ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ ΓΙΑ ΜΙΑ νέα σειρά ροκ δίσκων από την Ευρώπη και την Ωκεανία, οι οποίοι μας δίνουν την ευκαιρία να περιπλανηθούμε σε αγαπημένους ήχους, που ξεκινούν από το απώτερο χθες ταξιδεύοντας στο μέλλον.
LAMP OF THE UNIVERSE: Existence of the Self
[Sound Effect Records, 2026]
Το μπαράζ κυκλοφοριών των Lamp of The Universe –ψυχεδελικό όχημα του Craig Williamson, που εδρεύει στο Hamilton της Νέας Ζηλανδίας– από τη Sound Effect Records συνεχίζεται με αμείωτη ένταση. Υπενθυμίζω πως η εταιρεία από τα Εξάρχεια έχει επανατυπώσει τα δύο πρώτα άλμπουμ του καλλιτέχνη από την αρχή των 2000s (“The Cosmic Union”, “Echo in Light”), έχοντας δώσει βεβαίως και νεότερες εγγραφές του, σαν τις “Enters your Somas” (2024) (με Dr Space), “Kaleidoscope Mind” (2023) και “The Akashic Field” (2023).
Η μουσική που μας παρουσιάζουν οι Kabasse είναι παράξενη, και γι’ αυτό δεν είναι άμεσα κατατάξιμη. Δεν είναι ένα τυπικό τζαζ σχήμα, όπως αφήνει να εννοηθεί ενδεχομένως το setting του, μα ούτε και καθαρόαιμο rock (δηλαδή progressive rock) μπορείς να το πεις
Τώρα ήρθε η ώρα του πλέον πρόσφατου LP των Lamp of The Universe στην Sound Effect, που αποκαλείται “Existence of the Self” και στο οποίο καταγράφονται συνθέσεις-τραγούδια του νεοζηλανδού μουσικού από το διάστημα 2023-2025. Άρα συζητούμε για απολύτως καινούριο υλικό, στο οποίο, κατά τα ειωθότα, ο Williamson χειρίζεται όλα τα όργανα που ακούγονται – παίρνοντας μικρές βοήθειες μόνο από τον Joel van Roode σε τανπούρα, σιτάρ στο A2 track. Στο LP καταγράφονται τρία + τρία tracks ανά πλευρά, όλα συντεθειμένα, εννοείται, από τον Νεοζηλανδό.
Το εισαγωγικό “Sceptre of healing” είναι ένα τραγούδι με ακουστικά και ηλεκτρικά μέρη, με πολλές Indian επιρροές, που ακούγεται κάπως σαν mantra. Οπωσδήποτε τα ινδικά όργανα (σιτάρ, τάμπλας κ.λπ.) πρωταγωνιστούν εδώ, αλλά υπάρχουν και φλάουτα, πλήκτρα, κιθάρες και εφφέ, που προσδίδουν στο κομμάτι space-psych χαρακτηριστικά (όσοι θα ανακαλέσουν τους ιστορικούς Brainticket π.χ. δεν θα το κάνουν άστοχα). Στο “Ship of eternity” υπάρχουν και κάποια prog στοιχεία, βασικά στη χρήση των πλήκτρων (μέλοτρον ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων στο ξεκίνημα), αλλά από ’κει και κάτω το Indian-folk δείχνει να κυριαρχεί, με τη σύνθεση-τραγούδι να κυλάει σε μάλλον γρήγορο τέμπο και σε κάθε περίπτωση μαγικά. Το “Mantric waves”, που θα κλείσει την Side A, διαρκεί περί τα εννέα λεπτά, ξεκινά με συνδυασμούς από πιάνο-πλήκτρα και βαρύτατο rhythm section, για να εξελιχθεί σ’ έναν psych-prog ύμνο, με εκτονωτική ορχηστρική ένταση από το πέμπτο λεπτό και πέρα (και με τις φωνές σε ρόλο οργάνου).
Η δεύτερη πλευρά του “Existence of the Self” θα ξεκινήσει με το “Into the light”, το οποίο ακούγεται ενισχυμένα folky, με τις ακουστικές κιθάρες και τα κρουστά να πρωταγωνιστούν στο μεγαλύτερο μέρος του και με τις φωνές, που είναι περασμένες μέσα από εφφέ, να προσδίδουν στη σύνθεση έναν κοσμικό χαρακτήρα. Το φερώνυμο track, το “Existence of the Self”, ξεπερνά τα οκτώ λεπτά σε διάρκεια (είναι το δεύτερο πιο μακρύ στο χρόνο) καταγράφοντας τους Lamp of The Universe για μιαν ακόμη φορά σε φάση έξαρσης και βασικά «χασίματος», με το σιτάρ στην αρχή και την ηλεκτρική κιθάρα στη συνέχεια να προεξέχουν πάνω από τόνους εφφέ, πλήκτρων, μπάσου και κρουστών, δίνοντας τον τόνο.
Το νέο LP του Νεοζηλανδού θα ολοκληρωθεί με το “Arkkadian ritual” – και όποιοι-ες έχουν ακόμη στ’ αυτιά τους τούς φοβερούς δίσκους του Σουηδού St. Mikael στην Xotic Mind από τα 90s (το “Psychocosmic Songs” φερ’ ειπείν) είναι σίγουρο πως, εδώ, θα ανατριχιάσουν. Όπως και με όλο το άλμπουμ εξάλλου.
Mantric Waves
KABASSE: About Sitting on Fences
[Kapitän Platte, 2026]
Σεξτέτο είναι οι Kabasse αποτελούμενοι εκ των Sigmund Perner πολλά και ποικίλα πλήκτρα (μέλος των Carpet), Jonas Perner ντραμς, Jan Kiesewetter σαξόφωνο, μπάσο κλαρίνο, Benjamin Häussler τρομπόνι, Giuseppe Puzzo μπάσο και Martin Lehmann τρομπέτα, φλούγκελχορν. Το σχήμα περιφέρεται γύρω από το Μόναχο, έχει γίνει αρκετά γνωστό εκεί με αποτέλεσμα το πρώτο αυτό LP/CD του να έρχεται την πιο κατάλληλη στιγμή.
Η μουσική που μας παρουσιάζουν οι Kabasse είναι παράξενη, και γι’ αυτό δεν είναι άμεσα κατατάξιμη. Δεν είναι ένα τυπικό τζαζ σχήμα, όπως αφήνει να εννοηθεί ενδεχομένως το setting του, μα ούτε και καθαρόαιμο rock (δηλαδή progressive rock) μπορείς να το πεις. Άλλοτε, δε, εκείνες που κυριαρχούν, ανά σημεία, είναι οι πιο avant αναφορές, χωρίς ακρότητες πάντως. Θέλω να πω πως οι συνθέσεις των Kabasse έχουν μια λογική εξέλιξη και μια σαφήνεια στις αποτυπώσεις τους – δίχως να θυμίζουν, πάντως, ούτε την γαλλική προχωρημένη σκηνή.
Να τους εντάξεις από την άλλη σ’ εκείνο που αποκαλείται Canterbury sound είναι επίσης παρακινδυνευμένο, ενώ και οι Ολλανδοί Flairck, που θα μπορούσε να είναι μια επιρροή... είμαι μία ανάμεσα σε άλλες. Πάρα πολύ καλό το “Heavy cloud” με το μπάσο κλαρίνο του Kiesewetter να πρωταγωνιστεί, με το “Many thing goes”, που κλείνει το άλμπουμ, να δίνει μία σφαιρική εικόνα της μουσικής των Kabasse, μέσα από μια έντονη σχετικά σύνθεση, με ωραία «κοψίματα» και «αλλαγές» και με progressive jazz αφήγηση γενικότερα.
Heavy Cloud
DRUG FREE YOUTH: The Avocado Index
[Sound Effect Records, 2026]
Δεν ξέρω πόσοι μπορεί να θυμούνται τους Drug Free Youth, από τις προ 20ετίας και προ 15ετίας γκαραζο-ψυχεδελοειδείς συνεισφορές τους. Το σίγουρο είναι πως το σχήμα-όχημα του George Fotopoulos μας απασχολεί ξανά, σήμερα, μέσω της επανέκδοσης του δίσκου του “The Avocado Index”, που είχε κυκλοφορήσει για πρώτη φορά το 2012, και που τώρα τοποθετείται και πάλι στα καταστήματα, σε μαύρο και χρωματιστό βινύλιο (300 αντίτυπα συνολικά). Η πρόσφατη έκδοση διαθέτει καινούριο εξώφυλλο (ωραιότερο), innersleeve με στίχους και βασικά νέο mastering από τον Kostas Ekelon. Όλα προς το καλύτερο, λοιπόν, για τους Drug Free Youth και το “The Avocado Index”, που δεκατέσσερα χρόνια μετά εξακολουθεί να ακούγεται με ενδιαφέρον.
Το άλμπουμ έχει πολλά tracks ανά πλευρά – δέκα και εννέα αντιστοίχως. Φυσικά, τα tracks αυτά έχουν μικρές διάρκειες (από 00:39-03:38), με τα περισσότερα να είναι μονόλεπτα και δίλεπτα. Τούτο σημαίνει πως, εδώ, καταγράφεται μια κάπως πληθωρική γκαραζο-ψυχεδελική κατάσταση, με όλα σχεδόν τα τραγούδια να είναι αγγλόφωνα, καθώς υπάρχουν μόλις δύο ελληνόφωνα ανάμεσά τους (ένα σε κάθε πλευρά), το «Σύννεφα από καραμέλα» στη θέση Α9 και το «Εργοτάξιο» στη θέση Β6 (ακούγεται και ο Γιώργος Ρωμανός στο τέλος).
Στην ηχογράφηση υπάρχει μια do it yourself αίσθηση (δηλαδή βεβαιότητα), κάτι που δεν «πείραξε» το νέο mastering, και αυτό –ο καλώς εννοούμενος ερασιτεχνισμός εννοώ– είναι εκείνο που κυριαρχεί στο “The Avocado Index”. Τα αναλογικά πλήκτρα, οι φαρφίζες, τα ηλεκτρονικά και βεβαίως οι κιθάρες κάνουν πολύ καλή δουλειά εδώ, επεκτείνοντας τις διαδρομές, που πρώτοι άνοιξαν οι Seeds και οι Electric Prunes... στα καλύτερα τουλάχιστον tracks αυτού του παράξενου δίσκου.
Λέω, χοντρικά, για τα “Faces from the past”, “The mysteries of life: Ms Abigeil doe”, “Bonus beats”, «Σύννεφα από καραμέλα», “Doppelgänger”, “Time”, “Veronique” και «Εργοτάξιο», παρότι ολάκερο το άλμπουμ κομίζει τη δική του αντίληψη για τον ήχο του 1966-67... όχι μόνο όταν πρωτοκυκλοφόρησε, το 2012, μα και σήμερα.
drug free youth - εργοτάξιο
GLEN: it was a bright cold day in April...
[Kapitän Platte, 2026]
Πρώτη φορά γράψαμε για τους Glen, εδώ στο LiFO.gr στις 5 Νοεμβρίου 2023, με αφορμή, τότε, το τρίτο άλμπουμ τους, που είχε τίτλο “I Can See No Evil” [Sound Effect Records], σημειώνοντας ανάμεσα σε άλλα πως οι Glen είναι μία... γερμανο-ελληνική, ας την πούμε έτσι, ροκ μπάντα, που εδρεύει στο Βερολίνο μέλη της οποίας είναι οι Wilhelm Stegmeier κιθάρες, πιάνο, πλήκτρα, φωνή, μπάσο, Eleni Ampelakiotou κιθάρες, πιάνο, φωνή, Roland Double Feinaeugle μπάσο και Achim Faerber ντραμς, κρουστά.
Με αυτήν ακριβώς την line-up και με λίγες πρόσθετες βοήθειες από τους Norbert Stammberger σοπράνο, βαρύτονο σαξόφωνο, ηλεκτρονικά, Kriton Bayer daxophone και Ruby Morlock / Bettina Morlock φωνές, οι Glen επιστρέφουν στη δισκογραφία με τον τέταρτο δίσκο τους, το “it was a bright cold day in April...” (πρόκειται για την πρώτη φράση από το “1984” του George Orwell). Το άλμπουμ κλείνει, κατά βάση, με το πέμπτο track του LP (υπάρχουν και δύο bonus), που έχει για τίτλο το υπόλοιπο της πρώτης φράσης του “1984”, δηλαδή το “...and the clocks were striking thirteen” και κάπως έτσι ολοκληρώνεται ένας κύκλος, που υποδηλώνει διάφορα – προφανή, μάλλον, θα τα έλεγα.
Οι Glen και με τις μουσικές τους, μα και με κάποια λόγια / ποιήματα της Ampelakiotou, που έχουν τυπωμένα στο gatefold, θέλουν να δημιουργήσουν ένα πλαίσιο κάπως σκοτεινό, σίγουρα εφιαλτικό, με παράλληλα έντονα στοιχεία πάθους και δύναμης. Χαρακτηριστικό αυτών είναι η 14λεπτη σύνθεσή τους “Sublime”, όπως και το 8λεπτο “Brute force”, που ακούγονται ανά στιγμές σαν ένας συνδυασμός Magma, Catapilla, με κάτι από Hawkwind ανάμεσα, σπάζοντας τα κοντέρ – για να μη μιλήσω για το αλλόκοτο bonus rhythm n’ blues “Zugzwang”, προτελευταίο track του άλμπουμ, που έχει, και αυτό, τον τρόπο να σε ταξιδεύει.
Μια ουσιαστική σημερινή ροκ μπάντα είναι οι Glen, η οποία εξελίσσεται και ανεβαίνει συνεχώς.
Brute Force
HANNA & JERRY: Relaxed
[OUTERDISK / Sound Effect Records, 2026]
Σουηδικός ο δίσκος, ελληνική η διανομή του. Λέμε για το LP των Hanna & Jerry “Relaxed” –όπου Hanna η Hanna Östergren (από Hills, Laughing Eye, Träden κ.λπ.) και όπου Jerry o Jerry Johansson (από Grovjobb και Cosmic Garden Project)– ένα psych-prog-folk διαμάντι σε κάθε περίπτωση, ετοιμασμένο από δύο μουσικούς με τη δική τους ξεχωριστή διαδρομή σ’ αυτές τις (σουηδικές) μουσικές καταδύσεις. Γιατί κάτι τέτοιο συμβαίνει και στο “Relaxed” – μια κατάδυση στις μυστικές μουσικές των ανθρώπων, σε όλους εκείνους τους ήχους που έχουν τον τρόπο και τη δύναμη να σε συνεπαίρνουν.
Σιτάρ, μπάντζο, μέλοτρον και κιθάρα χειρίζεται ο Jerry, ενώ η Hanna ακούγεται σε ντραμς, όργανο, rhodes, μέλοτρον, μπάσο, φωνή, φλάουτο, κρουστά, shruti box και field recordings. Δύο άνθρωποι λοιπόν, αλλά πολλαπλάσιες οι ηχητικές πηγές, ικανές να προσδώσουν στο “Relaxed”, σε κάθε περίπτωση, έναν εντελώς trippy χαρακτήρα.
Ξεκινάει ήπια και αργά ο δίσκος με το 6λεπτο “Remains”, το οποίον, όμως, μετά από το 3:30 λεπτό, «γεμίζει» και αγριεύει. Θέλω να πω πως οι Hanna & Jerry, παρότι ντούο, δεν ακολουθούν πάντα ήπιες διαδρομές, επεκτείνοντας τον ήχο τους σε διαφορετικές κατευθύνσεις. Τούτο φαίνεται και με το επόμενο track, το σχεδόν 9λεπτο “Silence”, που ακούγεται σαν συνέχεια του προηγουμένου, στηριγμένο σε μια πανέμορφη επαναλαμβανόμενη μελωδία, με το σιτάρ να κυριαρχεί στην αρχή, και με τα πλήκτρα να αναλαμβάνουν τα ηνία μετά από το 4:50, φέρνοντας στη μνήμη μου στιγμές από τους Popol Vuh των mid-70s (το “Letzte Tage - Letzte Nächte” π.χ. του 1976). Το κλείσιμο της πρώτης πλευράς με το πιο πειραματικό και κάπως θριλερικό “Still” είναι ό,τι πρέπει.
Φοβερό το 6λεπτο B1 “Mountain”, που ξεκινά κάπως σαν country-psych-folk, εμφανίζοντας ανατολίτικες αναφορές, για ν’ αρχίσει να βαραίνει σταδιακά, και βασικά μετά από το 3:30, όταν τα vibes του γίνονται σχεδόν μεγαλιθικά. Το “Relaxed” των Hanna & Jerry θα κλείσει με το 13λεπτο “Dawn”, που ξεκινά ήπια, σε κλίμα meditation, με field recordings κελαηδημάτων, διατηρώντας αυτή την αργόσυρτη ροή καθ’ όλη την εξέλιξή του. Κι αυτό... μαγικό track, που σε «καταπίνει» μέσα απ’ αυτή την psych-folk ambience τύπου Sandy Bull ας πούμε. Εν ολίγοις; Καταπληκτικές μουσικές ακούμε εδώ.
Mountain