«Τη γνωρίζεις την κοπέλα;» ρωτάει απορημένη η Μιράντα Πρίστλεϊ τον πιστό της συνεργάτη Νάιτζελ, αντικρίζοντας την περιχαρή Άντι στο γραφείο της, λες και τη βλέπει για πρώτη φορά. Η πάλαι ποτέ προσωπική βοηθός της έχει μόλις απολυθεί με ομαδικό SMS την ημέρα της βράβευσής της για το δημοσιογραφικό της έργο, και της έχει ανατεθεί σχεδόν ουρανοκατέβατα, όπως θέλει να πιστεύει, η περίοπτη θέση της υπεύθυνης δημιουργικής ύλης στο περιοδικό «Runway» ή, τουλάχιστον, σε ό,τι έχει απομείνει από την κραταιά αυτή αυτοκρατορία της μόδας και της κουλτούρας.
Ο εκδότης και ιδιοκτήτης είναι έξαλλος με πρόσφατους κακούς χειρισμούς, αλλά ουσιαστικά έχει κουραστεί από την πτωτική πορεία του εντύπου και την αδυναμία του να συμπορευτεί με τους ψηφιακούς καιρούς που απαιτούν θηριώδεις προσαρμογές – και γρήγορα! Η Άντρεα έχει προσληφθεί για να σουλουπώσει τα θέματα και υπόσχεται μια συνέντευξη-αποκλειστικότητα στην επιφυλακτική Μιράντα, που την αντιμετωπίζει ακόμη ως μια αναλώσιμη Έμιλι. Εν τω μεταξύ, η αυθεντική Έμιλι εργάζεται στον Dior, στον πάντα δυναμικό τομέα της λιανικής, γεγονός που επικροτεί με επιχειρήματα η Μιράντα, πιστεύοντας πως εκεί ανήκει η πρώην γραμματέας της.
Έχοντας ως έμπνευση το σαρδόνιο χιούμορ του Μάικ Νίκολς και τη σιωπηλή αποφασιστικότητα του Κλιντ Ίστγουντ, των σκηνοθετών που σεβάστηκε και παρατήρησε ενδελεχώς όταν έκανε γύρισμα μαζί τους, όπως διευκρίνισε πρόσφατα για να διαλύσει τις υποψίες περί μίμησης της Άνα Γουίντουρ, η σπουδαία Μέριλ Στριπ επιτέλους επανέρχεται σε μια «παράσταση» αξιώσεων.
Η ρευστότητα στα πόστα και οι εύθραυστες διαπροσωπικές σχέσεις γεννούν συνωμοσίες και ίντριγκες στα γραφεία που αξιολογούν και διαμορφώνουν τη μόδα που όλοι καταναλώνουμε, θέλοντας και μη, όπως μας είχε σοφά υπενθυμίσει η αξέχαστη σκηνή με το «τυχαίο» θαλασσί πουλόβερ της πρώτης ταινίας. Ο σώζων εαυτόν σωθήτω είναι η συνέχεια του Ο Διάβολος φοράει Prada και όλες οι ηρωίδες, μαζί με τον καλλιτεχνικό επιμελητή Νάιτζελ, θα προσπαθήσουν να περισώσουν τη χαμένη αξιοπρέπεια της αισθητικής και της αριστείας. Διότι, η ταινία, που επαναφέρει όλους τους αρχικούς συντελεστές της μεγάλης επιτυχίας, δεν αφορά τόσο τη μόδα στο επίπεδο της εντύπωσης και της επίδειξης αλλά την απειλούμενη δημιουργικότητα και τη «δολοφονία» του ταλέντου και της μεθοδικής εργασίας στην εποχή των συγχωνεύσεων, των περικοπών και των πολιτιστικών εκπτώσεων.
Η Έμιλι Μπλαντ ξεχειλίζει από άγχος, ενώ η Αν Χάθαγουεϊ στάζει χαρά και λύπη σε κάθε της αντίδραση, τόσο πολύ, που κάποια στιγμή η άσπονδη φίλη της κουράζεται και της λέει «κρύψε και κανένα συναίσθημα». Ανάγλυφες αντιθέσεις του κλισέ που θέλει τη μόδα να ανταγωνίζεται τον χρόνο ώστε να προλάβει το μπαμ ακόμη κι αν χρειαστεί να καταφύγει σε ακρότητες, βλέπουν τον εχθρό να απειλεί από ψηλά και ψάχνουν να βρουν τη θέση τους στην κινούμενη άμμο. Η Μιράντα ωστόσο γνωρίζει τον χώρο και πιάνει τις θερμοκρασίες με διαίσθηση και διορατικότητα, και η Μέριλ Στριπ εμβαθύνει σε έναν ρόλο μέσω του οποίου πριν από είκοσι χρόνια πάσχιζε να πείσει τους παραγωγούς πως δεν είναι η διακοσμητική κακιά μιας γυναικείας ταινίας. Κατέχει τη Μιράντα και τους υπόλοιπους ρόλους, σαν την παλάμη του χεριού της, με εκείνη την ανωτερότητα της πατρικίας, και τους συμπεριφέρεται σαν να είναι υπήκοοι που ακόμη δεν ξέρουν τι θα τους συμβεί – κομψή μισάνθρωπος με διορατικότητα και απόκοσμη διαίσθηση.
Έχοντας ως έμπνευση το σαρδόνιο χιούμορ του Μάικ Νίκολς και τη σιωπηλή αποφασιστικότητα του Κλιντ Ίστγουντ, των σκηνοθετών που σεβάστηκε και παρατήρησε ενδελεχώς όταν έκανε γύρισμα μαζί τους, όπως διευκρίνισε πρόσφατα για να διαλύσει τις υποψίες περί μίμησης της Άνα Γουίντουρ, η σπουδαία ηθοποιός επιτέλους επανέρχεται σε μια «παράσταση αξιώσεων» μετά τα επουσιώδη περάσματά της από το «Only murders in the building», και είναι το απόλυτο αφεντικό σε μια ταινία που χρειάζεται τις παύσεις και τις στροφές του χαρακτήρα της όταν τα βρίσκει σκούρα με τις μηχανικές μεταβάσεις, που σε στιγμές θυμίζουν την ογκώδη, λίγο άτσαλη μεταφορά του «Sex and the City» στη μεγάλη οθόνη.
Ίσως ο πιο καλά διαμορφωμένος χαρακτήρας είναι αυτός του Νάιτζελ: ο Στάνλεϊ Τούτσι έχει τις αποχρώσεις, την πείρα και μια καταπληκτική σκηνή, όταν η Άντι τον κατακλύζει με την αγωνία της για το μέλλον του ομίλου κι εκείνος επικεντρώνεται στις φωτογραφίες και στο styling –αυτό που ξέρει καλύτερα–, στρέφεται στο ταλέντο του για να βρει παρηγοριά και ελπίδα ότι όλα θα πάνε καλά, όπως κάνουν όλοι οι ευαίσθητοι άνθρωποι που υφίστανται δυσβάσταχτο και παράλογο bullying. Ωστόσο, τη Μιράντα αναζητούμε, δηλαδή τον Διάβολο αυτοπροσώπως, που έχει τις λύσεις και βλέπει τη μεγάλη εικόνα.
Το τρέιλερ της ταινίας «The Devil Wears Prada 2»