ΕΧΩ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙ κατά καιρούς διάφορους φίλους και φίλες, γνωστούς και γνωστές, να ενοχλούνται ή να φτάνουν μέχρι και σε απόγνωση με τη μουσική που ακούνε (ή που δεν ακούνε) τα παιδιά τους, ακόμα και σε ηλικία που αυτά έχουν πλέον τραβήξει τον δρόμο τους. Το μεγάλο δράμα όμως – η μεγάλη σύγκρουση – είναι στην εφηβεία, όταν οι γονείς τους (οι φίλοι μου) επιχειρούν, με καλοπροαίρετες αλλά σπασμωδικές κινήσεις συνήθως, να επηρεάσουν τα γούστα τους και να τα κατευθύνουν στον «σωστό» δρόμο, όποιος κι αν θεωρούν ότι είναι αυτός.
Νομίζω ότι το θέμα δεν είναι ότι ακούν «άλλη» μουσική τα παιδιά σήμερα, αλλά ότι ακούν τη μουσική αλλιώς. Και παντού. Και το «κόλλημα» είναι διαφορετικό, η σύνδεση είναι άλλου τύπου απ’ ό,τι παλιά, και ειδικά πριν από το ίντερνετ.
Και αντίθετα ίσως από την δική μας εποχή που κατά κανόνα οι γονείς δεν ανακατεύονταν σ’ αυτά τα πράγματα και που το χάσμα γενεών ήταν κάτι το αυτονόητο (ή και καθησυχαστικό ακόμα), συνήθως εκείνοι οι γονείς που φρικάρουν περισσότερο με τις, αδιανόητες στο μυαλό τους, μουσικές προτιμήσεις και εμμονές των παιδιών τους είναι όσοι και όσες εξακολουθούν σε μεγάλο βαθμό να αυτοπροσδιορίζονται από την «ταυτότητα», τις «αρχές» και τις «αξίες» που ανέπτυξαν μέσω της μουσικής στην δική τους εφηβεία.
Και τους είναι αδύνατον (ή εν πάση περιπτώσει εξαιρετικά επώδυνο) να αποδεχτούν ότι το ίδιο τους το παιδί μπορεί να ακούει μουσικές που το ύφος, η αφήγηση και ο ήχος τους μοιάζουν να προσβάλλουν ευθέως τις δικές τους ευαισθησίες. Όπως «τραπ» ας πούμε, ή ελληνικά σουξέ πίστας ή κάποιο από τα μυριάδες «αλλόκοτα» υβρίδια και υπο-είδη που κυκλοφορούν και ακούγονται εκεί έξω.
Νομίζω ότι το θέμα δεν είναι ότι ακούν «άλλη» μουσική τα παιδιά σήμερα, αλλά ότι ακούν τη μουσική αλλιώς. Και παντού. Και το «κόλλημα» είναι διαφορετικό, η σύνδεση είναι άλλου τύπου απ’ ό,τι παλιά, και ειδικά πριν από το ίντερνετ. Συνεπώς είναι μάλλον μάταιο να περιμένει (ή ακόμα χειρότερα, να απαιτεί) κανείς από το βλαστάρι του να έχει τα ίδια ακριβώς γούστα και την ίδια σχέση με την μουσική που είχε εκείνος (οι άνδρες είναι λίγο πιο ευαίσθητοι σ’ αυτό το θέμα) στα νιάτα του.
Από την άλλη, κατανοώ τον πόνο τους. Κατανοώ ακόμα και τις ολίγον δόλιες απόπειρές τους να επηρεάσουν, μέσω απανωτών ακροάσεων, την μουσική κατεύθυνση των παιδιών τους σε τρυφερή ηλικία, πριν αυτά εξαφανιστούν για πάντα στο δωμάτιό τους και πριν φτάσουν στην εφηβεία όπου η γνώμη ενός τυχαίου συνομηλίκου έχει πολύ μεγαλύτερο βάρος από εκείνη ακόμα και του πιο στοργικού, «εναλλακτικού» και «cool» γονιού.