κατανοήσουν».
Εξού και ότι τα ζητήματα που θίγονται στην «Απόσταση» δεν έχουν ως αφετηρία ένα δυστοπικό περιβάλλον, όπου κάθε δυνατότητα ελπίδας φυλλορροεί μπροστά στα ερείπια της ανθρώπινης αξιοσύνης, αλλά προσεγγίζουν το μέλλον της ανθρωπότητας ως ένα ανοιχτό κείμενο, που μένει να συμπληρωθεί από τους ανθρώπους. Η ολοφάνερη απήχηση του έργου αντιπροσωπεύει την αρχή ενός ακόμα κύκλου ενθουσιασμού και απογοήτευσης που αντιστοιχεί στα εκάστοτε βιώματα και μάλιστα μέσα από μια μοναδική εικονοποιία που μπορεί να προσφέρει μόνο η μαγική σύμβαση του θεάτρου: «Με ενδιαφέρει επίσης να προβάλω μια αφήγηση σε ένα σχετικά μακρινό μέλλον, πενήντα χρόνια από τώρα, σε μια προσπάθεια να διερευνήσω ποια πορεία θα πρέπει να ακολουθήσει η ανθρωπότητα αν είναι να αποικίσουμε τον πλανήτη Άρη. Πώς θα επιλεγούν οι άποικοι; Πώς θα είναι η ζωή στον Άρη και στη Γη; Τι σημαίνει να ανήκεις σε ένα είδος που ζει σε δύο πλανήτες; Πώς θα αλλάξουν οι οικογενειακές, κοινωνικές και ιδιωτικές συμπεριφορές από αυτό το διαστημικό πρόγραμμα διασποράς;» αναρωτιέται ο Ροντρίγκες, ταυτόχρονα από τη θέση του παρατηρητή και του δημιουργού, πιστεύοντας ότι «θα ήταν γόνιμο να δημιουργήσουμε μια παράσταση που θα θίγει την απόσταση ανάμεσα σε έναν πατέρα και μια κόρη· μια οικεία, μικροσκοπική αλληγορία για θέματα κολοσσιαίας οικουμενικής επιτακτικότητας».
Αφήνοντας, επομένως, τους δυο πρωταγωνιστές να διεξέρχονται μια ατελείωτη σειρά αναθεωρήσεων γι’ αυτό που πίστευαν και που ένιωθαν, γι’ αυτό που εξακολουθούν να βιώνουν στις διαφορετικές πλανητικές συνθήκες, ο σκηνοθέτης επισύρει την προσοχή στη ρευστότητα που είναι κοινή σε όλα τα ανθρώπινα σχέδια. Σε μια διαρκή διερώτηση γι’ αυτό που μένει από τη μνήμη που χάνεται, η απάντηση είναι πάντα η ίδια: η αγάπη. Σε αυτή την ατόφια σύνδεση, που θα θυμίσει τη δύναμη της ανθρώπινης αλληγορίας, αυτό που τελικά κρατάει κανείς είναι η θεατρική εμπειρία της μοναδικής συνάντησης που συμβαίνει στο ενδιάμεσο, ανάμεσα στους δυο πρωταγωνιστές επί σκηνής, αλλά και κάτω από αυτή, στην καρδιά των θεατών.
Βγαίνοντας από το θέατρο στην Αβινιόν, όπου η «Απόσταση» έκανε παγκόσμια πρεμιέρα στo πλαίσιo του φεστιβάλ το καλοκαίρι του 2025, είδαμε δακρυσμένους τους θεατές, ανθρώπους διαφόρων εθνικοτήτων και καταβολών, κι αυτό είναι η ζωντανή απόδειξη ότι το θέατρο μπορεί να κατακτά πάντα το μοναδικό, απαράμιλλο βίωμα της συνύπαρξης και της κοινής αγωνίας. Όσο ενοχοποιημένη, επομένως, κι αν είναι η συγκίνηση, είναι τελικά αυτή που θα φέρει κοντά τους ανθρώπους, ειδικά σε εποχές που η έννοια του ανθρωπισμού μοιάζει παράδοξη αλλά είναι πιο αναγκαία από ποτέ.