Το σπίτι του Γιάννη είναι αναμφίβολα ένας μικρός παράδεισος design, θέας και καλού γούστου. «Δώσε μου τα κλειδιά να ζήσω εδώ», του λέω με το «καλημέρα» και γελάμε.
Αν γνωρίζεις τον Γιάννη, ξέρεις ότι τον διακρίνει ένα κομψό στυλ, που συνοδεύεται από ευγενικούς τρόπους και έναν κοσμοπολίτικο αέρα. Το διαμέρισμα μοιάζει με προέκταση του εαυτού του. Είναι εντυπωσιακή η συνέπεια με την οποία έχει χειριστεί τα πάντα· νομίζεις ότι το σπίτι τον καθρεφτίζει.
Ο Γιάννης ζει και εργάζεται εδώ και χρόνια στο Λονδίνο ως εργοθεραπευτής – εκεί είναι η βάση του. Στην Αθήνα επιστρέφει για λίγες μέρες κάθε μήνα.
Τον ρωτάω πώς απέκτησε αυτό το υπέροχο διαμέρισμα. Μου λέει ότι το 2009 φλέρταρε με την ιδέα να επιστρέψει στην Ελλάδα και άρχισε να βλέπει σπίτια. Το δεύτερο που είδε ήταν αυτό. Τον κέρδισε η αγγελία: «Θέα στην Ακρόπολη». Τη γειτονιά δεν την ήξερε καλά. Ήρθε χωρίς μεγάλες προσδοκίες και θυμάται ακόμη τον ενθουσιασμό που ένιωσε όταν αντίκρισε τον τρούλο της εκκλησίας και την ανεμπόδιστη θέα στην Ακρόπολη.
«Είπα “το θέλω” χωρίς δεύτερη σκέψη. Δεν ήταν μόνο η θέα· υπήρχε και μια αύρα. Από το πρώτο λεπτό μού έβγαλε κάτι πολύ θετικό».
Με επιμονή και μετά από αρκετά πήγαινε-έλα με τον ιδιοκτήτη, τελικά το απέκτησε. «Πιστεύεις στην τύχη;» «Αναμφίβολα. Αλλά χρειάζεται και δράση», απαντάει. «Και με ένα τόσο ωραίο σπίτι, γιατί επέστρεψες στο Λονδίνο;» «Εκείνη την περίοδο φάνηκαν τα πρώτα σύννεφα της οικονομικής κρίσης στην Ελλάδα. Έτσι, μετά από ώριμη σκέψη, γύρισα πίσω και το νοίκιαζα για χρόνια».
«Είπα “το θέλω” χωρίς δεύτερη σκέψη. Δεν ήταν μόνο η θέα· υπήρχε και μια αύρα. Από το πρώτο λεπτό μού έβγαλε κάτι πολύ θετικό».
Το 2019, καθώς άρχισε να έρχεται όλο και πιο συχνά στην Αθήνα για να βλέπει ασθενείς, αποφάσισε να το ανακαινίσει ριζικά και να το κάνει βάση του.
«Και μετά ήρθε ο Covid», του λέω. «Και εκεί στάθηκα τυχερός. Ήταν πιο εύκολο να βρεις τεχνίτες και οι τιμές ήταν χαμηλές. Πέρασα δημιουργικά την καραντίνα».
Η εργοθεραπεία –η λειτουργική αποκατάσταση– έγινε ο άξονας και για το σπίτι. Δεν τον ενδιέφερε μόνο η ομορφιά· ήθελε τα πάντα να είναι απολύτως λειτουργικά. Τα γύψινα ταβάνια θυμίζουν νεοκλασικό, όμως τίποτα δεν προϋπήρχε. «Όλα σχεδιάστηκαν από την αρχή. Ήθελα και μια λονδρέζικη νότα κομψότητας».
Στο κέντρο του σπιτιού δεσπόζει μια μεγάλη ξύλινη κατασκευή από ελληνική καρυδιά. Ένας γλυπτικός όγκος, ένα «δωμάτιο μέσα στο δωμάτιο». Οι καμπύλες μαλακώνουν την αυστηρότητα και τα νερά του ξύλου μοιάζουν ζωντανά. Δεν είναι έπιπλο. Είναι αρχιτεκτονική χειρονομία.
Κρύβει εκπλήξεις: ένα μυστικό γραφείο που ξεδιπλώνεται σαν σκηνικό. «Θα το ζήλευε και ο Τζέιμς Μποντ», του λέω. Η κουζίνα συνδυάζει μάρμαρο και καρυδιά με μια σκανδιναβική καθαρότητα. Η μεταλλική βιβλιοθήκη λειτουργεί ως φίλτρο: αφήνει το βλέμμα να περνά.
Μικρές ιστορίες παντού – γυάλινα αντικείμενα, ένα ανάγλυφο γυάλινο κηροπήγιο Baccarat, delicate ποτήρια. Ένα κρυφό μπαρ αποκαλύπτεται πίσω από ένα ντουλάπι.
Εκεί έχει και ένα παλιό πορσελάνινο τσαγιερό της μητέρας του – το μοναδικό αντικείμενο από το πατρικό του. Δεν υπάρχουν αντίκες. «Τις αγαπώ, αλλά όχι εδώ. Εδώ ήθελα κάτι πιο μίνιμαλ».
Για τον Γιάννη, το design δεν είναι απλώς αντικείμενα. Είναι στάση ζωής. «Το σπίτι είναι τα πάντα. Εδώ ξεκουράζομαι, αγαπάω, μαζεύω την ενέργειά μου». Στο σαλόνι, πολυθρόνες bouclé Gubi, ένας καναπές Roche Bobois με μαξιλάρια Missoni, χαμηλά τραπέζια Noguchi, Giorgio Bonaguro και Tacchini με mid-century αναφορές και ένα γεωμετρικό έργο τέχνης του ίδιου που σπάει τη γαλήνη. Το φως τα κάνει όλα χρυσαφένια.
Στην τραπεζαρία, καθαρότητα και ισορροπία με ένα statement φωτιστικό Nelson Saucer bubble pendant. Το παλιό γύψινο ταβάνι υπενθυμίζει τον χρόνο χωρίς νοσταλγία. Στο μπάνιο, μάρμαρο, κάθετες ξύλινες επιφάνειες, ιαπωνική πειθαρχία. Και μια εικόνα της βασίλισσας από τον Adam Levine σε πόζα διαλογισμού – μια χιουμοριστική υπενθύμιση ότι τελικά όλοι είμαστε άνθρωποι. Στην κρεβατοκάμαρα, όλα ησυχάζουν. Από τη μία ο Λυκαβηττός, από την άλλη η Ακρόπολη.
Ο Γιάννης είναι πολυπράγμων. Εκτός από εργοθεραπευτής και ηθοποιός, έχει γράψει και σκηνοθετήσει δύο βραβευμένες ταινίες, ενώ έχει παρουσιάσει έργα του σε εκθέσεις, μία ατομική στην Πάτμο και μία στο Μονακό. Η διακόσμηση είναι ένα ακόμη μεγάλο του πάθος.
Όσο μένω στο σπίτι, καταλαβαίνω κάτι: δεν είναι φτιαγμένο για να εντυπωσιάζει αλλά για να περιμένει, να αντέχει την απουσία, να ενεργοποιείται με την παρουσία. Σαν μια ιδιωτική παράσταση που ανοίγει και κλείνει.
Ακόμη και τα φυτά –κάκτος και ζάμια– είναι επιλεγμένα για να έχουν αντοχή. Όλα είναι μελετημένα. Στο κέντρο όλων, σιωπηλή και αιώνια, η Ακρόπολη. Φεύγοντας, νιώθω ότι έχω κερδίσει κάτι. Σαν να ήμουν σε ένα μικρό, ιδιωτικό μουσείο· μόνο που εδώ επιτρέπεται να ζεις. Ίσως τελικά αυτό να είναι το ζητούμενο: να φτιάχνεις χώρους που δεν σε εντυπωσιάζουν απλώς αλλά τακτοποιούν λίγο και το μέσα σου.