Γεννήθηκα στην Αθήνα και μεγάλωσα τέρμα Αχαρνών. Ο πατέρας μου είχε ένα εργοστάσιο που έφτιαχνε μωσαϊκά πλακάκια με τσιμέντο και βοτσαλωτά, τεράτσο, και μέσα σε αυτήν τη διαδικασία της ύλης, του φυσικού υλικού, του βότσαλου και της επίστρωσης σε όλων των λογιών τις επιφάνειες, έφτιαχναν και έργα. Είχε πολλούς φίλους και συνεργάτες καλλιτέχνες που κάνανε και πλάκες και πλακάκια· αυτοί οι άνθρωποι μπαινόβγαιναν στο σπίτι – τα έργα τους κάποτε τα αγόραζε. Η σχέση ήταν πρώτα ανθρώπινη και μετά αισθητική.
• Αυτό που θυμάμαι πιο έντονα από την παιδική μου ηλικία ή γενικότερα από όλες τις ηλικίες είναι τα υλικά και τον τρόπο με τον οποίο το σώμα υπάρχει μέσα σε έναν χώρο. Θυμάμαι αρκετά τα χρώματα – είχα και έχω μια εμμονή με το πώς πέφτει το φως πάνω στα πράγματα, πώς φαίνονται στο φως, πώς φαίνονται όταν δεν έχει φως.
• Προσπάθησα να ασχοληθώ με τα εικαστικά, έκανα πράγματα· έχοντας όμως επίγνωση ότι θα ήμουν κακή καλλιτέχνιδα, δεν το πίεσα. Μπαίνοντας λίγο περισσότερο σε αυτό το πράγμα και γνωρίζοντας αληθινούς καλλιτέχνες, κατάλαβα ότι δεν έχουν επιλογή· όταν πας να κάνεις ένα έργο από επιλογή, δεν είσαι καλός καλλιτέχνης.
• Η τέχνη με ενδιέφερε από πάντα – η λέξη «εικαστικά» είναι πολύ περίεργη γιατί αποκλείει πάρα πολλά πράγματα. Δεν θέλω να το κάνω λαϊκίστικο, ότι όλα είναι τέχνη, αλλά η τέχνη είναι παντού, είναι κάποιες αποφάσεις που πρέπει να πάρεις στη ζωή σου σε σχέση με τον τρόπο που είσαι, που ζεις, τους ανθρώπους που κάνεις παρέα, τι φοράς, πού πας να φας. Είναι ο τρόπος που συνδέεσαι, επειδή έχεις διαφορετικά κριτήρια ή αντιλήψεις ή τρόπο να βλέπεις τα πράγματα. Τέχνη είναι η αρχιτεκτονική, είναι η πόλη, είναι ο τρόπος που θα φορέσεις ένα πουκάμισο, είναι πάρα πολλά. Τώρα, στο στούντιο των καλλιτεχνών –που είναι ένας ιερός χώρος, αλλά δεν πρέπει να ιεροποιείται– με ενδιαφέρουν η βαρύτητα και η ελαφρότητα της βρομιάς, ότι υπάρχει μια πραγματικότητα η οποία συντελείται εκεί έξω και είναι μόνιμη.
«Σίγουρα υπάρχει λογοκρισία στην τέχνη – δεν βλέπεις τι έγινε στη Βενετία; Κόπηκε το pavilion της Νότιας Αφρικής λόγω σύνδεσης με την Παλαιστίνη».
• Σπούδασα στην Αθήνα και το 2002 πήγα στο Goldsmiths στο Λονδίνο για να κάνω μεταπτυχιακό στην Ιστορία και τη Φιλοσοφία της Τέχνης. Ήταν η πρώτη χρονιά που το πανεπιστήμιό μου άλλαζε το πτυχίο, το τμήμα της Ιστορίας και Φιλοσοφίας της Τέχνης από ιστορικό έγινε Visual Cultures, και έγινε επανάσταση. Είχαμε έναν Γερμανό καθηγητή Φιλοσοφίας, πολύ μεγάλο σε ηλικία και πολύ σπουδαίο, τον οποίο για πλάκα λέγαμε Βίνκελμαν, ο οποίος είκοσι τέσσερα χρόνια πριν είχε πει το εξής: «Στο όχι πολύ μακρινό μέλλον, θα έρθει μια εποχή που δεν θα μπορούμε να διαβάσουμε, θα κοιτάμε τις οθόνες και θα είναι μόνο εικόνες, κινούμενες και μη». Πολεμήσαμε πολύ να μείνει το παραδοσιακό μάθημα της Ιστορίας της Τέχνης, αλλά χάσαμε. Ήταν μια στιγμή που αυτή η πολύ σημαντική σχολή, η οποία είχε βασίσει το σύστημα γνώσης της γύρω από την αποδόμηση και τον Φουκό, ερχόταν να κάνει αυτή την αποδόμηση πράξη. Αυτό ναι μεν είχε πολύ ενδιαφέρον, αλλά ο «Βίνκελμαν» είχε πάρα πολύ δίκιο όταν μιλούσε για το μέλλον και το καταλαβαίναμε, χωρίς αυτό να είναι μια συντηρητική και φοβισμένη στάση. Από πίστη στη σημασία της ιστορίας ως επιστήμης και στη συντήρηση της δυνατότητας της ιστορικής σκέψης.
• Πήγα στην Κωνσταντινούπολη να δω τη φίλη μου την Πινάρ, μια Τουρκάλα που γνώρισα στο πανεπιστήμιο, η οποία είχε χωρίσει και ήταν χάλια. Έμεινα μαζί της έναν μήνα για να της συμπαρασταθώ και δεν γύρισα ποτέ στο Λονδίνο να ολοκληρώσω το διδακτορικό μου. Έμεινα στην Κωνσταντινούπολη δώδεκα σχεδόν χρόνια. Πέρασα πολλές διαφορετικές περιόδους σε αυτά τα χρόνια – εκείνη η περίοδος με έκανε να ανοίξω την γκαλερί το 2007, ακολούθησαν δύο φάσεις της γκαλερί και μετά το κλείσιμό της. Η απόφαση να φύγω από την Πόλη δεν ήταν καθόλου εύκολη ή γρήγορη, ακόμα με ταλανίζει.
• Το μόνο που σκεφτόμουν τότε που άνοιξα τη Rodeo ήταν ότι ήθελα να κάνω εκθέσεις, δεν σκεφτόμουν καθόλου πώς θα βγάλω λεφτά. Είχα έναν κύκλο ανθρώπων γύρω μου που με στήριξαν ουσιαστικά γιατί με πίστεψαν πολύ και το ήθελαν – υπήρξαν και κάποιοι που όταν άνοιξε η γκαλερί αποφάσισαν να μη βοηθήσουν, αλλά έτσι είναι αυτά τα πράγματα, οι άνθρωποι αλλιώς αντιμετωπίζουν τα πράγματα στη θεωρία και αλλιώς στην πράξη. Έχει, πάντως, πολύ ενδιαφέρον το πώς αλλάζουν οι άνθρωποι. Ήμουν 25 χρονών και μιλούσα πολύ λίγα τουρκικά, οπότε πέρασα πολλές ώρες στις εφορίες και τις τράπεζες και στα γραφειοκρατικά ιδρύματα περιμένοντας μεταφραστές να έρθουν να μου μεταφράσουν ό,τι υπέγραφα. Καμιά φορά έπαιρνα και κανέναν φίλο ή καμιά φίλη μου μαζί, ντόπιους, αλλά ούτε κι εκείνοι καταλάβαιναν τι έλεγαν αυτά τα χαρτιά, ήταν μια οθωμανική γλώσσα άλλη. Περνούσα τέλεια, ήταν μαγικά, ένιωθα σαν την Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων, καθετί ήταν και μια καινούργια πίστα. Ήταν σαν video game όπου καθετί είχε το δικό του challenge. Πηγαίναμε στα τελωνεία, ανοίγαμε λογαριασμούς εκεί, «κολλούσαν» έργα, τα «ξεκολλούσες», και μέσα από αυτό έβλεπες μια καταπληκτική χώρα, η οποία λειτουργούσε σαν ρολόι και που σιγά σιγά αποφάσισαν να την πολώσουν. Μια τεράστια χώρα, που το εκπαιδευτικό μας σύστημα –και όχι μόνο– μάς μαθαίνει να τη βλέπουμε εχθρικά.
• Τον πρώτο καιρό που ζούσα εκεί, πολύ προτού αποφασίσω να ανοίξω την γκαλερί, έκανα παρέα με κάποιους πανεπιστημιακούς και είδα ότι υπάρχει ένα ολόκληρο σύστημα μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδας το οποίο προσπαθεί ουσιαστικά να δουλέψει ώστε να σπάσουν τα στερεότυπα και να βελτιωθούν και τα βιβλία της Ιστορίας και τα εκπαιδευτικά, γενικότερα να αλλάξει αυτή η αντίληψη που επικρατεί ένθεν και ένθεν. Για μένα ήταν πάρα πολύ σημαντική η ανάγνωση του Ραφαηλίδη, έτσι κατάλαβα ακριβώς το πρόβλημά μου σε επίπεδο εθνικότητας – δηλαδή όταν ζούσα στην Τουρκία, καταλάβαινα τι είμαι διά της απαγωγής εις άτοπον, τα λάθη, τις παθογένειες και τις παθολογίες μας. Ήταν πολύ σημαντικό το ότι έζησα σε μια χώρα που δεν ήταν στην Ευρωπαϊκή Ένωση, γιατί στην Ελλάδα θεωρούμε το γεγονός ότι είμαστε στην Ευρωπαϊκή Ένωση το μεγαλύτερό μας επίτευγμα. Δύο είναι τα επιτεύγματα, ότι είμαστε απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων και ότι είμαστε Ευρωπαίοι. Αυτές οι αφηγήσεις πιστεύω πως με έκαναν πολύ πιο συνειδητοποιημένο άνθρωπο, πολίτη πολλαπλών κόσμων, με εγρήγορση. Γενικότερα, μπορώ να δω ανθρώπους και καταστάσεις με έναν διαφορετικό τρόπο από κάποιον που δεν έχει ζήσει έξω από την Ευρώπη, έξω από την υποτυπώδη άνεση του δυτικού κόσμου ή έξω από αυτά τα απλά που σου παρέχει ένα ευρωπαϊκό διαβατήριο. Αυτό μου έδινε πάντα ένα αίσθημα ανωτερότητας, το ότι έχω ζήσει δώδεκα χρόνια σε μια χώρα που δεν ήταν Ευρώπη αλλά προσέφερε όσα αυτή και πολλά παραπάνω, σε πολλές από τις εκφάνσεις της ζωής, αν όχι σε όλες. Οι άνθρωποι δεν είναι κοιμισμένοι, δεν έχουν αυτόν τον εφησυχασμό ότι ζουν σε μια κοινότητα, είναι σε μόνιμη επαγρύπνηση και αυτό είναι σίγουρα δύσκολο αλλά πολύ πιο ενδιαφέρον.
• Την εποχή που έφυγα από την Κωνσταντινούπολη, έφυγε πολύς και σημαντικός κόσμος λόγω της κατάστασης, και δεν έχει γυρίσει ακόμα – δεν ξέρω καν αν θα γυρίσει. Άλλοι πήγαν στην εξοχή και ζουν μια άνετη ζωή στη φύση ως ψηφιακοί νομάδες που έχουν τα μποστάνια τους, παραγγέλνουν τα πάντα από το Amazon, σκέφτονται, γράφουν, συνδέονται ψηφιακά με πανεπιστήμια και μουσεία σε όλον τον κόσμο, στη Μέση Ανατολή, την Ευρώπη και τη Δύση. Είναι πολύ δύσκολη η Κωνσταντινούπολη, έχει δυσκολέψει πάρα πολύ η καθημερινότητα εκεί, αυτό που γίνεται τώρα είναι ακραίο. Όταν η παρουσία του καθεστώτος άρχισε να γίνεται όλο και πιο έντονη στη ζωή μας, ήταν σαν κάποιος να μας ρουφάει τον αέρα, σαν να παθαίνουμε ασφυξία. Η Τουρκία πρωτοστάτησε σε αυτό που γίνεται με τον Τραμπ σήμερα στην Αμερική, αλλά δεν βλέπουμε τι γίνεται στην Τουρκία, γιατί οι Έλληνες είναι αλλού, κοιτάνε προς τη Δύση, είναι προγραμματισμένοι να κοιτάνε προς τη Δύση. Η Αμερική, βέβαια, αποφάσισε να καθορίσει τη ζωή μας. Κάποιοι αποφάσισαν ότι αυτός είναι ο τρόπος ζωής που πρέπει να έχουμε, και ο Έλληνας αποφάσισε ότι θα κοιτάει προς τα εκεί. Η Ελλάδα δεν κοιτάει καν την Ιταλία, δεν την κοίταξε ποτέ ως γειτονική χώρα, κι ας είναι πολύ παρόμοια η ιστορία και η γεωγραφία μας, αλλά σε τόσο μικρές χώρες το συλλογικό έχει πολύ περισσότερο να κάνει με το μεμονωμένο. Σε μια χώρα που έχει πληθυσμό δέκα εκατομμύρια, αυτό είναι πολύ εύκολο να γίνει.
• Όταν ξεκίνησα να έρχομαι περισσότερο στην Ελλάδα, από το 2016 που έκλεισα την γκαλερί στην Κωνσταντινούπολη, η Τουρκία άρχισε να αδειάζει. Μεταξύ του 2008 και του 2015 χτίστηκαν εκατομμύρια ξενοδοχεία, ολόκληρες τουριστικές πολιτείες σε μέρη όπως η Αττάλεια, που αυτήν τη στιγμή είναι σαν φαντάσματα. Δεν πάει κανείς. Η Τουρκία, όπως πιστεύουν οι ξένοι, δεν είχε την Ευρωπαϊκή Ένωση να την προστατέψει, κι αυτό ισχύει εν μέρει. Αυτό δεν θα γίνει στην Ελλάδα γιατί έχει το safety net της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά είναι προδιαγεγραμμένο ότι θα γίνει μια ακόμα καταστροφή – γίνεται ήδη.
• Όταν αποφάσισα να ανοίξω την γκαλερί στην Ελλάδα, προτίμησα τον Πειραιά από την Αθήνα, γιατί μπορεί να είναι μια πόλη υπέροχη μέσα σε όλο αυτό που της συμβαίνει, αλλά δεν με ενδιέφερε γιατί δεν έχει νερό. Για μένα είναι πολύ σημαντικό να υπάρχει κοντά το υγρό στοιχείο. Στην γκαλερί στον Πειραιά, όταν σκάψαμε για να μπει το πάτωμα στον δεύτερο χώρο, βρήκαμε θάλασσα στο ένα μέτρο – επειδή είναι χτισμένος πάνω στη θάλασσα, ήταν ένα απόκοσμο πράγμα. Ο Πειραιάς είναι σαν τη Βενετία, όπως κάθε πόλη-λιμάνι. Στην Κωνσταντινούπολη ο πρώτος χώρος που ανοίξαμε με τα κορίτσια το 2005, πριν από τη Rodeo, ήταν πάνω στη θάλασσα και μετά η γκαλερί ήταν τρία στενά πιο πέρα.
• Έχω μια αφέλεια κάποιες φορές, και με την Κωνσταντινούπολη είχα μια αφέλεια, και με την Ελλάδα ξανά. Δεν είχα κάνει καθόλου έρευνα ως προς το ποια είναι τα πλάνα του δήμου Πειραιά για την περιοχή, νόμιζα ότι ανακάλυψα την πυρίτιδα όταν πήγα στο μαγαζί του Καϋμενάκη το 2017. Δεν ήθελα να έρθω στην Αθήνα και να σχετιστώ με το αστικό στοιχείο, ήθελα να κάνω κάτι που να μην είναι urban, κάτι που να έχει σχέση και με την έννοια του ερειπίου, που την έχω δουλέψει πάρα πολύ, και με την έννοια του θεάτρου και του στησίματος γενικότερα. Και σε αυτόν τον χώρο, όταν τον βρήκα, με ενδιέφερε πολύ ο χαρακτήρας. Κατέληξα εκεί μετά από σαράντα κόσκινα, γιατί η προηγούμενη ιδέα ήταν να πάω σε έναν χώρο που ήταν μάλλον ακραίος, ακόμα πιο βαρύς και δύσκολος και θεατρικός. Ο τωρινός είναι η πολύ light βερσιόν μιας πρώιμης ιδέας, για την οποία ακόμα και οι πιο τρελοί και θαρραλέοι άνθρωποι κοντά μου –και έχω αρκετούς– μου είπαν «όχι».
• Η Αθήνα είναι κόμβος σύγχρονης τέχνης. Δεν ξέρω αν είναι σοβαρός κόμβος ακόμα, γιατί είναι πολλά τα στοιχεία που λείπουν, π.χ. λείπει η υγιής αγορά. Υπάρχει ακόμα γύρω από τη σύγχρονη τέχνη μεγάλη καχυποψία και πολλοί στην Ελλάδα, μεμονωμένα και συλλογικά, έχουν προσπαθήσει να κάνουν αυτή την κατάσταση λίγο πιο εύκολη. Θεωρώ ότι υπάρχει ένα ελληνικό κοινό που χτίζεται και διαμορφώνεται τα τελευταία τριάντα χρόνια από κάποιους ανθρώπους και ιδρύματα όπως το ΔΕΣΤΕ, το ΝΕΟΝ, το ΕΜΣΤ, από χώρους όπως ο Ταύρος, οι οποίοι έχουν παίξει σημαντικό ρόλο στην παιδεία που χρειάζεται για να έρθει ο κόσμος πιο κοντά στην τέχνη γενικότερα. Υπάρχει έλλειψη αντίληψης για την ουσία της τέχνης γενικά, παρ’ όλα αυτά είναι μακρύς ακόμα ο δρόμος, αν, π.χ., συγκρίνουμε την κατάσταση στη σύγχρονη τέχνη με το θέατρο.
• Υπάρχει πολύς κόσμος που προσπαθεί να κάνει κόμβο διεθνούς ενδιαφέροντος την Αθήνα αυτήν τη στιγμή, έχουν γίνει και στη Θεσσαλονίκη πράγματα, στο MOMUS, και προς τα Βαλκάνια και προς Ανατολάς, έχουν γίνει μπιενάλε, αλλά είναι κάπως μεγαλόπνοο να υπάρχουν δύο μπιενάλε σε μια τόσο μικρή χώρα. Αυτό λέει πολλά για τον τόπο τον ίδιο και για τον χαρακτήρα του: στην Ελλάδα πρέπει να έχει ο καθένας το δικό του… Αν δεν ξεπεραστούν αυτά τα πράγματα, θα είναι πολύ δύσκολο να μιλήσουμε για κόμβους. Και το θέμα δεν είναι αν η Αθήνα μπορεί να γίνει διεθνής κόμβος, αλλά καταρχάς τι κάνουμε μεταξύ μας.
• Το πρόγραμμα της γκαλερί έχει πολλά queer στοιχεία, όπως και άλλα στοιχεία διαφόρων ταυτοτήτων. Εμένα δεν με ενδιαφέρει το identity per se σε έναν καλλιτέχνη, αλλά κυρίως το έργο που παράγεται. Φυσικά, η queer και η φεμινιστική σκέψη και άποψη είναι κεντρική, και ως στάση ζωής και ως πολιτική θέση. Υπάρχουν χώροι που ταυτίζονται με το queer ως αναγκαίο, απαραίτητο και σημαντικό, και θέλουν να το βγάλουν μέσω της αναπαράστασης και της αναπαραστατικότητας. Ο καθένας μας έχει τον δικό του τρόπο να εκφράζεται και να στέκεται μέσα σε όλο αυτό, ως άνθρωπος καταρχάς. Μετά, όταν αποφασίζεις να δώσεις χώρο σε έναν άνθρωπο για να κάνει μια έκθεση και να δείξει το έργο του/της στο κοινό, νομίζω ότι έχει πάρα πολλή σημασία, για μένα τουλάχιστον, ποια πράγματα δεν θα ειπωθούν, όχι μόνο τι θα ειπωθεί. Δηλαδή αυτά που δεν λέγονται όχι γιατί ντρεπόμαστε να τα πούμε, αλλά γιατί δεν χρειάζεται. Παρ’ όλα αυτά, δεν πιστεύω πως όσοι αποφασίζουν να βγουν και να τα πουν όλα κάνουν κάτι λάθος, προς Θεού. Να δώσω ένα παράδειγμα: η Άγκνες Μάρτιν είναι μια λεσβία που αφιέρωσε τη ζωή της στην αφαιρετική γεωμετρία και μίλησε μέσα από αυτήν για την ανθρώπινη ύπαρξη, το μεταφυσικό και το πνευματικό, ενώ η Mπουρζουά μίλησε για τη γυναικεία φύση χρησιμοποιώντας πολύ διαφορετικά μέσα, σύμβολα και τρόπους. Κάποιες μέρες σκεφτόμαστε όπως η μία και κάποιες όπως η άλλη. Εξαρτάται από το πόσο καθαρός είσαι ή όχι όταν βλέπεις ένα έργο, όταν ακούς ένα κομμάτι μουσικής ή όταν κρίνεις κάτι. Γιατί το να κρίνουμε είναι το πιο εύκολο, το να σκεφτούμε, να αφουγκραστούμε και να αποδεχτούμε τα πράγματα ως έχουν είναι για μένα η βάση της σχέσης μας με την τέχνη, που είναι και η βάση της ύπαρξης μέσα σε μια κοινωνία.
• Μιλούσα χθες με έναν φίλο καλλιτέχνη και του έλεγα πόσο δεν αντέχω να βλέπω τα ζευγάρια στην Ελλάδα και όλη αυτήν τη «ζευγαρίλα» που υπάρχει γενικά, γιατί νιώθω ότι οι άνθρωποι σήμερα ζευγαρώνουν περισσότερο από την ανάγκη μιας οχύρωσης, ουσιαστικά για να νιώσουν ασφαλείς μέσα τους και από αυτή την ασφάλεια να μπορέσουν να κρίνουν τους απέναντι. Να κάνουμε μια «συμμορία» για να κρίνουμε τους άλλους πιο εύκολα. Αυτό ισχύει φυσικά και με τους φίλους. Δεν είμαι κατά των «συμμοριών», μέσα από τις «συμμορίες» βγαίνουν τα πιο ενδιαφέροντα πράγματα άλλωστε, αλλά ποια είναι η βάση τους και η συγκολλητική ύλη, ο λόγος ύπαρξής τους; Αυτό είναι πολύ σημαντικό. Νομίζω ότι είναι πάρα πολύ σημαντικό να υπάρχει και μια ανοιχτότητα σε σχέση με το πώς αντιμετωπίζουμε, βλέπουμε και κρίνουμε οποιαδήποτε μορφή τέχνης.
• Σίγουρα υπάρχει λογοκρισία στην τέχνη – δεν βλέπεις τι έγινε στη Βενετία; Κόπηκε το pavilion της Νότιας Αφρικής λόγω σύνδεσης με την Παλαιστίνη – μόνο λογοκρισία υπάρχει. Η συζήτηση περί ορίων της τέχνης είναι τώρα περισσότερο από ποτέ έντονη, υπάρχει αυτολογοκρισία. Δεν γίνεται ένας καλλιτέχνης που φτιάχνει ένα έργο να σκέφτεται αν θα χωράει σε μια διοργάνωση. Βέβαια, υπάρχουν καλλιτέχνες που το έργο τους δημιουργείται σε σχέση με το περιβάλλον που θα το παρουσιάσουν, αλλά υπάρχουν και καλλιτέχνες που δεν το σκέφτονται αυτό ποτέ· έχουν στο στούντιό τους πενήντα έργα, μπαίνει κάποιος, διαλέγει πέντε και τα βάζει στην έκθεση. Είναι άλλου είδους καλλιτέχνης ο ένας και άλλου είδους ο άλλος. Υπάρχουν άνθρωποι που τους καλείς σε ένα τραπέζι και θα βάλουν τα ρούχα που θα βάλουν για να πάνε στον μανάβη, υπάρχουν και άνθρωποι που θα ντυθούν καλά. Δεν είναι θέμα λογοκρισίας αυτό, δεν είναι καν θέμα εμπορίου, είναι θέμα συσχετισμού.
• Έχω πει ότι η γκαλερί δεν είναι για μένα δουλειά, κι αυτό σημαίνει ότι δουλεύω συνέχεια. Δεν υφίσταται διακοπή εργασίας με αυτόν τον τρόπο κι αυτό είναι πάρα πολύ δύσκολο για τους ανθρώπους που δουλεύουν μαζί μου. Υπάρχουν άνθρωποι που δεν αντέχουν να λαμβάνουν email στις τρεις τα ξημερώματα, ο παραλήπτης είναι πολύ δύσκολο να αντεπεξέλθει στη συνεργασία με έναν άνθρωπο που και στα όνειρά του σκέφτεται και γράφει. Αλλά μαθαίνω κι εγώ, όπως και πολύς κόσμος, να βάζω τα όρια αυτού του woke εργασιακού καθεστώτος.
• Για μένα είναι το πιο δύσκολο πράγμα να μπορέσεις να πάρεις κάτι που βγαίνει τώρα πρώτη φορά από τον ιερό χώρο του στούντιο και είναι φρέσκο, και να γίνεις η χοάνη που θα το βγάλει προς τα έξω. Είναι κάτι πολύ δύσκολο ο ρόλος του γκαλερίστα, αλλά για μένα δεν μπορεί να γίνει κάτι άλλο. Γι’ αυτό με ενδιέφεραν πολύ οι νέες παραγωγές, υπό την έννοια ότι παίρνεις έργα και τα δείχνεις. Με ενδιαφέρουν πράγματα που δεν έχουν παρουσιαστεί ποτέ ή δεν έχουν παρουσιαστεί ως σύγχρονο καλλιτεχνικό προϊόν. Πολλές φορές το καλλιτεχνικό έργο εμπεριέχει και ένα μέρος της δικής μου συνεισφοράς. Είμαι πάρα πολύ κοντά, καμιά φορά και μέσα σε αυτό που κάνουν οι καλλιτέχνες. Αυτή είναι η μαγεία τού να δουλεύεις με δημιουργούς τώρα, έχεις και τον ρόλο του παραγωγού, για να μη μιλήσουμε με θρησκευτικούς κιτς όρους. Δείχνουμε ένα νέο συγκλονιστικό βίντεο τώρα στο Λονδίνο του Τζέιμς Ρίτσαρντς, το οποίο το κλείσαμε στην γκαλερί μία μέρα πριν από τα εγκαίνια. Με ενδιαφέρει επίσης πολύ να σκέφτομαι και να χτίζω μαζί με τους πελάτες μου τις συλλογές τους. Δεν υπάρχει τίποτα πιο ικανοποιητικό από το να ξέρεις ένα έργο από γεννησιμιού του, να το παίρνεις, να το δείχνεις και να το βάζεις σε ένα μέρος όπου ξέρεις πως θα είναι ασφαλές, θα δώσει χαρά και ουσία και πολλές φορές θα διαμορφώσει τη ζωή των ανθρώπων που θα το αγοράσουν και θα ζήσουν με αυτό και πως μέσα από αυτήν τη διαδικασία ζουν και ανθίζουν οι καλλιτέχνες και η τέχνη τους. Μαγεία.
• Είναι πάρα πολλά πράγματα τα οποία αφορίζω. Με αυτό που θα πω μπορεί να φαίνεται πως φάσκω και αντιφάσκω. Εγώ που σου μιλάω για την έκπληξη είμαι ο μεγαλύτερος κριτής δικών μου καταρχάς πραγμάτων. Δηλαδή η κριτική που ασκώ σε πράγματα, εκθέσεις, έργα και ημέρες προκύπτει από μια τεράστια κριτική εξουσία που ασκώ στον δικό μου τον εαυτό, συνεχώς. Το αντίδοτο είναι, ασκώντας κριτική, να έχεις παράλληλα ένα πάρα πολύ καθαρό μάτι, μυαλό ή καρδιά. Θέλει πάρα πολλή δουλειά αυτό, αυτή η διαδικασία διύλισης των χημικών ουσιών που κάνουν έναν άνθρωπο να ασκεί σωστά κριτική. Δεν υπάρχει κανένας λόγος να είσαι bitch απλά για να είσαι, αυτό είναι κακία και δεν έχει κανένα ενδιαφέρον η κακία. Έχω ονειρευτεί να γράφω με ψευδώνυμο για να μπορώ να γράφω αυτά που θέλω να πω. Δεν το έχω κάνει ποτέ γιατί δεν έχω χρόνο, αλλά μέσα μου υπάρχει ένας άλλος άνθρωπος, μία άλλη οντότητα που κάνει αυτήν τη δουλειά μόνιμα. Δηλαδή κρίνει αυτό που σκέφτεται συνεχώς. Τρέλα. Υπάρχει ένας μόνιμος μονόλογος. Είναι και αυτό δουλειά, να μπορέσεις να πεις ότι δεν θα βάλεις το έργο ενός καλλιτέχνη στο πρόγραμμα της γκαλερί, παρότι μπορεί να βγάζει νόημα. Κάποια πράγματα είναι πάρα πολύ προφανή και αν ασχολείται κανείς με αυτά η δουλειά του είναι αναμενόμενη. Χάνεις το ενδιαφέρον, όμως, δημιουργείται κάτι συντηρητικό μέσα από τα πράγματα αυτά, και το θέμα είναι να μην είμαστε συντηρητικοί. Επίσης, δεν γίνεται να δουλέψει κανείς με όλους όσους θα ήθελε, είναι φύσει αδύνατο.
• Το μόνο πράγμα που φοβάμαι, το πιο επικίνδυνο, είναι ο συντηρητισμός. Πιάνω τον εαυτό μου μερικές φορές, μέσα στη διαδικασία της κριτικής, της αυτοκριτικής, του ελέγχου, να σκέφτεται με αυτόν τον τρόπο και το παλεύω περισσότερο. Είμαι σε μια μόνιμη μάχη με τον συντηρητισμό και την αυτολογοκρισία. Κι επειδή περνάει ο καιρός και η γκαλερί του χρόνου κλείνει πια τα είκοσι χρόνια, είναι πάρα πολύ εύκολο να βάλεις κάτω από το πετσί σου τη δική σου ταυτότητα και να πεις «εμείς είμαστε αυτό», «κάναμε αυτό τα τελευταία είκοσι χρόνια», σαν να μιλάς διαφημιστικά. Αυτός είναι ο μηχανισμός του φιλτραρίσματος, το οποίο πρέπει να γίνεται όχι απλώς σε καθημερινή βάση αλλά μόνιμα. Αυτή είναι η διύλιση που πρέπει να κάνεις στην καρδιά σου, στο μυαλό σου, που έχει να κάνει και με το τι τρως, με ποιους κάνεις παρέα, με ποιους μιλάς στο τηλέφωνο και με ποιους δεν μιλάς, ποιους ανθρώπους έχεις στη ζωή σου. Όλο αυτό το πράγμα είναι μια μόνιμη δουλειά και οφείλεις να έχεις χρόνο για να την κάνεις, όχι μόνο για τον εαυτό σου. Αν κάνεις μια δουλειά που αφορά ένα κοινό, έχεις μια ευθύνη κι απέναντι σε αυτό.
• Υπάρχει η αντικειμενική αξία ενός έργου όταν την ορίζει ο καλλιτέχνης. Γενικά, η αξία ενός έργου είναι υποκειμενική. Όταν τα πράγματα αρχίζουν να γίνονται λίγο πιο διαφανή, οι αξίες γίνονται λίγο πιο αναμενόμενες και πιο συγκεκριμένες. Επειδή όμως η τέχνη ανήκει στα αντικείμενα πολυτελείας, κι επειδή αυτή κοστολογείται, δεν νομίζω ότι μπορεί να πει κάποιος ότι υπάρχει αξία αντικειμενική. Υπάρχει αντικειμενική αξία σε μια τσάντα Hermès; Και πώς μπορείς να δεις αντικειμενικά την αξία ενός έργου, με βάση τι; Ο Χριστόδουλος Παναγιώτου είχε κάνει ένα πάρα πολύ ωραίο έργο που λεγόταν «η τιμή του χαλκού», που είναι βασισμένο σε ένα κείμενο του Μπέκετ, το οποίο λέει ότι μπαίνει ένας άνθρωπος σε ένα μαγαζί με μουσικά όργανα και ζητάει να αγοράσει ένα τρομπόνι στην τιμή του μετάλλου. Αρνείται να το πληρώσει στην αξία του τρομπονιού. Κάπως έτσι, ένα έργο δεν μπορείς να το κοστολογήσεις αντικειμενικά.
• Η βασική διαφορά μεταξύ Λονδίνου και Πειραιά είναι ότι το πρώτο έχει ποτάμι και το άλλο θάλασσα. Η μία γκαλερί είναι στο κέντρο της πόλης και η άλλη στο λιμάνι μιας άλλης πόλης, είναι τελείως σχιζοφρενική η σχέση των δυο, η συνύπαρξη. Είναι πολύ διαφορετική η ζωή εδώ και πολύ διαφορετική εκεί. Στο Λονδίνο ο χώρος μας είναι πολύ μικρός, στον Πειραιά είναι πολύ μεγάλος. Και οι δύο έχουν σχέση με την εμπειρία της αρχιτεκτονικής και του χώρου, αλλά το Λονδίνο είναι σε μια δύσκολη, μεταβατική φάση τώρα, μετά το Βrexit, τον Covid και όλα αυτά που γίνονται, και νομίζω ότι είναι πάρα πολύ ενδιαφέρον γιατί αλλάζει τελείως δημογραφικά. Και η Αθήνα αλλάζει δημογραφικά σε αυτήν τη φάση. Το Λονδίνο δεν είναι σαν τη Νέα Υόρκη, που είναι η πόλη όλων των ανθρώπων, είναι μια ξεκάθαρα αγγλική πόλη. Πλέον έχει γίνει πολύ ασιατικό και εμένα μου αρέσει πολύ αυτό, γιατί οι Ασιάτες είναι υπέροχοι, είναι το καλύτερο πράγμα που θα μπορούσε να συμβεί στο Λονδίνο. Και ο Πειραιάς είναι κατά πολύ μια ασιατική πόλη πλέον, οπότε η σχέση αυτή έχει πάρα πολύ ενδιαφέρον.
• Όταν συναντάς έναν άνθρωπο, δεν μπορείς να ξέρεις αν είναι παράξενος. Υπάρχουν άνθρωποι που η φάτσα τους είναι κανονική και ανοίγουν το στόμα τους και λένε θαύματα ή έχουν τρομερές γνώσεις. Νομίζω ότι αυτό που με τραβάει σε έναν άνθρωπο είναι η ευγένεια. Θεωρώ ότι είναι πάρα πολύ σπάνιο πράγμα πλέον. Με ενδιαφέρει πολύ η πραγματική ευγένεια που δεν είναι πια δεδομένη –όχι η performative ούτε ο καθωσπρεπισμός–, το ότι έρχεται ένας άνθρωπος που είναι μεγαλύτερος και σηκώνεσαι να κάτσει, πολύ απλά πράγματα, ή ότι μιλάς σε κάποιον στον πληθυντικό. Ο συνδυασμός ευγένειας, σεβασμού του άλλου και ταυτόχρονα έλλειψης συντηρητισμού με έλκει στους ανθρώπους – μετά είναι και τι βάζει ο καθένας στο τραπέζι, τα δαιμόνιά του.
• Η ζωή με έχει μάθει να κάνω ερωτήσεις, να είμαι περίεργη, και ότι δεν είμαστε εδώ για πάντα. Με έχει μάθει να γελάω και να χαίρομαι και πως ό,τι και να κάνεις, σε σχέση με κάποιους άλλους είσαι προνομιούχος. Κι αν κάνεις αυτό που αγαπάς και σου δίνει χαρά, είσαι ακόμα πιο προνομιούχος. Πρέπει να νιώθουμε τυχεροί που είμαστε εδώ που είμαστε τώρα και κάνουμε αυτό που κάνουμε.
Η γκαλερί στον Πειραιά (Πολυδεύκους 41) θα ανοίξει στις 21 Μαΐου με έναν κύκλο εκθέσεων που θα διαρκέσει ως το καλοκαίρι του 2028 και θα αντλεί από τη θεματική του θεάτρου και της αρχιτεκτονικής του χώρου και της περφόρμανς, δηλαδή τις βασικές γραμμές του προγράμματος τις τελευταίες δύο δεκαετίες – η γκαλερί το 2027 κλείνει τα 20. Μέσα σε αυτό το σύμπλεγμα ατομικών εκθέσεων θα γίνονται μικρότερες παρουσιάσεις σε έναν ειδικά διαμορφωμένο χώρο, παράλληλα με τις κεντρικές μέσα στην γκαλερί. Η αρχή θα γίνει με τον σκηνογράφο της όπερας και του θεάτρου και εικαστικό Mάικλ Kλάινε, ο οποίος θα στήσει την πρώτη του έκθεση. Το καλοκαίρι θα ακολουθήσει η ατομική έκθεση του Γκουλιέλμο Καστέλι, την οποίας τα εγκαίνια έχουν προγραμματιστεί για τις 21 Ιουνίου - νωρίτερα, στις 24 Απριλίου, θα ανοίξει στο Λονδίνο η ιστορική έκθεση του Άντριαν Μόρις. Η έκθεση του Τζέισον Ντοτζ θα κάνει εγκαίνια στις 5 Ιουνίου και θα διαρκέσει όλο το καλοκαίρι. Στον Πειραιά το φθινόπωρο θα φιλοξενηθεί η Στέλα Ζονγκ και προτού κλείσει το έτος ο Απόστολος Γεωργίου, με νέα έργα του.
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.