ΜΕΧΡΙ ΣΗΜΕΡΑ, ΟΛΑ δείχνουν ότι ο Ντόναλντ Τραμπ την έχει πατήσει για τα καλά. Θέλει πάση θυσία να απεμπλακεί από τον πόλεμο, δίχως νέα στρατιωτική δράση και με μηδαμινές παραχωρήσεις στο Ιράν, εξασφαλίζοντας όμως μια «θεαματική έξοδο» προκειμένου να την πλασάρει στους Αμερικανούς ως θριαμβευτική νίκη.
Το αδιέξοδο συνόψισε άριστα η γερουσιαστής Ελίζαμπεθ Γουόρεν (CNN, 22/04/2026): «Έτσι, τώρα δεν έχουμε χρονοδιάγραμμα ούτε για την κατάπαυση του πυρός ούτε για τον αποκλεισμό και, ας το παραδεχτούμε, ούτε για τον πόλεμο. Ο Ντόναλντ Τραμπ έχει στριμωχτεί σε μια γωνία και δεν μπορεί να ξεφύγει».
Πώς ο Αμερικανός Πρόεδρος πέρασε από την ανεδαφική προσδοκία μιας «θεαματικής επιτυχίας» στην ανάγκη μιας «θεαματικής εξόδου»;
Οι Ιρανοί μπορούν πλέον να θέτουν τις δικές τους κόκκινες γραμμές, όπως και οι Αμερικανοί. Οι διαπραγματεύσεις, όμως, βαλτώνουν όταν και τα δύο μέρη παραμένουν αμετακίνητα.
Στις 21 Απριλίου 2026, ο νομικός σύμβουλος στο υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ, Ριντ Ρούμπινσταϊν, δημοσίευσε στον επίσημο ιστότοπο του υπουργείου μια εκτενή εξήγηση των περί Διεθνούς Δικαίου απόψεων της αμερικανικής κυβέρνησης σχετικά με την επιχείρηση «Επική Οργή», στην οποία αναφέρει ότι ο πόλεμος ξεκίνησε έπειτα από αίτημα του Ισραήλ. Η πίεση του Νετανιάχου δεν αμφισβητείται, αλλά είναι η μισή αλήθεια. Μετά το φιάσκο με τους δασμούς, τις αποκαλύψεις για το σκάνδαλο Έπσταϊν και τη δημοσκοπική κατρακύλα του, ο Τραμπ χρειαζόταν μια «θεαματική επιτυχία». Το «ευάλωτο» Ιράν ήταν η χρυσή ευκαιρία, διότι βοηθούσε και η παγκόσμια κατακραυγή για τις μαζικές δολοφονίες των διαδηλωτών.
Το μόνο που έλειπε ήταν να ενεργοποιηθούν οι αλαζονικές αυταπάτες. Τα πράγματα φαίνονταν απλά. Μια στρατηγική σοκ και δέους με μαζικούς βομβαρδισμούς και δολοφονίες των ηγετικών στελεχών θα οδηγούσε μέσα σε λίγες εβδομάδες σε «αλλαγή καθεστώτος» –όχι με την ενθρόνιση του Ρεζά Παχλαβί, του «loser prince», όπως τον αποκαλούν στον Λευκό Οίκο, σύμφωνα με το «New Yorker»– με ανθρώπους περιδεείς που θα υπέκυπταν στις μαξιμαλιστικές απαιτήσεις της Ουάσινγκτον. Κοντολογίς, σε μια «άνευ όρων παράδοση», μια δεύτερη πολύ σημαντικότερη «Βενεζουέλα» που θα την πιστωνόταν εξ ολοκλήρου ο Τραμπ.
Δύο μήνες μετά την επίθεση, γνωρίζουμε ότι τα πράγματα δεν εξελίχθηκαν σύμφωνα με τις αυτοκρατορικές φαντασιώσεις του Αμερικανού Προέδρου. Οι αντικαταστάτες των δολοφονημένων αξιωματούχων φαίνεται να είναι σκληροπυρηνικοί, οι Ιρανοί –όπως αναμενόταν– έχουν συσπειρωθεί γύρω από τη σημαία και ο αποκλεισμός των Στενών του Ορμούζ κατέδειξε ότι αποτελεί το πιο ισχυρό αποτρεπτικό μέσο του Ιράν, λόγω των παγκόσμιων επιπτώσεών του.
Οι Ιρανοί μπορούν πλέον να θέτουν τις δικές τους κόκκινες γραμμές, όπως και οι Αμερικανοί. Οι διαπραγματεύσεις, όμως, βαλτώνουν όταν και τα δύο μέρη παραμένουν αμετακίνητα στις θέσεις τους και συνεπώς η διπλωματία βρίσκεται, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα, σε αδιέξοδο.
Ο Τραμπ θα μπορούσε να περιμένει μέχρις ότου οι Ιρανοί προβούν σε παραχωρήσεις. Όσο κι αν παριστάνει τον άνετο («Έχω όλο τον χρόνο στη διάθεσή μου, ενώ το Ιράν όχι. Η αντίστροφη μέτρηση έχει αρχίσει!», «Le Monde», 23/04/2026), η διεθνής και κυρίως η εσωτερική πίεση διογκώνεται προκειμένου να βάλει τέλος στον πόλεμο. Σύμφωνα με πρόσφατη δημοσκόπηση του YouGov, το 70% των ενήλικων Αμερικανών, συμπεριλαμβανομένου ενός 54% Ρεπουμπλικάνων, θέλει να υπάρξει συμφωνία το ταχύτερο δυνατό.
Μια δεύτερη διέξοδος θα ήταν κάποιου τύπου περιορισμένης κλίμακας χερσαία στρατιωτική δράση προκειμένου να αναγκαστεί η Τεχεράνη να επανέλθει στις διαπραγματεύσεις. Αυτό, όμως, όσο εύκολα λέγεται, τόσο δύσκολα γίνεται. Το Ιράν έχει προκαλέσει μεγαλύτερες ζημιές σε αμερικανικές στρατιωτικές βάσεις και εξοπλισμό σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή απ’ ό,τι έχει αναγνωριστεί δημοσίως, οι οποίες αποτιμώνται σε πολλά δισεκατομμύρια δολάρια (NBC News, 25/04/2026). Μια διόλου απίθανη στρατιωτική αποτυχία των Αμερικανών θα ήταν καταστροφική για τον Τραμπ και τους Ρεπουμπλικάνους.
Ευτυχώς, καμία από τις δύο πλευρές δεν αποκλείει τις διαπραγματεύσεις, το δε Πακιστάν εργάζεται παρασκηνιακά για να αμβλύνει τις διαφορές. Ασυζητητί, πρέπει να υπάρξουν εκατέρωθεν υποχωρήσεις. Μια καλή αφετηρία θα ήταν κάποια χαλαρή παραλλαγή του Κοινού Ολοκληρωμένου Σχεδίου Δράσης (JCPOA). Δύσκολα θα τη δεχόταν ο διαποτισμένος με «υπεροψίαν και μέθην» Τραμπ, που την τίναξε στον αέρα το 2018, αλλά ανάγκα και θεοί πείθονται. Άλλωστε, το σοφό ρητό πιάνει και τον Τραμπ που μας αυτοπαρουσιάστηκε ως Ιησούς.