"Είμαστε όλοι κανίβαλοι"
"Κανένας σοβαρός εθνολόγος δεν αμφισβητεί την πραγματικότητα του κανιβαλισμού, αλλά όλοι γνωρίζουν επίσης ότι δεν μπορεί να περιοριστεί στην πιο βάναυση μορφή του, η οποία συνίσταται στη θανάτωση εχθρών προκειμένου να φαγωθούν. Αυτό το έθιμο υπήρχε αναμφίβολα στη Βραζιλία —για να περιοριστούμε σε ένα μόνο παράδειγμα— όπου ορισμένοι παλαιοί περιηγητές και Πορτογάλοι Ιησουίτες, που έζησαν για χρόνια ανάμεσα στους Ινδιάνους τον 16ο αιώνα και μιλούσαν τη γλώσσα τους, υπήρξαν πολύ εύγλωττοι μάρτυρες αυτού. Παράλληλα με τον εξω-κανιβαλισμό, πρέπει να δοθεί χώρος στον ενδο-κανιβαλισμό, ο οποίος συνίσταται στην κατανάλωση, σε μεγάλες ή πολύ μικρές ποσότητες, είτε σε φρέσκια είτε σε αποσυντεθειμένη ή μουμιοποιημένη κατάσταση, της σάρκας —ωμής, μαγειρεμένης ή απανθρακωμένης— αποθανόντων συγγενών. Στα σύνορα της Βραζιλίας και της Βενεζουέλας, οι Ινδιάνοι Γιανομάμι, ατυχή θύματα βάναυσης μεταχείρισης από τους χρυσοθήρες που εισέβαλαν στην επικράτειά τους, καταναλώνουν ακόμη και τώρα τα οστά των νεκρών τους, αφού προηγουμένως τα αλέσουν. Ο κανιβαλισμός μπορεί να ασκείται για την κάλυψη διατροφικών αναγκών (σε περιόδους έλλειψης ή λόγω προτίμησης στην ανθρώπινη σάρκα)· μπορεί να είναι μια πολιτική πράξη (τιμωρία εγκληματιών ή εκδίκηση κατά των εχθρών)· μπορεί να έχει μια μαγική λειτουργία (αφομοίωση των αρετών του θανόντος ή, αντιθέτως, εκδίωξη της ψυχής του· ή μπορεί να αποτελεί μέρος ενός τελετουργικού (θρησκευτική λατρεία, γιορτή των νεκρών ή τελετή ενηλικίωσης, ή ένα τυπικό για τη διασφάλιση της γεωργικής ευημερίας). Τέλος, μπορεί να είναι θεραπευτικός, όπως μαρτυρούν πολλές συνταγές της αρχαίας ιατρικής αλλά και στην ίδια την Ευρώπη σε ένα όχι και τόσο μακρινό παρελθόν. Οι ενέσεις ορμονών και τα μοσχεύματα ανθρώπινου εγκεφαλικού ιστού ανήκουν αναμφισβήτητα σε αυτή την τελευταία κατηγορία, όπως και οι μεταμοσχεύσεις οργάνων, οι οποίες έχουν γίνει κοινή πρακτική.
Τόσο ποικίλες είναι οι μορφές του κανιβαλισμού, τόσο διαφορετικές οι πραγματικές ή υποτιθέμενες λειτουργίες του, που μπορεί να φτάσουμε στο σημείο να αμφισβητήσουμε αν η έννοια του κανιβαλισμού, όπως χρησιμοποιείται σήμερα, μπορεί να οριστεί με σχετικά ακριβή τρόπο. Διαλύεται ή εξανεμίζεται μόλις επιχειρήσει κανείς να την συλλάβει. Ο κανιβαλισμός από μόνος του δεν έχει αντικειμενική πραγματικότητα. Είναι μια εθνοκεντρική κατηγορία: υπάρχει μόνο στα μάτια των κοινωνιών που τον απαγορεύουν. Κάθε σάρκα, ανεξάρτητα από την προέλευσή της, είναι μια κανιβαλιστική τροφή στον Βουδισμό, ο οποίος πιστεύει στην ενότητα της ζωής. Αντιστρόφως, στην Αφρική και τη Μελανησία, ορισμένες ομάδες κατέστησαν την ανθρώπινη σάρκα μια τροφή ανάμεσα στις άλλες, αν όχι μερικές φορές την καλύτερη, την πιο σεβαστή, τη μόνη, όπως έλεγαν, που "έχει όνομα".
Claude Levi-Strauss, We Are All Cannibals: And Other Essays, Columbia University Press, 2016. Πρώτη δημοσίευση στην ιταλική εφημερίδα La Repubblica.
Το μάθημα σοφίας από τις τρελές αγελάδες
Claude Lévi-Strauss
Études rurales 157-158 | 2001 (πρώτη δημοσίευση στην ιταλική εφημερίδα La Repubblica το 1996)
Για τους ιθαγενείς της Αμερικής και για τους περισσότερους λαούς που παρέμειναν για καιρό χωρίς γραφή, ο καιρός των μύθων ήταν εκείνος κατά τον οποίο οι άνθρωποι και τα ζώα δεν διέφεραν πραγματικά μεταξύ τους και μπορούσαν να επικοινωνούν. Το να θεωρήσει κανείς πως οι ιστορικοί χρόνοι ξεκινούν από τον Πύργο της Βαβέλ —όταν οι άνθρωποι έχασαν τη χρήση μιας κοινής γλώσσας και έπαψαν να καταλαβαίνονται— θα τους φαινόταν ότι εκφράζει μια εξαιρετικά περιορισμένη όψη των πραγμάτων. Αυτό το τέλος μιας πρωτόγονης αρμονίας συνέβη, κατ’ αυτούς, σε μια πολύ ευρύτερη σκηνή· δεν έπληξε μόνο τους ανθρώπους, αλλά όλα τα έμβια όντα.
Ακόμη και σήμερα, θα έλεγε κανείς πως συνεχίζουμε να έχουμε μία αόριστη συνείδηση αυτής της αρχέγονης αλληλεγγύης ανάμεσα σε όλες τις μορφές ζωής. Τίποτα δεν μας φαίνεται πιο επείγον από το να εμφυσήσουμε, σχεδόν από τη γέννηση, το αίσθημα αυτής της συνέχειας στο πνεύμα των μικρών παιδιών μας. Τα περιβάλλουμε με ομοιώματα ζώων από καουτσούκ ή λούτρινα, και τα πρώτα εικονογραφημένα βιβλία που φέρνουμε μπροστά στα μάτια τους, τους δείχνουν —πολύ πριν τα συναντήσουν στην πραγματικότητα— την αρκούδα, τον ελέφαντα, το άλογο, τον γάιδαρο, τον σκύλο, τη γάτα, τον κόκορα, την κότα, το ποντίκι, το κουνέλι κ.λπ.· λες και έπρεπε, από την πιο τρυφερή ηλικία, να τους μεταδώσουμε τη νοσταλγία μιας ενότητας που σύντομα θα καταλάβουν ότι έχει παρέλθει.
Δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι η θανάτωση εμβίων όντων για τροφή θέτει στους ανθρώπους —είτε το συνειδητοποιούν είτε όχι— ένα φιλοσοφικό ζήτημα το οποίο όλες οι κοινωνίες επιχείρησαν να επιλύσουν. Η Παλαιά Διαθήκη το παρουσιάζει ως έμμεση συνέπεια της Πτώσης. Στον Κήπο της Εδέμ, ο Αδάμ και η Εύα τρέφονταν με καρπούς και σπόρους (Γένεσις Α', 29). Μόνο από τον Νώε και μετά έγινε ο άνθρωπος σαρκοφάγος (Θ', 3). Είναι σημαντικό το γεγονός ότι αυτή η ρήξη ανάμεσα στο ανθρώπινο γένος και τα υπόλοιπα ζώα προηγείται αμέσως της ιστορίας του Πύργου της Βαβέλ, δηλαδή του χωρισμού των ανθρώπων μεταξύ τους, λες κι αυτός ήταν η συνέπεια ή μια ειδική περίπτωση του πρώτου.
Αυτή η αντίληψη καθιστά τη σαρκοφαγική διατροφή ένα είδος εμπλουτισμού της χορτοφαγικής δίαιτας. Αντιθέτως, ορισμένοι λαοί χωρίς γραφή βλέπουν σε αυτήν μια ελάχιστα εξασθενημένη μορφή κανιβαλισμού. Εξανθρωπίζουν τη σχέση ανάμεσα στον κυνηγό (ή τον ψαρά) και το θήραμά του, συλλαμβάνοντάς την πάνω στο μοντέλο μιας σχέσης συγγένειας: ανάμεσα σε συγγενείς εξ αγχιστείας ή, ακόμη πιο άμεσα, ανάμεσα σε συζύγους (μια εξομοίωση που διευκολύνεται από εκείνη που όλες οι γλώσσες του κόσμου, ακόμη και οι δικές μας μέσα από αργκό εκφράσεις, ταυτίζουν την πράξη του φαγητού με την πράξη της συνουσίας. Το κυνήγι και το ψάρεμα εμφανίζονται έτσι ως ένα είδος ενδο-κανιβαλισμού.
Άλλοι λαοί, μερικές φορές και οι ίδιοι, κρίνουν ότι η συνολική ποσότητα ζωής που υπάρχει κάθε στιγμή στο σύμπαν πρέπει πάντα να βρίσκεται σε ισορροπία. Ο κυνηγός ή ο ψαράς που αποσπά ένα μέρος της θα πρέπει, θα λέγαμε, να το ανταποδώσει εις βάρος του δικού του προσδόκιμου ζωής· ένας άλλος τρόπος να βλέπει κανείς στη σαρκοφαγική διατροφή μια μορφή κανιβαλισμού: αυτο-κανιβαλισμού αυτή τη φορά, αφού, σύμφωνα με αυτή την αντίληψη, τρώει κανείς τον ίδιο του τον εαυτό πιστεύοντας ότι τρώει κάποιον άλλον.
Πριν από περίπου τρία χρόνια, με αφορμή την επιδημία της λεγόμενης νόσου των τρελών αγελάδων, η οποία δεν ήταν τότε τόσο επίκαιρη όσο έχει γίνει σήμερα, εξηγούσα στους αναγνώστες της La Repubblica σε ένα άρθρο ("Είμαστε όλοι κανίβαλοι", 10-11 Οκτωβρίου 1993) ότι οι παρόμοιες παθολογίες από τις οποίες έπεφτε ενίοτε θύμα ο άνθρωπος —το kuru στη Νέα Γουινέα, τα νέα κρούσματα της νόσου Κρόιτσφελντ-Γιάκομπ στην Ευρώπη (ως αποτέλεσμα της χορήγησης εκχυλισμάτων ανθρώπινου εγκεφάλου για τη θεραπεία αναπτυξιακών διαταραχών)— συνδέονταν με πρακτικές που ενέπιπταν, με την κυριολεκτική έννοια, στον κανιβαλισμό, την έννοια του οποίου έπρεπε να διευρύνουμε ώστε να μπορέσουμε να τις συμπεριλάβουμε όλες. Και να που τώρα μαθαίνουμε ότι η ασθένεια της ίδιας οικογένειας που πλήττει τις αγελάδες σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες (και η οποία ενέχει θανάσιμο κίνδυνο για τον καταναλωτή) μεταδόθηκε μέσω των κρεαταλεύρων βοείας προέλευσης με τα οποία τάιζαν τα ζώα. Προέκυψε, επομένως, από τη μετατροπή τους από τον άνθρωπο σε κανίβαλους, βάσει ενός μοντέλου που, άλλωστε, δεν στερείται προηγουμένου στην ιστορία. Κείμενα της εποχής αναφέρουν ότι κατά τη διάρκεια των Θρησκευτικών Πολέμων που αιματοκύλισαν τη Γαλλία τον 16ο αιώνα, οι πεινασμένοι Παριζιάνοι αναγκάστηκαν να τραφούν με ένα ψωμί φτιαγμένο από αλεύρι ανθρώπινων οστών, τα οποία ανέσυραν από τις κατακόμβες για να τα αλέσουν.
Η σύνδεση ανάμεσα στην κρεατοφαγία και σε έναν κανιβαλισμό διευρυμένο σε τέτοιο βαθμό ώστε να αποκτά μια οικουμενική χροιά, έχει λοιπόν πολύ βαθιές ρίζες στη σκέψη. Έρχεται ξανά στο προσκήνιο με την επιδημία των "τρελών αγελάδων", καθώς στον φόβο μήπως κολλήσουμε μια θανάσιμη ασθένεια προστίθεται η φρίκη που μας εμπνέει παραδοσιακά ο κανιβαλισμός, ο οποίος τώρα επεκτείνεται και στα βοοειδή. Διαμορφωμένοι από την πρώιμη παιδική ηλικία, παραμένουμε βεβαίως σαρκοφάγοι και καταφεύγουμε σε εναλλακτικά είδη κρέατος. Παραμένει ωστόσο γεγονός ότι η κατανάλωση κρέατος μειώθηκε θεαματικά. Όμως, πόσοι από εμάς, πολύ πριν από αυτά τα γεγονότα, που δεν μπορούσαμε να προσπεράσουμε τον πάγκο ενός χασάπη χωρίς να νιώσουμε δυσφορία, βλέποντάς τον μέσα από την προοπτική των μελλοντικών αιώνων; Επειδή θα έρθει μια μέρα που η ιδέα ότι οι άνθρωποι του παρελθόντος, για να τραφούν, εξέτρεφαν και έσφαζαν έμβια όντα και εξέθεταν με αυταρέσκεια τις διαμελισμένες σάρκες τους σε βιτρίνες, θα προκαλεί αναμφίβολα την ίδια αποστροφή που προκαλούσαν στους ταξιδιώτες του 16ου ή του 17ου αιώνα τα κανιβαλιστικά γεύματα των "αγρίων" της Αμερικής, της Ωκεανίας ή της Αφρικής.
Η αυξανόμενη απήχηση των κινημάτων για την προστασία των ζώων το μαρτυρά: αντιλαμβανόμαστε ολοένα και πιο καθαρά την αντίφαση στην οποία μας εγκλωβίζουν τα ήθη μας, ανάμεσα στην ενότητα της πλάσης, όπως αυτή εκδηλωνόταν ακόμη κατά την είσοδο στην Κιβωτό του Νώε, και την άρνησή της από τον ίδιο τον Δημιουργό, κατά την έξοδο.
Μεταξύ των φιλοσόφων, ο Ογκύστ Κοντ είναι πιθανότατα ένας από εκείνους που έδωσαν τη μεγαλύτερη προσοχή στο πρόβλημα των σχέσεων ανάμεσα στον άνθρωπο και το ζώο. Το έπραξε υπό μια μορφή που οι σχολιαστές προτίμησαν να αγνοήσουν, αποδίδοντάς την σε εκείνες τις εκκεντρικότητες στις οποίες επιδιδόταν συχνά αυτό το σπουδαίο πνεύμα. Κι όμως, αξίζει να σταθούμε σε αυτήν.
Ο Κοντ χωρίζει τα ζώα σε τρεις κατηγορίες. Στην πρώτη, κατατάσσει εκείνα που, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, αποτελούν κίνδυνο για τον άνθρωπο, και προτείνει πολύ απλά την εξόντωσή τους.
Συγκεντρώνει σε μια δεύτερη κατηγορία τα είδη που προστατεύονται και εκτρέφονται από τον άνθρωπο για τη διατροφή του: βοοειδή, χοιρινά, αιγοπρόβατα, πουλερικά… Εδώ και χιλιετίες, ο άνθρωπος τα έχει μεταμορφώσει τόσο βαθιά, ώστε δεν μπορούμε καν να τα αποκαλούμε πλέον ζώα. Πρέπει να βλέπουμε σε αυτά "θρεπτικά εργαστήρια" όπου παρασκευάζονται οι οργανικές ενώσεις που είναι απαραίτητες για την επιβίωσή μας.
Αν ο Κοντ εξορίζει αυτή τη δεύτερη κατηγορία από το ζωικό βασίλειο, εντάσσει την τρίτη στην ανθρωπότητα. Αυτή περιλαμβάνει τα κοινωνικά είδη όπου βρίσκουμε τους συντρόφους μας και συχνά ακόμη και ενεργούς βοηθούς: ζώα των οποίων "η διανοητική κατωτερότητα έχει υπερβολικά τονιστεί". Ορισμένα, όπως ο σκύλος και η γάτα, είναι σαρκοφάγα. Άλλα, λόγω της φύσης τους ως φυτοφάγα, δεν διαθέτουν επαρκές πνευματικό επίπεδο που να τα καθιστά αξιοποιήσιμα. Ο Κοντ εισηγείται τη μετατροπή τους σε σαρκοβόρα, πράγμα διόλου αδύνατο στα μάτια του, αφού στη Νορβηγία, όταν λείπει η ζωοτροφή, ταΐζουν τα ζώα με αποξηραμένα ψάρια. Έτσι, ορισμένα φυτοφάγα θα οδηγηθούν στον ύψιστο βαθμό τελειότητας που επιδέχεται η ζωική φύση. Καθιστώντας τα πιο ενεργητικά και πιο έξυπνα μέσω του νέου διαιτολογίου τους, θα είναι πιο πρόθυμα να αφοσιωθούν στα αφεντικά τους, να συμπεριφέρονται ως υπηρέτες της ανθρωπότητας. Θα μπορούμε να τους εμπιστευτούμε την κύρια επίβλεψη των πηγών ενέργειας και των μηχανών, αποδεσμεύοντας έτσι τους ανθρώπους για άλλες εργασίες. Ουτοπία βεβαίως, αναγνωρίζει ο Κοντ, αλλά όχι περισσότερο από τη μετουσίωση των μετάλλων, η οποία ωστόσο βρίσκεται στην απαρχή της σύγχρονης χημείας. Εφαρμόζοντας την ιδέα της μετουσίωσης στα ζώα, δεν κάνουμε τίποτε άλλο παρά να επεκτείνουμε την ουτοπία από την υλική τάξη στη ζωτική τάξη.
Οι απόψεις αυτές, αν και διατυπώθηκαν πριν από ενάμιση αιώνα είναι προφητικές από πολλές απόψεις, ενώ από άλλες παρουσιάζουν έναν χαρακτήρα παραδοξότητας. Είναι δυστυχώς αλήθεια ότι ο άνθρωπος προκαλεί, άμεσα ή έμμεσα, την εξαφάνιση αναρίθμητων ειδών και ότι άλλα, εξαιτίας του, απειλούνται σοβαρά. Ας αναλογιστεί κανείς τις αρκούδες, τους λύκους, τις τίγρεις, τους ρινόκερους, τους ελέφαντες, τις φάλαινες κ.λπ., καθώς και τα είδη εντόμων και άλλων ασπόνδυλων που οι καταστροφές τις οποίες επιφέρει ο άνθρωπος στο φυσικό περιβάλλον εξολοθρεύουν μέρα με τη μέρα.
Προφητική επίσης, και σε βαθμό που ο Κοντ δεν θα μπορούσε να φανταστεί, είναι αυτή η εικόνα των ζώων που ο άνθρωπος, για την τροφή του, μετατρέπει αμείλικτα σε "θρεπτικά εργαστήρια". Η βιομηχανική εκτροφή μοσχαριών, χοίρων και κοτόπουλων το καταδεικνύει με τον πιο φρικτό τρόπο. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο φάνηκε μάλιστα πολύ πρόσφατα να αντιμετωπίζει αυτό το ζήτημα με κάποια ευαισθησία.
Προφητική, τέλος, είναι η ιδέα ότι τα ζώα που αποτελούν την τρίτη κατηγορία που συνέλαβε ο Κοντ θα γίνουν για τον άνθρωπο ενεργοί συνεργάτες, όπως μαρτυρούν οι όλο και πιο ποικίλες αποστολές που ανατίθενται σε εκπαιδευτές σκύλων, η προσφυγή σε πιθήκους ειδικά εκπαιδευμένους για να βοηθούν άτομα με βαριά αναπηρία, και οι προσδοκίες που γεννούν τα δελφίνια.
Η μετουσίωση των φυτοφάγων σε σαρκοβόρα είναι, επίσης, προφητική —το δράμα των "τρελών αγελάδων" το αποδεικνύει— αλλά σε αυτή την περίπτωση τα πράγματα δεν εξελίχθηκαν με τον τρόπο που προέβλεψε ο Κοντ. Αν μετατρέψαμε τα φυτοφάγα σε σαρκοβόρα, αυτή η μεταμόρφωση ίσως δεν είναι, αρχικά, τόσο πρωτότυπη όσο νομίζουμε. Έχει υποστηριχθεί ότι τα μηρυκαστικά δεν είναι πραγματικά φυτοφάγα, καθώς τρέφονται κυρίως με μικροοργανισμούς, οι οποίοι με τη σειρά τους τρέφονται με φυτά μέσω της ζύμωσης σε ένα ειδικά διαμορφωμένο στομάχι.
Κυρίως, αυτή η μεταμόρφωση δεν διεξήχθη προς όφελος των ενεργών βοηθών του ανθρώπου, αλλά εις βάρος εκείνων των ζώων που ο Κοντ χαρακτήριζε ως θρεπτικά εργαστήρια: ένα ολέθριο σφάλμα για το οποίο ο ίδιος είχε προειδοποιήσει, διότι, όπως έλεγε, "η υπερβολική ζωικότητα θα τους ήταν επιβλαβής". Επιβλαβής όχι μόνο για εκείνα, αλλά και για εμάς: δεν είναι άραγε επειδή τους προσδώσαμε μια υπερβολική ζωικότητα (λόγω της μετατροπής τους όχι απλώς σε σαρκοφάγα, αλλά σε κανίβαλους) που μετατρέψαμε, άθελά μας βέβαια, τα "θρεπτικά εργαστήριά" μας σε εργαστήρια θανάσιμα;
Η νόσος των τρελών αγελάδων δεν έχει εξαπλωθεί ακόμη σε όλες τις χώρες. Η Ιταλία, νομίζω, παραμένει μέχρι στιγμής αλώβητη. Ίσως ξεχαστεί σύντομα: είτε επειδή η επιδημία θα σβήσει από μόνη της, όπως προβλέπουν οι Βρετανοί επιστήμονες, είτε επειδή θα ανακαλυφθούν εμβόλια ή θεραπείες, ή επειδή μια αυστηρή υγειονομική πολιτική θα εγγυηθεί την υγεία των ζώων που προορίζονται για σφαγή. Όμως, και άλλα σενάρια είναι επίσης πιθανά.
Υπάρχουν υποψίες ότι, αντίθετα με τις κρατούσες αντιλήψεις, η νόσος θα μπορούσε να ξεπεράσει τα βιολογικά σύνορα μεταξύ των ειδών. Πλήττοντας όλα τα ζώα με τα οποία τρεφόμαστε, θα εγκαθίστατο μόνιμα και θα συγκαταλεγόταν πλέον μεταξύ των δεινών που γεννήθηκαν από τον βιομηχανικό πολιτισμό, τα οποία θέτουν σε ολοένα και σοβαρότερο κίνδυνο την ικανοποίηση των αναγκών όλων των έμβιων όντων.
Ήδη δεν αναπνέουμε παρά μόνο μολυσμένο αέρα. Το νερό, επίσης μολυσμένο, δεν είναι πια το αγαθό που μπορούσαμε να θεωρούμε απεριόριστα διαθέσιμο: γνωρίζουμε πως είναι μετρημένο, τόσο για τη γεωργία όσο και για τις οικιακές χρήσεις. Από την εμφάνιση του AIDS, οι σεξουαλικές σχέσεις ενέχουν θανάσιμο κίνδυνο. Όλα αυτά τα φαινόμενα ανατρέπουν και θα ανατρέψουν με βαθύ τρόπο τις συνθήκες ζωής της ανθρωπότητας, προαναγγέλλοντας μια νέα εποχή στην οποία θα έπαιρνε θέση, ως απλή συνέχεια, αυτός ο άλλος θανάσιμος κίνδυνος που θα παρουσίαζε στο εξής η κρεατοφαγία.
Άλλωστε, αυτός δεν είναι ο μόνος παράγοντας που θα μπορούσε να αναγκάσει τον άνθρωπο να την εγκαταλείψει. Σε έναν κόσμο όπου ο συνολικός πληθυσμός πιθανότατα θα έχει διπλασιαστεί σε λιγότερο από έναν αιώνα, το κτηνοτροφικό κεφάλαιο και τα άλλα ζώα εκτροφής γίνονται για τον άνθρωπο τρομεροί ανταγωνιστές. Έχει υπολογιστεί ότι στις Ηνωμένες Πολιτείες, τα δύο τρίτα των παραγόμενων δημητριακών χρησιμεύουν για τη διατροφή τους. Και ας μην ξεχνάμε ότι αυτά τα ζώα μάς αποδίδουν υπό μορφή κρέατος πολύ λιγότερες θερμίδες από όσες κατανάλωσαν κατά τη διάρκεια της ζωής τους (το ένα πέμπτο, μου έχουν πει, για ένα κοτόπουλο). Ένας επεκτεινόμενος ανθρώπινος πληθυσμός θα χρειαστεί σύντομα για την επιβίωσή του το σύνολο της τρέχουσας παραγωγής δημητριακών: τίποτα δεν θα απομείνει για το κτηνοτροφικό κεφάλαιο και τα πουλερικά, έτσι ώστε όλοι οι άνθρωποι θα πρέπει να προσαρμόσουν το διαιτολόγιό τους σε εκείνο των Ινδών και των Κινέζων, όπου η ζωική σάρκα καλύπτει ένα πολύ μικρό μέρος των αναγκών σε πρωτεΐνες και θερμίδες. Θα χρειαστεί ίσως ακόμη και να την απαρνηθούμε εντελώς, διότι ενώ ο πληθυσμός αυξάνεται, η επιφάνεια των καλλιεργήσιμων εδαφών μειώνεται υπό την επίδραση της διάβρωσης και της αστικοποίησης, τα αποθέματα υδρογονανθράκων πέφτουν και οι υδάτινοι πόροι περιορίζονται. Αντιθέτως, οι ειδικοί εκτιμούν ότι αν η ανθρωπότητα γινόταν εξ ολοκλήρου χορτοφαγική, οι εκτάσεις που καλλιεργούνται σήμερα θα μπορούσαν να θρέψουν έναν διπλάσιο πληθυσμό.
Είναι αξιοσημείωτο ότι στις δυτικές κοινωνίες, η κατανάλωση κρέατος τείνει αυθόρμητα να κάμπτεται, λες και οι κοινωνίες αυτές άρχισαν να αλλάζουν διατροφικό πρότυπο. Σε αυτή την περίπτωση, η επιδημία της νόσου των τρελών αγελάδων, απομακρύνοντας τους καταναλωτές από το κρέας, θα έδινε απλώς ώθηση σε μια ήδη υπάρχουσα τάση. Θα της προσέθετε απλώς μια μυστικιστική συνιστώσα, αποτελούμενη από το διάχυτο αίσθημα ότι το είδος μας πληρώνει το τίμημα για την παραβίαση της φυσικής τάξης.
Οι γεωπόνοι θα αναλάβουν να ανεβάσουν τα επίπεδα πρωτεΐνης στα καλλιεργούμενα φυτά, και οι χημικοί να παράγουν σε βιομηχανική κλίμακα συνθετικές πρωτεΐνες. Αλλά ακόμη και αν η σπογγώδης εγκεφαλοπάθεια (η επιστημονική ονομασία της νόσου των τρελών αγελάδων και άλλων συγγενών παθήσεων) εγκατασταθεί μόνιμα, ας στοιχηματίσουμε ότι η όρεξη για κρέας δεν θα εξαφανιστεί παρ' όλα αυτά. Η ικανοποίησή της θα γίνει απλώς μια σπάνια περίσταση, δαπανηρή και γεμάτη κινδύνους. (Η Ιαπωνία γνωρίζει κάτι παρόμοιο με το fugu, ένα ψάρι με εξαιρετική γεύση, όπως λένε, το οποίο όμως, αν δεν καθαριστεί τέλεια, μπορεί να αποβεί θανάσιμο δηλητήριο). Το κρέας θα περιλαμβάνεται στο μενού μόνο σε εξαιρετικές περιστάσεις. Θα καταναλώνεται με το ίδιο μείγμα ευλαβικού σεβασμού και ανησυχίας που, σύμφωνα με τους παλαιούς περιηγητές, χαρακτήριζε τα κανιβαλιστικά γεύματα ορισμένων λαών. Και στις δύο περιπτώσεις, πρόκειται ταυτόχρονα για μια επικοινωνία με τους προγόνους και για την πρόσληψη, με προσωπικό ρίσκο, της επικίνδυνης ύλης ζωντανών πλασμάτων που ήταν ή έγιναν εχθρικοί.
Η κτηνοτροφία, όντας πλέον μη αποδοτική, έχοντας εξαφανιστεί εντελώς, αυτό το κρέας που θα αγοράζεται σε καταστήματα πολυτελείας δεν θα προέρχεται πια παρά μόνο από το κυνήγι. Τα παλιά μας κοπάδια, αφημένα στην τύχη τους, θα αποτελούν ένα θήραμα όπως όλα τα άλλα, μέσα σε μια ύπαιθρο που θα έχει αποδοθεί εκ νέου στην πρωτόγονη φύση της.
Δεν μπορούμε, επομένως, να ισχυριστούμε ότι η εξάπλωση ενός πολιτισμού που αυτοαποκαλείται παγκόσμιος θα επιφέρει την ομοιομορφία στον πλανήτη. Με τον συγχρωτισμό, όπως βλέπουμε τώρα, σε μεγαλουπόλεις τόσο μεγάλες όσο ολόκληρες επαρχίες, ένας πληθυσμός που άλλοτε ήταν καλύτερα κατανεμημένος θα εκκενώσει άλλους χώρους. Οριστικά εγκαταλελειμμένοι από τους κατοίκους τους, οι χώροι αυτοί θα επέστρεφαν σε αρχέγονες συνθήκες· εδώ κι εκεί, οι πιο παράξενοι τρόποι ζωής θα έβρισκαν τη θέση τους. Αντί να οδεύει προς τη μονοτονία, η εξέλιξη της ανθρωπότητας θα τόνιζε τις αντιθέσεις, θα δημιουργούσε μάλιστα νέες, αποκαθιστώντας την κυριαρχία της διαφορετικότητας. Σπάζοντας συνήθειες χιλιάδων ετών, αυτό είναι το μάθημα σοφίας που ίσως, μια μέρα, θα έχουμε διδαχθεί από τις τρελές αγελάδες.