Ο ΤΙΤΛΟΣ ΤΟΥ –«Τζαζ»– μπορεί να σε παραπλανήσει. Δεν πρόκειται για βιβλίο με θέμα τη μουσική. Κι όμως, το ομώνυμο έργο της Τόνι Μόρισον (μτφρ. Κ. Σχινά, εκδόσεις Παπαδόπουλος), με το που κυκλοφόρησε το 1992, χαρακτηρίστηκε μουσικό μυθιστόρημα, παρτιτούρα για ένα καταραμένο τρίο, ορχηστρική σύνθεση, παραπονεμένο μπλουζ.
Πηγή έμπνευσής του μια φωτογραφία κι ένα αληθινό περιστατικό. Ξεφυλλίζοντας μια μέρα ένα άλμπουμ του Αφροαμερικανού φωτογράφου Τζέιμς βαν ντερ Ζέε, η ματιά της Μόρισον στάθηκε πάνω στη φωτογραφία μιας δεκαεπτάχρονης μαύρης, δολοφονημένης –από έναν ζηλότυπο εραστή, ίσως– την ώρα που χόρευε. Για αρκετό καιρό, η μετέπειτα νομπελίστα βυθίστηκε στον μαύρο Τύπο της εποχής του ’20 αναζητώντας ντοκουμέντα για τα χρόνια εκείνα, τις συνήθειες των ανθρώπων, τα δράματα που τους ταλάνιζαν, τις μνήμες που στοίχειωναν το μυαλό τους. Και στη συνέχεια, επιστρατεύοντας τη φαντασία της, παρέδωσε μια ιστορία εκπατρισμού, οδύνης και ελπίδας, ένα βιβλίο γεμάτο πάθος, δύναμη και λυρισμό.
Πριν από την τζαζ, οι άνθρωποι παντρεύονταν επειδή έπρεπε ή τύχαινε. Μετά την τζαζ, παντρεύονταν επειδή είχαν διαλέξει τον σύντροφό τους. Ήταν μια μουσική που έφερε τους ανθρώπους κοντά, έσπρωξε τον έναν προς τον άλλο
Βρισκόμαστε στη χρυσή για την τζαζ δεκαετία του ’20. Ο Α΄ Παγκόσμιος έχει τελειώσει, η Ευρώπη είναι ακόμη καλυμμένη από στάχτες και η Αμερική χορεύει στους ήχους μιας πρωτόγνωρης μουσικής. Οι μαύροι εγκαταλείπουν τις φυτείες του Νότου και στρέφονται προς τις φωτισμένες πολιτείες του Βορρά. Είναι η εποχή της μεγάλης μετανάστευσης, της αναζήτησης δουλειάς και ελπίδας για καλύτερες συνθήκες ζωής. Χιλιάδες μαύροι, στοιβαγμένοι στα τρένα, συρρέουν στο Σικάγο, το Ντιτρόιτ, τη Νέα Υόρκη, τη Φιλαδέλφεια. Για τους περισσότερους, το επάγγελμα του μουσικού είναι το μόνο που εξασφαλίζει ένα καλό μεροκάματο, δίνοντας παράλληλα λίγο νόημα στη ζωή τους και χαρά.
«Δύσκολα μπορούμε να φανταστούμε σήμερα τι αντιπροσώπευε αυτή η μουσική για τους μαύρους», εξηγούσε η Μόρισον. «Ήταν μια πραγματική έκρηξη, ένας σεισμός που επέτρεψε σε ολόκληρες γενιές να επικοινωνήσουν διαφορετικά. Πριν από την τζαζ, οι άνθρωποι παντρεύονταν επειδή έπρεπε ή τύχαινε. Μετά την τζαζ, παντρεύονταν επειδή είχαν διαλέξει τον σύντροφό τους. Ήταν μια μουσική που έφερε τους ανθρώπους κοντά, έσπρωξε τον έναν προς τον άλλο».
Μάρτυρες εκείνης της εποχής υπήρξαν και οι γονείς της, στο φτωχικό προάστιο του Οχάιο όπου μεγάλωσε. «Ο πατέρας μου ήταν εργάτης. Δεν είχαμε χρήματα, αλλά δεν ένιωθα πως ζούμε μίζερα. Οι γείτονές μας, μετανάστες απ’ όλα τα σημεία του ορίζοντα, ήταν σαν κι εμάς. Ήμασταν πολύ δεμένοι μεταξύ μας, μοιραζόμασταν τα πάντα. Οι γονείς μου άκουγαν τους δίσκους που είχαν συντροφέψει τα νιάτα τους. Ξανάβρισκαν την ανάμνηση μιας χρυσής εποχής. Δεν σταματούσαν να μιλούν γι’ αυτήν. Τα παιδικά μου χρόνια είναι σημαδεμένα από αυτές τις αναμνήσεις τους. Πέρα από την τζαζ, εκείνα τα χρόνια είχαν συνδεθεί με την οικονομική ανάπτυξη της χώρας. Τα μεγάλα αστικά κέντρα ήταν τα σύμβολα της εύκολης ζωής. Στους μαύρους, όσο κι αν φαίνεται παράδοξο, οι μεγάλες πόλεις χάριζαν ασφάλεια: εκεί μπορούσαν να συνεταιρίζονται, να συχνάζουν στις εκκλησίες τους, να κυκλοφορούν χωρίς τον φόβο ότι μπορεί να δολοφονηθούν».
Το «καταραμένο τρίο» που πρωταγωνιστεί στο «Τζαζ» της Μόρισον αποτελείται από τη νεαρή Ντόρκας και το ηλικιωμένο, ψυχικά απομακρυσμένο, ζευγάρι του πλανόδιου πωλητή, Τζο, και της γυναίκας του, Βάιολετ, οι οποίοι έχουν ακολουθήσει το μεταναστευτικό κύμα προς τον Βορρά. Η όμορφη Ντόρκας που σφύζει από νιάτα σαγηνεύει τον Τζο, αλλά η ίδια αναζητά την ηδονή στους άντρες της ηλικίας της. Κι όταν κάποια στιγμή απατήσει τον τρελά ερωτευμένο μαζί της πενηντάρη, εκείνος θα την πυροβολήσει θανάσιμα. Αλλά δεν φτάνει αυτό. Την ημέρα της κηδείας, η πληγωμένη Βάιολετ, σαλεμένη από τη ζήλια, θα χαράξει το πρόσωπο της νεκρής με δυο μαχαιριές.
Από πού θα μπορούσε να πηγάζει τόσο μένος; Πού οφείλονται οι βίαιες εκρήξεις του Τζο και η ανάγκη του για αγάπη και αναγνώριση; Γιατί προσκολλήθηκε τόσο εμμονικά στην Ντόρκας και κατέρρευσε όταν εκείνη τον απέρριψε; Κι η Βάιολετ, η εσωστρεφής και εύθραυστη Βάιολετ, ποια μαύρη τρύπα κουβαλάει ακόμη; Οι απαντήσεις βρίσκονται στο παρελθόν, λέει με τον τρόπο της η Μόρισον, στις φυτείες της Βιρτζίνια, στα χρόνια της σκλαβιάς, του ρατσισμού, του μίσους και των ταραχών. Ένα παρελθόν μονίμως παρόν μέσα σ’ αυτήν την πολυφωνική σύνθεση όπου, όπως σ’ ένα κομμάτι τζαζ, οι φωνές των κεντρικών ηρώων και όσων τους περιστοιχίζουν μπλέκονται, ο αφηγητής αμφιταλαντεύεται, οι βεβαιότητες διαλύονται κι οι χαρακτήρες μεταμορφώνονται διαρκώς. Κι όμως, μέσα από αυτή την ασυνέχεια, γεννιέται κάτι που μοιάζει με συμφιλίωση. Ο Τζο και η Βάιολετ, αντί να διαλυθούν, προσπαθούν να ξαναβρούν ο ένας τον άλλον, όχι μέσα από τη λήθη, αλλά μέσα από την κατανόηση.
Μια χρονιά μετά την κυκλοφορία του «Τζαζ», το 1993, ο επαναστατικός λόγος, η ανατρεπτική σκέψη και, πάνω απ’ όλα, η δύναμη της αφήγησης της Μόρισον επιβραβεύτηκαν με το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Τι κι αν ο γραμματέας τής Σουηδικής Ακαδημίας διευκρίνιζε ότι βραβεύεται το έργο, όχι το φύλο της. Εκείνη επέμεινε: «Η δουλειά μου με αναγκάζει να σκέφτομαι πόσο ελεύθερη μπορώ να είμαι ως μια Αφροαμερικανίδα συγγραφέας σ’ έναν κόσμο που είναι εντελώς ρατσιστικός και σεξιστικός».