— Το αίσθημα της κόπωσης φαίνεται πλέον να είναι γενικευμένο. Πού οφείλεται αυτή η συλλογική εξάντληση και ποιοι παράγοντες της σύγχρονης ζωής την τροφοδοτούν;
Η κόπωση που παρατηρούμε αλλά και που νιώθουμε δεν είναι τυχαία. Ζούμε σε μια εποχή με έντονους ρυθμούς, συνεχείς εναλλαγές και απαιτήσεις, όπου καλούμαστε να είμαστε γρήγοροι, παραγωγικοί, διαθέσιμοι, επιτυχημένοι και συναισθηματικά ανθεκτικοί ταυτόχρονα. Πολύ σημαντικό ότι όλα αυτά δεν αφορούν μόνο τους ενήλικες αλλά και τα παιδιά, όταν ξεκινά η σχολική ζωή. Οι ρυθμοί έχουν επιταχυνθεί για όλους, τα όρια μεταξύ δουλειάς και προσωπικής ζωής έχουν θολώσει και η αίσθηση ασφάλειας σε οικονομικό, κοινωνικό και προσωπικό επίπεδο κλονίζεται. Όλα αυτά κρατούν τον οργανισμό μας σε μια μόνιμη κατάσταση έντασης και εγρήγορσης και όποιος δεν μπορεί να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της εποχής, θεωρείται αποτυχημένος.
Το ψυχικό τίμημα που πληρώνουμε λόγω της συνεχούς online παρουσίας μας είναι ότι χάνουμε τη βαθιά επαφή με τον εαυτό μας και τους άλλους, δεν είμαστε ουσιαστικά παρόντες.
— Ο σύγχρονος άνθρωπος συνειδητοποιεί ότι ακόμη και το συνεχές σκρολάρισμα τον εξαντλεί. Πώς επηρεάζει η αδιάκοπη ψηφιακή διέγερση τον εγκέφαλο και την ψυχική μας ενέργεια και τι μπορούμε πρακτικά να κάνουμε για να προστατευτούμε;
Το συνεχές σκρολάρισμα αποτελεί πια αυτόματη κίνηση του χεριού μας και της εξάρτησης από το κινητό. Το εντυπωσιακό είναι ότι από το σκρολάρισμα υπάρχει μια αναμονή χωρίς να ξέρουμε τι ακριβώς να περιμένουμε. Μπορεί να φαίνεται ακίνδυνο, όμως στην πραγματικότητα κρατά τον εγκέφαλο σε μόνιμη εγρήγορση και δημιουργεί εξάρτηση. Κάθε νέα εικόνα, είδηση ή ειδοποίηση είναι ένα μικρό ερέθισμα που ζητά προσοχή. Ο εγκέφαλος δεν προλαβαίνει να ξεκουραστεί, να επεξεργαστεί ή να «χωνέψει» τις πληροφορίες. Αυτό οδηγεί σε πνευματική κόπωση, μειωμένη συγκέντρωση και αίσθηση κενού. Τι μπορούμε να κάνουμε πρακτικά; Να αποφεύγουμε όσο μπορούμε τα ηλεκτρονικά μέσα στις μικρές ηλικίες και όταν δεν μπορούμε να το αποφύγουμε, να θέτουμε όρια. Όσον αφορά τους ενήλικες, αποφυγή οθονών πριν από τον ύπνο και στιγμές σκόπιμης αποσύνδεσης, όπου επιτρέπουμε στον εαυτό μας ξεκούραση χωρίς συνεχή ερεθίσματα.
ψυχολόγος-παιδοψυχολόγος
— Η ξεκούραση σήμερα μοιάζει συχνά με πολυτέλεια ή δημιουργεί ενοχή. Πώς μπορούμε να επανανοηματοδοτήσουμε την ανάπαυση και να τη διεκδικήσουμε χωρίς να νιώθουμε ότι «τεμπελιάζουμε»;
Οι περισσότεροι από εμάς έχουμε μεγαλώσει με την ιδέα ότι η αξία μας συνδέεται με το πόσο εργαζόμαστε και όχι με το ποιοι είμαστε. Έτσι, η ξεκούραση βιώνεται σαν κάτι που πρέπει να αγωνιστούμε για να κερδίσουμε. Στην πραγματικότητα, η ανάπαυση δεν είναι πολυτέλεια αλλά βασική ψυχική και σωματική ανάγκη. Όταν ξεκουραζόμαστε δεν παραιτούμαστε από τις υποχρεώσεις μας αλλά φροντίζουμε τον εαυτό μας προσφέροντάς του ανάπαυση, που μας επιτρέπει να είμαστε καλά, αποδοτικοί και να αντέχουμε. Αν δούμε την ξεκούραση ως πράξη αυτοφροντίδας και πρόληψης της εξουθένωσης, τότε σταδιακά θα μειωθεί και η ενοχή που νιώθουμε.
— Ζούμε σε μια εποχή συνεχούς εγρήγορσης και διαθεσιμότητας. Πώς επηρεάζει αυτό το νευρικό μας σύστημα και ποιο είναι το ψυχικό τίμημα τού να είμαστε διαρκώς online;
Η συνεχής διαθεσιμότητα κρατά το νευρικό μας σύστημα σε κατάσταση συναγερμού, πάντα κάτι περιμένουμε να συμβεί. Το σώμα και ο νους δεν προλαβαίνουν να ηρεμήσουν και να μπουν σε φάση χαλάρωσης. Αυτό μπορεί να εκδηλωθεί με διάφορους τρόπους, όπως ευερεθιστότητα, διαταραχές ύπνου αίσθηση εσωτερικής ανησυχίας. Επίσης, αν το αφήσουμε να εξελιχθεί, μπορεί να εμφανίσουμε κρίσεις πανικού, φοβίες και διαταραχές άγχους που θα μας προσθέσουν επιπλέον προβλήματα στην καθημερινότητά μας. Το ψυχικό τίμημα που πληρώνουμε λόγω της συνεχούς online παρουσίας μας είναι ότι χάνουμε τη βαθιά επαφή με τον εαυτό μας και τους άλλους, δεν είμαστε ουσιαστικά παρόντες.
— Κατά πόσο παίζουν ρόλο οι κοινωνικές συγκρίσεις και η διαρκής έκθεση στις «τέλειες ζωές» των άλλων στην αίσθηση εξάντλησης και ανεπάρκειας;
Παρατηρούμε ότι πολλοί άνθρωποι εκθέτουν τη ζωή τους στα social media και τις περισσότερες φορές η ζωή τους παρουσιάζεται ως ιδανική. Το γεγονός αυτό οδηγεί στη σύγκριση και δημιουργεί ζήλια, με αποτέλεσμα αρκετοί άνθρωποι να νιώθουν ανεπαρκείς. Οι κοινωνικές συγκρίσεις είναι ένας από τους πιο ύπουλους παράγοντες ψυχικής εξάντλησης. Όταν συγκρίνουμε την καθημερινότητά μας με αυτές τις εικόνες είναι εύκολο να νιώσουμε ότι δεν κάνουμε αρκετά ή ότι υστερούμε. Αυτό γεννά πίεση, άγχος και συναισθηματική φθορά. Το πιο σημαντικό είναι ότι όλα αυτά συμβαίνουν ασυνείδητα, δηλαδή χωρίς να τα αντιληφθούμε, με αποτέλεσμα να έχουμε αρνητικές αλλαγές στη διάθεση, την ψυχολογία μας και κατ’ επέκταση στην καθημερινότητά μας.
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LIFO