Πριν από έναν χρόνο περίπου, η Τζώρτζια Παπαγεωργίου πήρε την απόφαση, έπειτα από δέκα χρόνια περιπλάνησης για σπουδές και δουλειά στο εξωτερικό, να επιστρέψει στα Τρίκαλα, σε μια πόλη που, σύμφωνα με την ίδια, είναι η απόδειξη ότι μπορείς να ζεις στην Ελλάδα και να νιώθεις ότι βρίσκεσαι στην Ευρώπη αλλά με την ψυχή της επαρχίας.
Ακολουθεί η ιστορία της με τα δικά της λόγια:
«Αν κοιτάξω πίσω, η πορεία μου δεν ήταν ποτέ μια ευθεία γραμμή. Ήταν περισσότερο μια σειρά από προσωπικά στοιχήματα. Παρόλο που η καταγωγή μου είναι από τα όμορφα Μετέωρα –συγκεκριμένα από το Καστράκι Τρικάλων–,η ζωή μου ως κόρης στρατιωτικού ήταν μια διαρκής κίνηση. Γεννήθηκα στην Κοζάνη και εξαιτίας των μεταθέσεων του πατέρα μου έζησα σε διάφορες πόλεις ανά την Ελλάδα.
Αυτή η “ζωή στις βαλίτσες” με έκανε φύσει αντιδραστική αλλά και απίστευτα προσαρμοστική. Κάπως έτσι βρέθηκα να σπουδάζω Κοινωνιολογία, περισσότερο από σύμπτωση παρά από στοχευμένη επιλογή. Και μπορεί να αγάπησα την επιστήμη, αλλά ένιωθα συνεχώς πως τα θέλω και οι φιλοδοξίες μου βρίσκουν ταβάνι. Υπήρχε μια ορμή μέσα μου που κανείς γύρω μου δεν φαινόταν να συμμερίζεται.
«Τα Τρίκαλα έχουν μια φυσική ομορφιά που σε ηρεμεί, αλλά και μια “έξυπνη” υποδομή που σε διευκολύνει. Είναι μια πόλη που σε σέβεται ως πολίτη».
Επειδή όμως δεν ήθελα να αφήσω το μέλλον μου στην τύχη για δεύτερη φορά, αποφάσισα να ορίσω τη ζωή μου. Δούλεψα πολύ με τον εαυτό μου και μετέτρεψα αυτή την εφηβική αντιδραστικότητα σε κάτι παραγωγικό: μεθοδικότητα και στοχοπροσήλωση. Το μεταπτυχιακό στο HR στην Αγγλία ήταν το μεγάλο μου άλμα. Ακόμα και όταν η ζωή αποφάσισε να μου βάλει τρικλοποδιά –κυριολεκτικά, αφού έσπασα την κνήμη μου και μπήκα στο χειρουργείο λίγο προτού φύγω για Αγγλία–, δεν το έβαλα κάτω. Έφτασα στην Αγγλία με τις πατερίτσες στο χέρι. Θυμάμαι στην πρώτη μου συνέντευξη για δουλειά εκεί με κοίταξαν με αμφιβολία και με ρώτησαν: “Πιστεύεις ότι θα τα καταφέρεις;”. Τους απάντησα χωρίς δεύτερη σκέψη: “Άλλαξα χώρα με σπασμένο πόδι, δεν υπάρχει τίποτα που να μην μπορώ να καταφέρω”.
Αυτό το πείσμα με κράτησε 9,5 χρόνια στο εξωτερικό. Από το Λέστερ και το Μπέρμιγχαμ μέχρι το Άμστερνταμ, όπου έφτασα να είμαι Global People & Recruitment Manager. Κάποια στιγμή όμως ο κύκλος κλείνει. Ένιωσα ότι όλη αυτή την τεχνογνωσία ήθελα να τη φέρω πίσω, αλλά με τους δικούς μου όρους. Επέστρεψα στα Τρίκαλα γιατί ήθελα να χτίσω κάτι δικό μου πάνω στη δουλειά μου, αλλά αυτήν τη φορά εκεί που χτυπάει η καρδιά μου.
Πολλοί με ρωτάνε γιατί στα Τρίκαλα και όχι στην Αθήνα ή στη Θεσσαλονίκη. Η απάντηση είναι απλή: για την ποιότητα ζωής! Μετά από χρόνια στο Άμστερνταμ, που έχει απίστευτο work - life balance, ήθελα να συνεχίσω να απολαμβάνω τις ποδηλατάδες μου δίπλα στο ποτάμι και όλα να είναι σε κοντινή απόσταση με το ποδήλατο.
Επίσης, μου αρέσει που στο πατρικό μου, στο Καστράκι, ανοίγω το παράθυρό μου και βλέπω τα Μετέωρα, που αναπνέω καθαρό αέρα και έχω τους δικούς μου ανθρώπους δίπλα μου. Δεν λέω πως η ζωή στην Ελλάδα δεν έχει τις δικές της προκλήσεις και δυσκολίες, αλλά τα Τρίκαλα είναι μια πόλη-πρότυπο. Πέρα όμως από αυτό, το 2026 η έδρα σου δεν ορίζει το ταλέντο σου. Δεν χρειάζεται πλέον να θυσιάζεις την ψυχική σου ηρεμία για να έχεις μια επιτυχημένη καριέρα. Μπορώ να κάνω consulting για μια εταιρεία στο Λονδίνο από το γραφείο μου εδώ, και δέκα λεπτά μετά να απολαμβάνω έναν καφέ στο κέντρο της πόλης, δίπλα στο ποτάμι, χωρίς να έχω φάει δύο ώρες από τη ζωή μου στην κίνηση ή στα μέσα μαζικής μεταφοράς. Αυτή η ελευθερία, το να ορίζω εγώ τον χρόνο μου και το περιβάλλον μου, είναι η δική μου εκδοχή της ισορροπίας και το μεγαλύτερο κέρδος του επαναπατρισμού μου.
Εδώ και έναν χρόνο και κάτι που επέστρεψα, εργάζομαι ως ελεύθερος επαγγελματίας του HR & Career Coaching (CV, Interview & LinkedIn expert) με στόχο να γεφυρώσω το χάσμα ανάμεσα στις εταιρείες και τους υποψηφίους. Συνεργάζομαι με εταιρείες και με ιδιώτες. Ίδρυσα το WhatzNext, που προέκυψε μέσα από μια προσωπική αγωνία, όταν μέσα στην πανδημία βρέθηκα κι εγώ να αναρωτιέμαι: “What's next for me?”. Είδα ότι στην Ελλάδα υπάρχει ένα τεράστιο χάσμα. Από τη μία, εταιρείες που ψάχνουν κόσμο και δεν βρίσκουν, και από την άλλη, εξαιρετικοί επαγγελματίες που δεν ξέρουν πώς να “πουλήσουν” τον εαυτό τους. Ήθελα να γίνω η γέφυρα. Ήθελα να δώσω στους υποψηφίους τα όπλα που είδα να χρησιμοποιούνται έξω, για να σταματήσουν να νιώθουν αδύναμοι απέναντι στους εργοδότες.
Τι είναι για μένα τα Τρίκαλα; Είναι η απόδειξη ότι μπορείς να ζεις στην Ελλάδα και να νιώθεις ότι βρίσκεσαι στην Ευρώπη, αλλά με την ψυχή της επαρχίας. Το πρώτο πράγμα που με κέρδισε επιστρέφοντας είναι η σχέση με το νερό και το πράσινο. Ο Ληθαίος ποταμός που διασχίζει την πόλη δεν είναι απλώς ένα αξιοθέατο, είναι ο παλμός της. Το να περπατάς στις όχθες του ή να διασχίζεις τις γέφυρες είναι το δικό μου καθημερινό reset.
Μετά, είναι η κουλτούρα του ποδηλάτου. Μετά το Άμστερνταμ, φοβόμουν ότι θα μου έλειπε η ελευθερία των δύο τροχών, αλλά εδώ το ποδήλατο είναι τρόπος ζωής, όχι lifestyle επιλογή. Πας παντού χωρίς το άγχος του πάρκινγκ, χωρίς καυσαέριο, με έναν ρυθμό που σου επιτρέπει να χαιρετάς τον κόσμο στον δρόμο.
Και βέβαια, το φαγητό. Μετά από τόσα χρόνια στα “πλαστικά” σούπερ μάρκετ της Βόρειας Ευρώπης, το να έχεις πρόσβαση σε αληθινές γεύσεις είναι πολυτέλεια και αξία ανεκτίμητη για εμένα. Το να παίρνεις φρέσκα προϊόντα κατευθείαν από τους ντόπιους παραγωγούς, να ξέρεις τι τρως, να νιώθεις τη μυρωδιά του φρεσκοψημένου ψωμιού και των τοπικών τυριών, σου θυμίζει ότι η ποιότητα ζωής κρύβεται στις αισθήσεις.
Τα Τρίκαλα έχουν μια φυσική ομορφιά που σε ηρεμεί, αλλά και μια “έξυπνη” υποδομή που σε διευκολύνει. Είναι μια πόλη που σε σέβεται ως πολίτη. Δεν νιώθεις ότι “πνίγεσαι” στο τσιμέντο· νιώθεις ότι έχεις χώρο να αναπνεύσεις, να σκεφτείς και να δημιουργήσεις. Δεν είναι απλώς η βάση μου, είναι το safe place μου, που μου δίνει την ενέργεια να τρέχω τη WhatzNext σε όλο τον κόσμο!
Όταν μου ζητούν να κάνω συγκρίσεις, πάντα λέω ότι είναι σαν να συγκρίνεις δύο διαφορετικούς κόσμους. Από τη μία πλευρά, υπάρχει η εμπειρία μου στο εξωτερικό, και δεν μπορώ με τίποτα να παραβλέψω την επαγγελματική κουλτούρα που με διαμόρφωσε. Εκεί, το σύστημα σε σπρώχνει οργανικά να γίνεις καλύτερος. Υπάρχει αξιοκρατία και οργάνωση που σου δίνουν μια σπάνια αίσθηση ασφάλειας· ήξερα, για παράδειγμα, ότι αν δουλέψω σκληρά και μεθοδικά, η ανταμοιβή θα έρθει χωρίς να χρειαστεί να παρακαλέσω κανέναν. Παράλληλα, ακόμα και η ανωνυμία της μεγαλούπολης είχε τη δική της γοητεία – αυτή την αίσθηση ότι είσαι ένας πολίτης του κόσμου, μια μικρή αλλά σημαντική κουκκίδα ανάμεσα σε εκατομμύρια άλλους που κυνηγούν το δικό τους όνειρο.
Από την άλλη, το αρνητικό ήταν το τίμημα. Ζούσα σε ένα διαρκές κυνήγι. Ο χρόνος εκεί δεν σου ανήκει. Τον τρώνε οι μετακινήσεις, οι ρυθμοί, η πίεση να είσαι πάντα “on”. Στο Άμστερνταμ, για παράδειγμα, παρόλο που όλα λειτουργούσαν ρολόι, ένιωθα συχνά ότι η ζωή μου ήταν ένα προγραμματισμένο Excel. Έλειπε ο αυθορμητισμός, η ελληνική ζεστασιά που δεν αγοράζεται με κανέναν μισθό.
Ερχόμενη στα Τρίκαλα, τα θετικά είναι ξεκάθαρα: ποιότητα ζωής και χρόνος. Εδώ κέρδισα πίσω τον εαυτό μου. Το να μπορώ να πεταχτώ για μια δουλειά και να γυρίσω σε 10 λεπτά, το να έχω φρέσκα φρούτα και λαχανικά από τοπικές αγορές, και το να έχω προσωπική επαφή με τους ανθρώπους, καθώς και το να νιώθω ότι ανήκω κάπου είναι ανεκτίμητο. Η επαρχία μού δίνει μια ηρεμία που λειτουργεί ως καύσιμο για τη δημιουργικότητά μου. Το να δουλεύω remote και να ξέρω ότι με το που κλείσω την οθόνη του laptop μπορώ να βρεθώ μέσα στο πράσινο ή δίπλα στο ποτάμι μού δίνει μια απίστευτη πνευματική διαύγεια. Και, βέβαια, ο ήλιος! Μετά από τόσα χρόνια στη συννεφιά της Αγγλίας και της Ολλανδίας, το να δουλεύω με το φως της Ελλάδας να μπαίνει στο γραφείο μου αλλάζει όλη μου τη διάθεση.
Φυσικά, υπάρχουν και τα αρνητικά και δεν θέλω να τα ωραιοποιώ. Επαγγελματικά, η Ελλάδα έχει ακόμα στεγανά και για το HR και για το remote. Πρέπει να παλέψεις διπλά για να πείσεις ότι η δουλειά που κάνεις έχει αξία, ειδικά όταν φέρνεις μοντέλα από το εξωτερικό που εδώ φαντάζουν “εξωτικά”. Το networking δεν είναι τόσο εύκολο όσο σε ένα hub όπως το Άμστερνταμ ή η Αθήνα· πρέπει να το κυνηγήσεις μόνος σου, ψηφιακά. Αλλά αυτό είναι και το στοίχημά μου. Να αποδείξω ότι μπορείς να έχεις το mindset του Άμστερνταμ ενώ ζεις στα Τρίκαλα. Να κρατήσεις την επαγγελματική ευθύνη του εξωτερικού και να την παντρέψεις με την ανθρωπιά της Ελλάδας. Είναι δύσκολο; Ναι. Αξίζει; Στα σίγουρα!
Νιώθω απόλυτα δικαιωμένη, ναι. Και το λέω χωρίς κανένα ίχνος δισταγμού. Όταν παίρνεις την απόφαση να αφήσεις μια στρωμένη καριέρα στο εξωτερικό –ειδικά σε πόλεις όπως το Άμστερνταμ που θεωρούνται “παράδεισος” για πολλούς–, όλοι σε ρωτάνε αν είσαι σίγουρη. Σήμερα, μετά από έναν χρόνο και κάτι, νιώθω να δικαιώνομαι κάθε πρωί που ξυπνάω και βλέπω τον ήλιο, τη μαγευτική ομορφιά των Μετεώρων, τον Ληθαίο ποταμό που διασχίζει την πόλη των Τρικάλων. Όπως επίσης και κάθε φορά που νιώθω ότι με τις γνώσεις μου και την εμπειρία μου υποστήριξα κι άλλους Έλληνες αλλά και ελληνικές εταιρείες να σπάσουν τα δικά τους στεγανά, να διεκδικήσουν αυτό που πραγματικά αξίζουν και να δουν ότι ο επαγγελματισμός διεθνούς επιπέδου μπορεί να ανθήσει κι εδώ, στην καρδιά της Ελλάδας.
Μέσα από τη διαδρομή των 10 ετών στο εξωτερικό έμαθα ότι σπίτι δεν είναι απαραίτητα ο τόπος όπου βγάζεις τα πιο πολλά χρήματα ή όπου όλα λειτουργούν στην εντέλεια. Σπίτι είναι εκεί που νιώθεις ότι η καρδιά σου ηρεμεί και η δημιουργικότητά σου ξεδιπλώνεται χωρίς φόβο. Για μένα, αυτό το μέρος είναι εδώ. Το εξωτερικό μού έδωσε τα εφόδια, τις γνώσεις και τον επαγγελματισμό, αλλά η Ελλάδα και τα Τρίκαλα μού έδωσαν το νόημα. Τελικά, η μεγαλύτερη επιτυχία δεν είναι ο τίτλος στην κάρτα σου, αλλά το να μπορείς να πεις ότι ζεις τη ζωή σου με τους δικούς σου όρους, εκεί που νιώθεις πραγματικά ότι ανήκεις.
Σε κάποιον που θα σκεφτόταν να κάνει πράξη την αποκέντρωση, θα έδινα δύο συμβουλές που ίσως ακουστούν λίγο σκληρές, αλλά είναι η αλήθεια που έμαθα στην πράξη:
Πρώτον, μη μετακομίσεις αν δεν έχεις λύσει το βιοποριστικό σου ψηφιακά. Η αποκέντρωση θέλει κότσια και στρατηγική, γιατί μπορεί η επαρχία να είναι υπέροχη για να ζεις, αλλά η τοπική αγορά εργασίας μπορεί να είναι περιορισμένη ή να μην ταιριάζει στις φιλοδοξίες σου. Η δική μου συμβουλή είναι να φέρεις τη δουλειά μαζί σου. Επένδυσε στο remote working ή χτίσε κάτι δικό σου –όπως έκανα εγώ με το WhatzNext– που να απευθύνεται σε μια ευρύτερη αγορά. Η αποκέντρωση είναι απόλαυση όταν έχεις οικονομική ελευθερία, αλλά μπορεί να γίνει παγίδα αν εξαρτάσαι από τις περιορισμένες δομές μιας μικρής κοινωνίας.
Δεύτερον, προετοιμάσου για ένα δεύτερο πολιτισμικό σοκ. Πολλοί νομίζουν ότι επειδή μιλάμε την ίδια γλώσσα, η προσαρμογή θα είναι εύκολη. Λάθος. Το να φεύγεις από την ανωνυμία της Αθήνας και να πηγαίνεις σε έναν τόπο όπου όλοι ξέρουν όλους θέλει στομάχι και υπομονή. Πρέπει να έχεις τη διάθεση να γίνεις μέρος της κοινότητας, χωρίς όμως να χάσεις την ταυτότητά σου. Μην έρθεις με το ύφος του πρωτευουσιάνου που θα μας μάθει πώς γίνεται η δουλειά· έλα με τη διάθεση να προσφέρεις αξία και να χτίσεις σχέσεις εμπιστοσύνης. Η επαρχία σε ανταμείβει γενναιόδωρα, αλλά πρώτα σε δοκιμάζει».
Στείλτε τις προτάσεις σας για τη στήλη «Γειτονιές της Ελλάδας» στο [email protected]