Η Κασσιανή δεν είναι απλώς το όνομα πίσω από το δημοφιλές τροπάριο της Μεγάλης Εβδομάδας.
Είναι μία από τις σημαντικότερες μορφές της βυζαντινής γραμματείας και μια σπάνια γυναικεία φωνή που άφησε ισχυρό αποτύπωμα σε μια ανδροκρατούμενη εποχή.
Η Κασσιανή (περ. 805–865) ήταν λόγια της Κωνσταντινούπολης, μοναχή και κορυφαία υμνογράφος του Βυζαντίου. Το όνομά της έχει συνδεθεί με μια γνωστή, αλλά περισσότερο θρυλική παρά ιστορικά επιβεβαιωμένη αφήγηση: εκείνη του «χρυσού μήλου» και του αυτοκράτορα Θεόφιλου.
Σύμφωνα με την παράδοση, σε έναν «διαγωνισμό νύφης» ο Θεόφιλος κρατούσε ένα χρυσό μήλο, το οποίο θα έδινε στην εκλεκτή του. Όταν στάθηκε μπροστά στην Κασσιανή, της είπε «ἐκ γυναικὸς τὰ χείρω», υπαινισσόμενος την Εύα και τα κακά που προέρχονται από τη γυναίκα. Εκείνη απάντησε «καὶ ἐκ γυναικὸς τὰ κρείττω», αναφερόμενη στη Θεοτόκο και τα αγαθά που προέρχονται από τη γυναίκα. Ο αυτοκράτορας, λέγεται, ενοχλήθηκε από την απάντησή της και τελικά επέλεξε άλλη γυναίκα. Η ιστορία αυτή καταγράφεται σε μεταγενέστερες πηγές και αντιμετωπίζεται από τη σύγχρονη έρευνα περισσότερο ως συμβολική παρά ως ιστορικό γεγονός.
Λέγεται ότι έχτισε ένα μοναστήρι με δικά της χρήματα και αφιερώθηκε στη ζωή της μοναχής. Μέσα στο κελί της έγραφε ποιήματα και ύμνους, μεταξύ των οποίων, «το τροπάριο της Κασσιανής».
Αξίζει να σημειωθεί ότι η «αμαρτωλή» του τροπαρίου δεν πρέπει να ταυτίζεται με την ίδια την Κασσιανή. Πρόκειται για το ευαγγελικό πρόσωπο της γυναίκας που μετανοεί, μέσα από το οποίο η υμνογράφος εκφράζει με βαθιά ευαισθησία το θέμα της μετάνοιας και της λύτρωσης.
Το τροπάριο της Κασσιανής
Σύμφωνα με αναφορές, η Κασσιανή λέγεται πως εμπνεύστηκε το τροπάριο από τα λόγια των Ευαγγελιστών για την αμαρτωλή γυναίκα, τη μοιχαλίδα, που ο Χριστός έσωσε από βέβαιο λιθοβολισμό.
Όταν ο Ιησούς βρέθηκε στο σπίτι του Σίμωνα του λεπρού, η «αμαρτωλή» γυναίκα αισθάνθηκε την ανάγκη να εκφράσει την ευγνωμοσύνη και αφοσίωσή της στον Χριστό. Αγόρασε μύρο και με δάκρυα στα μάτια πήγε να πλύνει τα πόδια του Ιησού. Όταν έβλεπε το μύρο να τρέχει από τα πόδια του, το σκούπιζε με τα μαλλιά της.
Στην επίσημη ιστοσελίδα του, το Cambridge University Press παρουσιάζει τη σύνοψη μιας ανάλυσης, σύμφωνα με την οποία ο ύμνος αναπτύσσει την ευαγγελική ιστορία της «αμαρτωλής γυναίκας» που μετανοεί και πλησιάζει τον Χριστό και εστιάζει στα δάκρυα και τη μετάνοια ως βασικά στοιχεία σωτηρίας. Παρουσιάζει τη γυναίκα να αναγνωρίζει τη θεϊκή φύση του Χριστού και να ζητά συγχώρεση, δημιουργώντας μια έντονη συναισθηματική εμπειρία για τους πιστούς, μέσα από την έννοια της «κατάνυξης».
Τι γιορτάζουμε τη Μ. Τρίτη
Δύο χρόνια πριν, τη Μεγάλη Τρίτη, ο Μητροπολίτης Νότιας Ασίας Κωνσταντίνος Τσίλης εξηγούσε στην ΕΡΤ το νόημα της ημέρας:
«Σήμερα η Εκκλησία μας παρουσιάζει την παραβολή των δέκα παρθένων. Έχουμε γάμο σήμερα. Είναι ο γάμος, οι 10 κοπέλες περιμένουν το ζευγάρι να έρθει. Τα έθιμα της εποχής αναφέρουν ότι το γλέντι ξεκινά από το σπίτι του γαμπρού και μόλις τελειώσει πηγαίνουν στον χώρο που θα γίνει η στέψη. Οι 5 κοπέλες, παράνυφοι όπως θα λέγαμε σήμερα, έχουν λάδι για τα λυχνάρια τους για να φωτίσουν την τελετή. Οι άλλες πέντε δεν έχουν παραπανήσιο, οπότε περιμένοντας μένουν με σβηστά λυχνάρια και μέχρι να πάνε να βρουν, έρχεται το ζευγάρι και εκείνες χάνουν τη χαρά του γάμου. Αυτή είναι μια ιστορία για να δείξουμε ότι όλοι μας αναβάλλουμε ό,τι έχουμε μέσα μας για την επόμενη ημέρα. Σήμερα είναι η μέρα που μπορούμε να κάνουμε μια αρχή, να επικοινωνήσουμε με τους ανθρώπους και τον εαυτό μας».