Ο ΜΑΪΚΛ ΤΖΑΚΣΟΝ ήταν από εκείνες τις σπάνιες περιπτώσεις ερμηνευτή/καλλιτέχνη/σούπερ σταρ για τις οποίες η κριτική και το κοινό βρίσκονταν κάποτε σε απόλυτη αρμονία. Η μουσική ιδιοφυία και το τεράστιο αποτύπωμα του Βασιλιά της Ποπ στη σύγχρονη κουλτούρα ήταν (και εξακολουθεί να είναι) πέρα από κάθε αμφισβήτηση. Γι’ αυτό και μοιάζει κάπως παράδοξο το γεγονός ότι η βιογραφική ταινία («Michael») για την διαδρομή του με πρωταγωνιστή τον ανιψιό του (γιο του Τζερμαίν Τζάκσον) έχει δεχτεί τόσο κακές κριτικές την ώρα που σπάει τα ταμεία παγκοσμίως.
Στην πραγματικότητα βέβαια δεν είναι ούτε παράδοξη, ούτε καινούρια αυτή η διάσταση που έχει φυσικά σε μεγάλο βαθμό να κάνει με τις κατηγορίες για παιδοφιλία και κακοποίηση που «κηλίδωσαν» ανεξίτηλα την λαμπρή μουσική κληρονομιά του.
Ακόμα όμως κι αν υπήρχαν τέτοια στοιχεία στην ταινία, έχει κανείς την αίσθηση η στήριξη του κοινού θα ήταν εξίσου ισχυρή και οικουμενική.
Πολλές από τις κακές κριτικές δεν έχουν να κάνουν τόσο την αξία της ταινίας αυτής καθαυτής, αλλά με το γεγονός ότι πρόκειται για μια λουστραρισμένη αγιογραφία που δεν κάνει καμιά νύξη όχι μόνο για τις κατηγορίες (η ταινία άλλωστε σταματάει χρονικά στο 1988, πριν από την αγρίως εκκεντρική και ακραία αμφιλεγόμενη, τρίτη και τελευταία πράξη της ζωής του), αλλά και για οποιαδήποτε σκιά θα μπορούσε να σκοτεινιάσει την δημόσια εικόνα του.
Ακόμα όμως κι αν υπήρχαν τέτοια στοιχεία στην ταινία, έχει κανείς την αίσθηση η στήριξη του κοινού θα ήταν εξίσου ισχυρή και οικουμενική. Πριν από λίγες μέρες, συγχρόνως με την βασιλεία της ταινίας στις αίθουσες του πλανήτη, ήρθαν στη δημοσιότητα νέες σοβαρές κατηγορίες σεξουαλική κακοποίηση και συστηματικής χειραγώγησης εις βάρος του Μάικλ Τζάκσον, και μοιάζει σα να μην έδωσε σημασία κανείς.
Σε μια συνέντευξή που είχε δώσει στο Hollywood Reporter, ο Νταν Ριντ, ο σκηνοθέτης του περιβόητου ντοκιμαντέρ «Leaving Neverland» το οποίο έχει εξαφανιστεί εδώ και χρόνια από την πλατφόρμα του ΗΒΟ, έλεγε ότι η αυξανόμενη δημοτικότητα του Τζάκσον ακόμα και μετά την κυκλοφορία του ντοκιμαντέρ αποδεικνύει ότι «τον κόσμο δεν τον νοιάζει κυριολεκτικά καθόλου το ότι ήταν παιδόφιλος». Και συνέχισε λέγοντας: «Νομίζω ότι πολλοί άνθρωποι απλά αγαπούν τη μουσική του και κάνουν τα στραβά μάτια. Μόνο ίσως αν βρίσκονταν πραγματικά βίντεο που να δείχνουν τον Μάικλ Τζάκσον να έχει σεξουαλική επαφή με ένα 7χρονο παιδί, μπορεί να άλλαζε γνώμη αυτός ο κόσμος».
Δεν έχει άδικο. Αλλά ούτε και το κοινό (οι μεγαλύτερης ηλικίας έστω, εκείνοι που τον έζησαν στην λαμπρή ακμή του) έχει άδικο για την επιλογή του να κρατήσει τις εφηβικές και νεανικές αναμνήσεις του ζωηρές και «αμόλυντες». Να μείνει, για λίγο, έστω, στα χρόνια που αφηγείται η ταινία, πριν το όνομα του Μάικλ Τζάκσον γίνει ανέκδοτο και συνώνυμο με πάσης φύσεως αλλόκοτες και σκοτεινές παθολογίες. Τέτοια πρόσωπα δεν «ακυρώνονται» εύκολα, παρά μόνο σε ένα αφηρημένο, εξωθεσμικό, ηθικό επίπεδο. Για πολύ κόσμο (τον πιο πολύ ίσως), ο Μάικλ Τζάκσον όχι μόνο δεν μπορεί να είναι ένοχος, δεν θεωρείται καν «αμφιλεγόμενος». Είναι εκ φύσεως και εξ ορισμού αθώος και επίσης, εδώ και σχεδόν δυο δεκαετίες, είναι πλέον αθάνατος.