Το φωτογραφικό πρότζεκτ «Father and Son» του Βάλερι Ποστάροβ ξεκινά από μια απλή σκέψη: τη στιγμή που ένα παιδί παύει να χρειάζεται το χέρι του πατέρα του. Από αυτήν τη βαθιά προσωπική αφετηρία, η ιδέα εξελίχθηκε γρήγορα σε ένα εκτεταμένο, διεθνές έργο που διερευνά τη σχέση πατέρα και γιου ως κάτι οικείο και ταυτόχρονα πολιτισμικά διαμορφωμένο. Στον πυρήνα του πρότζεκτ βρίσκεται μια λιτή αλλά φορτισμένη χειρονομία: το κράτημα του χεριού. Σε έναν κόσμο που απομακρύνεται όλο και περισσότερο και αποστασιοποιείται από την εκδήλωση του συναισθήματος, αυτή η πράξη λειτουργεί ως μια πράξη επανασύνδεσης, με πατέρες και γιους να αγγίζονται για πρώτη φορά έπειτα από χρόνια ή και δεκαετίες. Η στιγμή είναι συχνά αμήχανη, γεμάτη δισταγμό ή αντίσταση, αλλά ακριβώς εκεί αποκαλύπτεται μια βαθιά, συχνά ανείπωτη αγάπη.
«Ως πατέρας δύο αγοριών που μεγαλώνουν, έχω συνειδητοποιήσει πόσο γρήγορα θα έρθει η μέρα που δεν θα με χρειάζονται πια για να τους κρατάω το χέρι στον δρόμο για το σχολείο», γράφει στην εισαγωγή ο Βάλερι Ποστάροβ. «Εμπνευσμένος από αυτήν τη σκέψη, αρχικά ξεκίνησα να φωτογραφίζω τον 95χρονο παππού μου και τον πατέρα μου να κρατιούνται από το χέρι. Το πρότζεκτ σύντομα εξελίχθηκε σε κάτι πολύ μεγαλύτερο απ’ όσο είχα φανταστεί.
Πέρα από αυτή την κοινή ευαλωτότητα, το κράτημα του χεριού φέρει για μένα και μια ακόμη σημασία: γίνεται μια γέφυρα ανάμεσα στις γενιές, ένας τρόπος να δοθεί ορατή μορφή σε κάτι που ήδη υπάρχει – τη συνέχεια της ανθρωπότητας.
Σε έναν κόσμο που ήδη απομακρύνεται, το κράτημα του χεριού γίνεται ένας τρόπος να έρθουμε ξανά κοντά. Κατά τη διάρκεια της πόζας, πατέρες και γιοι κρατιούνται από το χέρι για πρώτη φορά έπειτα από χρόνια, μερικές φορές έπειτα από δεκαετίες. Είναι μια δυνατή στιγμή, συχνά γεμάτη δισταγμό ή αντίσταση, που αποκαλύπτει την πολιτισμική μας κληρονομιά, ενώ ταυτόχρονα μιλά για την καθολική ανάγκη για σύνδεση, συνέχεια και ευαλωτότητα.
Απλωμένο σε διαφορετικές κουλτούρες και φτάνοντας σε γωνιές 15 χωρών –Αλβανία, Αρμενία, Βουλγαρία, Γαλλία, Γεωργία, Ελλάδα, Ιταλία, Μάλτα, Μαυροβούνιο, Βόρεια Μακεδονία, Σαν Μαρίνο, Σερβία, Σλοβακία, Ελβετία και Τουρκία– το «Father and Son» αναδεικνύει τη μοναδικότητα της ταυτότητας, όπως αυτή διαμορφώνεται από την οικογένεια, τη θρησκεία, τα έθιμα και τους έμφυλους ρόλους. Αυτές οι αλληλεπιδράσεις αναδεικνύουν τις ατομικές ταυτότητες, οι οποίες αναδύονται μέσα από κοινές οικογενειακές αφηγήσεις, δείχνοντας πόσο βαθιά προσωπικές –και ταυτόχρονα πολιτισμικά κληρονομημένες– μπορεί να είναι οι διαδρομές της ζωής μας. Αφήνοντας τις ιστορίες πίσω από αυτά τα πορτρέτα ανοιχτές σε ερμηνεία, καλώ τους θεατές να προσθέσουν τα δικά τους επίπεδα νοήματος, να γίνουν συνδιαμορφωτές μιας εξελισσόμενης ιστορίας της ανθρωπότητας».
— Το πρότζεκτ ξεκίνησε από μια πολύ προσωπική συνειδητοποίηση που κάνατε ως πατέρας. Πότε νιώσατε ότι αυτή η ιδέα θα μπορούσε να βρει απήχηση πέρα από τη δική σας οικογένεια;
Δεν είχα ποτέ την πρόθεση αυτό το πρότζεκτ να γίνει ένα προσωπικό ντοκιμαντέρ που να βασίζεται αποκλειστικά στη δική μου ιστορία. Ακόμη και καθώς επεκτεινόταν ώστε να περιλαμβάνει εκατοντάδες συμμετέχοντες σε περίπου δεκαπέντε χώρες μέχρι σήμερα, έγινε όλο και πιο σαφές για μένα ότι δεν αφορά την προσωπική ιστορία κάποιου μεμονωμένου ατόμου. Αφορά τη συλλογική ανθρώπινη ιστορία μας. Αυτή τη στιγμή βρίσκομαι στη Μάλτα, συνεχίζοντας εδώ το πρότζεκτ, και πρόσφατα είχα την ευκαιρία να έρθω σε επαφή με έργα τέχνης της Νεολιθικής εποχής, που δημιουργήθηκαν πριν από αρκετές χιλιάδες χρόνια. Αυτή η εμπειρία μού υπενθύμισε ότι, όσον αφορά τις βαθύτερες ανθρώπινες αξίες μας, δεν έχουμε αλλάξει και τόσο πολύ. Όλες οι διαφορές που μοιάζουν να μας χωρίζουν γίνονται σχεδόν αμελητέες, αν έχουμε το θάρρος να κοιτάξουμε πέρα από τη δική μας ιστορία.
— Τι σας έκανε να περάσετε από τη φωτογράφιση του παππού και του πατέρα σας στη δημιουργία ενός διεθνούς έργου;
Ακολουθώντας αυτήν τη συνειδητοποίηση, έπρεπε να εξετάσω ευρύτερα πολιτισμικά μοτίβα και να ξεπεράσω το καθαρά οικογενειακό πλαίσιο της δουλειάς. Ήθελα να πάω πέρα από τη συγκεκριμένη σχέση πατέρα-γιου και να χρησιμοποιήσω αυτό το θέμα για να διερευνήσω το πώς διαμορφώνεται και μεταβιβάζεται η πολιτισμική κληρονομιά. Το πρότζεκτ μετατράπηκε σταδιακά σε μια μελέτη οπτικής ανθρωπολογίας, παρατηρώντας διαφορετικές κοινότητες και επιτρέποντας στο κοινό να διερευνήσει όχι μόνο τις ομοιότητες και τις διαφορές ανάμεσα σε πατέρα και γιο, αλλά και εκείνες ανάμεσα στις ίδιες τις κουλτούρες. Με τον ίδιο τρόπο που μπορεί να είναι δύσκολο για έναν πατέρα και έναν γιο να κρατηθούν από το χέρι, είναι μερικές φορές ακόμη πιο δύσκολο για την ανθρωπότητα να βρει κοινό έδαφος και να αποδεχτεί τις διαφορές, ενώ εξακολουθεί να κρατιέται «χέρι-χέρι».
— Τελικά φωτογραφίσατε τη δική σας οικογένεια; Αν ναι, πώς διέφερε αυτή η εμπειρία από τις υπόλοιπες;
Πήρα κάποιες φωτογραφίες, φυσικά, με τα παιδιά μου και με τον πατέρα μου, αλλά αυτές είναι για τη δική μου μνήμη, γιατί δεν μπορώ να βρίσκομαι ταυτόχρονα μπροστά και πίσω από την κάμερα. Παρ’ όλα αυτά, είμαι ιδιαίτερα προσεκτικός όταν πρόκειται για τη σύνθεση και για την ακριβή στιγμή της λήψης. Με αυτή την έννοια, δεν διαφέρει και τόσο από το παλιό ερώτημα για το αν πρέπει κανείς να ζει τη ζωή ή να τη διατηρεί.
— Γιατί επιλέξατε το κράτημα του χεριού ως κεντρική χειρονομία; Τι συμβολίζει για εσάς;
Παραμένει μια καθολική χειρονομία και, ταυτόχρονα, κάτι που σπάνια κάνουμε –ή τουλάχιστον όχι τόσο συχνά όταν μεγαλώσουμε. Ως ενήλικες τείνουμε να αρνούμαστε ότι εξακολουθούμε να χρειαζόμαστε στήριξη. Κι όμως, τη χρειαζόμαστε, όπως τη χρειάζονται και οι άνθρωποι γύρω μας. Πέρα από αυτή την κοινή ευαλωτότητα, το κράτημα του χεριού φέρει για μένα και μια ακόμη σημασία: γίνεται μια γέφυρα ανάμεσα στις γενιές, ένας τρόπος να δοθεί ορατή μορφή σε κάτι που ήδη υπάρχει – τη συνέχεια της ανθρωπότητας.
— Παρατηρήσατε διαφορές στον τρόπο με τον οποίο άνδρες από διαφορετικές χώρες αντέδρασαν σε αυτή την πράξη;
Ναι, υπάρχουν διαφορές και σχηματίζουν ένα πολύ σύνθετο μοτίβο που διαμορφώνεται από την κοινωνική συμπεριφορά, τις πολιτισμικές προσδοκίες, τα ταμπού και τον βαθμό οικειότητας μεταξύ των ανδρών και μεταξύ των γενεών. Σε κάποιες χώρες η χειρονομία εκλαμβάνεται ως κάτι φυσικό, ενώ σε άλλες φαίνεται πιο εύθραυστη. Δεν θέλω να κάνω γενικεύσεις, αλλά να καλέσω το κοινό να διερευνήσει αυτές τις λεπτές συνδέσεις.
— Υπήρξαν στιγμές δισταγμού ή αντίστασης; Πώς τις διαχειριστήκατε;
Σε αντίθεση με πολλούς φωτογράφους, πιστεύω ότι ο ρόλος μου δεν είναι να κάνω τους ανθρώπους να νιώθουν απόλυτα άνετα. Ο ρόλος μου είναι να τους αφήνω να είναι ο εαυτός τους, να παραμένουν αυθεντικοί και να βιώνουν ό,τι χρειάζεται να βιώσουν εκείνη τη στιγμή. Η ευθραυστότητα και η ευαλωτότητα δεν είναι κάτι που πρέπει να αποφεύγουμε. Αντίθετα, μπορούν να αποκαλύψουν κάτι βαθιά ανθρώπινο και μερικές φορές είναι πολύ πιο συγκινητικό και θερμό να περνά κανείς αυτή την εμπειρία ολοκληρωμένα.
— Πιστεύετε ότι η σχέση πατέρα-γιου παραμένει σε μεγάλο βαθμό «ανείπωτη» σε πολλές κουλτούρες;
Νομίζω ότι μπορούμε να το κατανοήσουμε αυτό μέσα από την ίδια την τέχνη και από το πόσο σπάνιες παραμένουν τέτοιες ερμηνείες της σχέσης πατέρα-γιου σε διαφορετικές μορφές τέχνης. Έχουμε υπέροχες αναπαραστάσεις της μητρότητας⸱ δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι αποτελεί ένα από τα αρχαιότερα και πιο διαχρονικά θέματα στην τέχνη. Ο ρόλος του πατέρα, αντιθέτως, συχνά παραμένει ασαφής. Υπάρχουν επίσης αξιοσημείωτα παραδείγματα αυτής της σχέσης στον κινηματογράφο, όμως σε πολλά από αυτά η ένταση παραμένει κεντρική, όπως και το ανείπωτο. Γι’ αυτό πιστεύω ότι η φωτογραφία είναι ένα τόσο λεπτό και ταιριαστό μέσο για αυτό το θέμα. Στον πυρήνα της, είναι ένα όχημα μη λεκτικής επικοινωνίας.
— Πώς ισορροπείτε ανάμεσα στην αποτύπωση μιας αυθεντικής στιγμής και στη δημιουργία μιας δυνατής εικόνας;
Υπάρχουν διάφορες προσεγγίσεις. Μία από αυτές είναι ότι προσπαθώ να χτίσω τη σύνθεση προτού τραβήξω τη φωτογραφία, προτού καν ζητήσω από τον πατέρα και τον γιο να μπουν στο κάδρο, ώστε να γνωρίζω ήδη εκ των προτέρων πώς πρέπει να λειτουργήσει το πλάνο. Έπειτα περιμένω. Δεν πατάω απλώς το κουμπί και λέω ότι τελείωσε. Τους αφήνω να παραμείνουν για λίγο μέσα στη στιγμή. Μερικές φορές οι άνθρωποι αναρωτιούνται ακόμη κι αν τραβάω βίντεο. Δεν τραβάω. Απλώς περιμένω να αποκαλυφθεί η σωστή στιγμή. Προσπαθώ επίσης να φωτογραφίζω τους συμμετέχοντες σε τοποθεσίες που συνδέονται πραγματικά με τη ζωή τους, μέρη όπου παραμένουν ριζωμένοι στις καθημερινές τους δραστηριότητες, χωρίς να σκηνοθετώ υπερβολικά τη σκηνή. Αυτό βοηθά να διατηρηθεί η ντοκιμαντερίστικη ποιότητα του έργου, κάτι που είναι ουσιώδες για την αλήθεια του.
— Βλέπετε τη φωτογραφία ως εργαλείο συμφιλίωσης ή επανασύνδεσης;
Δεν μπορώ να ισχυριστώ ότι το έργο αποτελεί μια μορφή οικογενειακής θεραπείας, αλλά έχω ήδη λάβει πολλές ανταποκρίσεις όχι μόνο από συμμετέχοντες στο πρότζεκτ, κάποιοι από τους οποίους αργότερα αποκατέστησαν τη σχέση τους με τον πατέρα ή τον γιο τους, αλλά και από θεατές που αναγνώρισαν τη δική τους ιστορία μέσα σε αυτές τις εικόνες. Όπως είπα, όλοι το έχουμε ανάγκη αυτό. Όλοι χρειαζόμαστε, κάποιες φορές, να επιτρέψουμε στον εαυτό μας να είναι ευάλωτος και να βρει το χέρι κάποιου άλλου.
— Πιστεύετε ότι το πρότζεκτ «μιλά» διαφορετικά σε ανδρικό και γυναικείο κοινό;
Το ενδιαφέρον είναι ότι, αρκετά συχνά, είναι οι γυναίκες της οικογένειας που επικοινωνούν μαζί μου για να διευκολύνουν αυτά τα πορτρέτα των συζύγων ή των γιων τους. Οι γυναίκες λειτουργούν συχνά ως μεσολαβήτριες και είναι εκείνες που βοηθούν να καταστούν δυνατές τέτοιες στιγμές, φέρνοντας μεγαλύτερη συναισθηματική ανοιχτότητα στην κατάσταση. Πιστεύω επίσης ότι οι γυναίκες χαίρονται να συναντούν αυτές τις εικόνες ανδρών που έχουν το θάρρος να αποκαλυφθούν, γιατί αυτού του είδους η συναισθηματική ανοιχτότητα δεν προορίζεται να υπάρχει μόνο σε σχέση με τα παιδιά μας, αλλά σε όλες τις στενές σχέσεις της ζωής μας.
— Πώς σας έχει αλλάξει προσωπικά αυτό το πρότζεκτ ως πατέρα;
Θα έλεγα ότι δεν έχει αλλάξει τόσο τη δική μου προσωπική σχέση ως πατέρα συγκεκριμένα, όσο την κατανόησή μου για τον κόσμο και για το τι μπορούμε να αφήσουμε σε αυτούς που έρχονται έπειτα από εμάς, όχι σε όρους υλικής κληρονομιάς, αλλά σε όρους πολιτισμικής κληρονομιάς. Ζούμε σε έναν κόσμο που αλλάζει γρήγορα και καμία γενιά δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι κατέχει την πληρότητα όταν πρόκειται για ηθικές αξίες. Πιστεύω ότι χρειάζεται να υιοθετήσουμε μια στάση ζωής που να μας επιτρέπει τόσο να μεταδίδουμε όσα μάθαμε από τους προγόνους μας όσο και να παραμένουμε ανοιχτοί στο να μαθαίνουμε από τις γενιές που μας ακολουθούν.
— Υπάρχει επόμενο κεφάλαιο για το «Father and Son»;
Ναι, απολύτως. Αυτή τη στιγμή βρίσκομαι στη Μάλτα, επεκτείνοντας το πρότζεκτ εδώ, με εκθέσεις που θα ακολουθήσουν αργότερα μέσα στη χρονιά. Σε δύο μήνες θα φύγω για τη Βραζιλία για να συνεχίσω την έρευνα εκεί, όπου θα συμμετάσχω επίσης στο MenCare Changemaker Summit που θα γίνει στο Ρίo το 2026.
Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΟΥΤΙΣ, που πρόσφατα δημιουργήθηκαν. «Η δουλειά του Βάλερι Ποστάροβ είναι το δεύτερο βιβλίο των εκδόσεων, το οποίο υλοποιήθηκε σε συμπαραγωγή με τον φωτογράφο και τυπώθηκε στη Βουλγαρία τον Φεβρουάριο», λέει ο Γιάννης Μαρκάκης, εκδότης. «Το συγκεκριμένο πρότζεκτ μάς είχε τραβήξει το ενδιαφέρον από νωρίς, καθώς πρόκειται για ένα τυπολογικό έργο με αναφορές σε καλλιτέχνες όπως οι Bernd και Hilla Becher, ο August Sander, η Taryn Simon και ο Allan McCollum, Donovan Wylie κ.ά. Κεντρικό στοιχείο είναι η χειρονομία: πατέρας και γιος κρατιούνται χέρι με χέρι. Παράλληλα, η φωτογράφιση προσφέρει πληροφορίες που ανοίγουν μια κοινωνική και ανθρωπολογική ανάγνωση, από τον χώρο και το επάγγελμα μέχρι τις ομοιότητες και τις διαφορές των προσώπων. Το πιο ισχυρό, για εμάς, στοιχείο του έργου είναι ότι, μέσα από τη σχέση πατέρα-γιου, αναδεικνύεται μια κοινή ανθρώπινη εμπειρία που υπερβαίνει καταγωγή, τόπο και συνθήκες ζωής. Έτσι, όλο το βιβλίο μπορεί να ιδωθεί ως μια ενιαία αφήγηση που αναδιατυπώνεται σε διαφορετικές εκδοχές.
Μια πορεία δέκα ετών στον χώρο των εκδόσεων και της τέχνης οδήγησε στη δημιουργία των εκδόσεων ΟΥΤΙΣ τον Φεβρουάριο του 2025, με έμφαση στις εικαστικές τέχνες και τη σύγχρονη φωτογραφία. Το ανεξάρτητο εκδοτικό εγχείρημα αντιμετωπίζει το καλλιτεχνικό βιβλίο ως αυτόνομο έργο και ως αυτόνομη καλλιτεχνική και σχεδιαστική πρόταση, δίνοντας προτεραιότητα στους καλλιτέχνες και το όραμά τους. Το όνομα «Οὖτις» (ο ομηρικός «Κανένας») δηλώνει την άρνηση μιας σταθερής ταυτότητας. Κάθε βιβλίο σχεδιάζεται με βάση το ίδιο το περιεχόμενο και την καλλιτεχνική ιδέα, με στόχο να προκύπτουν έργα που διατηρούν τη δική τους καλλιτεχνική γλώσσα».
Το βιβλίο αποτελεί τον δεύτερο τόμο που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΟΥΤΙΣ. Ο πρώτος αφορά τη μονογραφία του ζωγράφου και χαράκτη Μπάμπη Ρετζεπόπουλου (Απρίλιος 2025) και ο τρίτος την ειδική έκδοση του φωτογράφου Νίκου Μάρκου για το έργο «Γκάζι 1982-1994» (Απρίλιος 2026).
Για πληροφορίες απευθυνθείτε στο [email protected]