ΗΔΗ Η ΚΟΥΡΑΣΗ της χρονιάς είναι κάτι απτό. Πράγματα που βλέπω κάθε μέρα, παρέες στις οποίες ατάκες όπως «εδώ, τα ίδια», «τρέξιμο» και «άντε να δούμε» κάνουν τον μέσο όρο ηλικίας να φαίνεται μεγαλύτερος από ό,τι είναι πραγματικά. Τέλος χειμώνα, αρχές άνοιξης, με το μικρό διάλειμμα των γιορτών ήδη μακρινό και την όποια ενδεχόμενη ανεμελιά του καλοκαιριού να έχει ξεχαστεί προ πολλού. Μια αίσθηση «υπερφόρτωσης» κυριαρχεί: υπερβολικά πολλή πληροφορία, πολύς θόρυβος, πολλές υποχρεώσεις.
Και όλα πηγαίνουν πιο γρήγορα. Δεν είναι κάτι καινούργιο. «Not to interrupt / But anybody else notice time speeding up?», ράπαρε το DOOM το ’12. Αλλάζουμε ρόλους, δουλειές, ταυτότητες, συνδυάζουμε δραστηριότητες σε μια προσπάθεια να αντεπεξέλθουμε, αλλά η αβεβαιότητα παραμένει. Η καθολική επισφάλεια είναι το φυσικό περιβάλλον των νέων, ένα gig economy που προωθεί ακούραστα τη νοοτροπία του «hustling»: λίγο από δω, λίγο από κει, προσαρμοστικότητα, ανθεκτικότητα, φιλοδοξία, όλα μ’ ένα υπόστρωμα ατομικής ευθύνης.
Μήπως δεν είναι το πασχαλινό τραπέζι –με την υπερβολή σε φαγητό και ποτό, με τον στρατό συγγενών που μας πολιορκούν– μια μικρογραφία της γενικευμένης περίσσειας ερεθισμάτων;
Όμως, δεν είναι μόνο αυτό: η ίδια η Γη φαίνεται να γυρίζει πιο γρήγορα. Τα «νέα» είναι περισσότερα, οι κύκλοι ειδήσεων συντομότεροι. Τα προβλήματα πολλαπλασιάζονται εκθετικά κι εμείς μαθαίνουμε γι’ αυτά in real time, κάθε στιγμή της μέρας. Ο ψυχολογικός αντίκτυπος αυτής της συνθήκης είναι ένας συνδυασμός πανικού και απάθειας: φτάνει μια κρίση και ανησυχείς, και ίσως προσπαθείς να ενημερωθείς, να την καταλάβεις. Όμως, προτού προλάβεις, έχει εμφανιστεί μια νέα κρίση, οπότε αγχώνεσαι γι’ αυτήν. Η πρώτη εξέλιξη είναι ήδη «old news» – χωρίς αυτό να σημαίνει ότι έχει πάψει να επηρεάζει τη ζωή και τη σκέψη σου. Κι έρχονται κι άλλες, κι άλλες, νέες τραγωδίες, νέες απειλές, νέοι πόλεμοι. Εν τέλει, παύεις να προσπαθείς να ερμηνεύσεις τι συμβαίνει, δεν καταλαβαίνεις τίποτα και αγχώνεσαι για τα πάντα.
Ζούμε με ένα τρομακτικό πλεόνασμα πληροφοριών. «Πνιγόμαστε μέσα σε λέξεις, εικόνες, ήχους που δεν έχουν κανένα δικαίωμα ύπαρξης, που έρχονται απ’ το κενό και επιστρέφουν στο κενό». Τα κινητά μας μοιάζουν με portal προς το καθετί που υπάρχει – όμως εκείνα αποφασίζουν τι φτάνει σε μας.
Μήπως δεν είναι το πασχαλινό τραπέζι –με την υπερβολή σε φαγητό και ποτό, με τον στρατό συγγενών που μας πολιορκούν– μια μικρογραφία αυτής της γενικευμένης περίσσειας ερεθισμάτων; Σε καιρούς σπάνης ή νηστείας, πρόκειται για κάτι το αναζωογονητικό. Αλλά δεν μπορεί να ’ναι κάθε μέρα Πάσχα. Το ανθρώπινο σώμα δεν είναι φτιαγμένο για τόση πληροφορία, το αισθητηριακό πλεόνασμα της σύγχρονης, ψηφιακής ζωής εσωτερικεύεται με τραυματικό τρόπο, ως αδυναμία συγκέντρωσης, ως άγχος και κούραση.
Ούτε φαίνεται να μπορούμε να αντέξουμε την παράξενη θέση στην οποία μας τοποθετεί το ίντερνετ, επιτρέποντάς μας να βλέπουμε συνέχεια τους ανθρώπους χωρίς να είμαστε μαζί τους. Μέσω των social, έχουμε διαρκή πρόσβαση στο τι κάνουν οι άλλοι, πού βρίσκονται, τι νιώθουν και τι πιστεύουν. Το αποτέλεσμα είναι ένα παράδοξο, σύμφωνα με το οποίο ποτέ δεν είμαστε πραγματικά μόνοι μας, ενώ, στο πλαίσιο της κατάρρευσης των κοινωνικών δεσμών, είμαστε όλο και περισσότερο μοναχικοί – μια μοναξιά θορυβώδης, εντελώς διαφορετική από τη «μοναχικότητα» που επιλεγεί κανείς όταν θέλει να συγκεντρωθεί, να σκεφτεί, να ησυχάσει.
Η αύξηση και επιτάχυνση των εργασιακών υποχρεώσεων, η υπερπαραγωγή ειδήσεων και κρίσεων και ο βομβαρδισμός πληροφορίας του διαδικτύου παράγουν μια γενική κατάσταση εξάντλησης. Είναι πια κοινός τόπος το ότι ζούμε στην «Κοινωνία της Κόπωσης», όπως την αποκαλεί ο Μπιουνγκ-Τσουλ Χαν· πλέον, το burnout δεν είναι τόσο μια θεαματική στιγμή κατάρρευσης –όχι ότι αυτό απουσιάζει– όσο το περιβάλλον στο οποίο κατοικούμε και εντός του οποίου, τρελαμένοι απ’ τους ρυθμούς, τρέχοντας, συνεχίζουμε.
Σε αυτό το πλαίσιο, βλέπουμε μια προσπάθεια επαναφοράς της βραδύτητας απ’ την πλευρά των νέων, μια αντίσταση στον θόρυβο τού σήμερα, η οποία προσπαθεί να αναβιώσει τον «αργό» ή «μακρύ» χρόνο της περισυλλογής και της γαλήνης. Πολλά νέα παιδιά στρέφονται σε δυτικές μορφές ανατολικού spirituality, με όλον τον οριενταλισμό που αυτές ενδέχεται να φέρουν (διαλογισμός, ενέργειες, γιόγκα). Ταυτόχρονα, αρκετοί εκπρόσωποι της Gen Z επιστρέφουν σε μορφές «μεγάλης», δύσκολης τέχνης, διαβάζοντας κλασική λογοτεχνία ή ανακαλύπτοντας ξανά το σινεμά των auteurs, ενώ όλο και περισσότεροι δοκιμάζουν χόμπι που απαιτούν αργούς ρυθμούς – και στα οποία συνήθως φτιάχνεις κάτι με τα χέρια σου: κεραμική, κηπουρική, ράψιμο, γράψιμο, ζωγραφική κ.λπ.
Τέλος, υπάρχει η πολυσυζητημένη επιστροφή των νέων σε μια (συνήθως εξευγενισμένη) μορφή της ελληνικής παράδοσης –χωριά, πανηγύρια, ρεμπέτικα, ο «αγνός» κόσμος του παππού και της γιαγιάς–, η οποία, πέρα από δίψα για αυθεντικότητα, μπορεί να διαβαστεί και ως προσπάθεια υποχώρησης σε κάτι πιο αργό, πιο ήρεμο και εν τέλει –ως τετελεσμένο παρελθόν– πιο καθησυχαστικό.
Ωστόσο, αυτές οι μορφές «αντίστασης» και επιστροφής στη βραδύτητα ενσωματώνονται εύκολα –ενίοτε εκ των προτέρων– στις επιφάνειες των εξαντλητικών ρυθμών της σύγχρονης αγοράς: η πνευματικότητα ως εμπόρευμα, η αργή λογοτεχνία ή το αργό σινεμά ως περφόρμανς, η στροφή στην παράδοση ως κυνήγι στιγμών για stories και για posts. Όσον αφορά το ενδεχόμενο μιας «νέας» ή «άλλης» ταχύτητας που δεν μας εξαντλεί, που είναι δημοφιλής, που κρατάει την ένταση και τη δυναμικότητα του παρόντος ενώ καταφέρνει –σε ορισμένες εκφάνσεις της και σε ορισμένες στιγμές– να στραφεί εναντίον του, υπάρχει μόνο ένα σύγχρονο πολιτισμικό φαινόμενο, κι αυτό είναι η ραπ.
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.