ΤΟ ΟΝΟΜΑ του Τζαμαϊκο-καναδού κιμπορντίστα της reggae Jackie Mittoo (1948-1990) άρχισε να γίνεται ευρύτερα γνωστό μετά από το θάνατό του – και δεν εννοώ μόνο στην Ελλάδα, αλλά και στα κέντρα της παγκόσμιας ποπ. Γιατί είχε συμβεί αυτό; Πιθανώς, γιατί ο φανταιζί αυτός μουσικός δεν χώραγε ανάμεσα στα μεγαθήρια της reggae στα 70s (Bob Marley, Peter Tosh, Jimmy Cliff, Bunny Wailer κ.ά.), παρότι είχε με όλους συνεργαστεί στο ξεκίνημά τους.
Πρώτη φορά που είχα δει, σε περιοδικό, να γίνεται λόγος για τον Jackie Mittoo, ήταν σ’ ένα προ 30ετίας “Mojo”, στη στήλη “At Your Service”, η οποία αναφερόταν σε επισκιασμένους δίσκους, από την κλασική εποχή του βινυλίου. Εκεί υπήρχε η φωτογραφία του άλμπουμ των Jackie Mittoo and The Soul Vendors “Evening Time” [Coxsone, 1968] και ακόμη ένα μικρό κείμενο, που έλεγε ότι ο Mittoo είχε πεθάνει 42 ετών, πως είχε υπάρξει βασικός session-man σε πλήθος ηχογραφήσεων, που είχαν συμβεί στην Τζαμάικα, πως οι organ-drive δίσκοι του ανήκαν στην παράδοση των Booker T. & The MG’s, του Jimmy McGriff και του Jimmy Smith και τέλος πως η κόπια που είχε εξασφαλίσει το καλό περιοδικό είχε εντοπιστεί σ’ ένα παζάρι με τιμή μια λίρα, έχοντας πολλαπλάσια αξία στο χρηματιστήριο των συλλεκτών.
Ο groovy ήχος του Mittoo ήταν μάννα εξ ουρανού για τα ψαγμένα sets, στις λίστες των οποίων θα χωρούσαν κομμάτια από John Barry, Ennio Morricone και Franck Pourcel, μέχρι Jimmy Smith, Duke Pearson και Horace Silver.
Όλα καλά, αν κι ένα από τα κυριότερα σημεία του βιογραφικού του Mittoo είχε περάσει στο ντούκου. Ο Mittoo, που είχε ξεκινήσει να παίζει με τους Rivals και τους Sheiks νωρίς στα σίξτις, είχε υπάρξει βασικό στέλεχος των Skatalites τη διετία 1964-65, στους οποίους έπαιζε πιάνο, έχοντας την ευκαιρία να συνυπάρξει με άλλους άξιους μουσικούς (Tommy McCook, Rolando Alphonso, Johnny Moore, Don Drummond, Lloyd Knibb...), κάτι που θα τον καθόριζε στην πορεία. Εννοώ πως η θητεία του στους Skatalites, ενός γκρουπ με εντελώς ιδιόμορφο ρεπερτόριο (movie scores, soul jazz κ.λπ.), περασμένο μέσα από το ska, θα τον επηρέαζε σφόδρα, τα επόμενα χρόνια και στις πιο προσωπικές ηχογραφήσεις του.
Μετά από τη διάλυση των Skatalites, o Jackie Mittoo μαζί με τον τενόρο σαξοφωνίστα Rolando Alphonso θα σχηματίσουν τους Soul Brothers, οι οποίοι θα γίνουν η in-house μπάντα του Studio One. Τούτο σημαίνει πως κάθε ηχογράφηση που θα συνέβαινε εκεί, στο διάστημα 1965-1968, θα περνούσε από τα χέρια του Mittoo, ο οποίος, έτσι, θα ήταν παρών, σε κάθε αισθητική αλλαγή ή ανατροπή, που θα αναπτυσσόταν εκείνα τα χρόνια (βασικά με τον ερχομό του rocksteady, το 1966).
Τα σχήματα Soul Vendors και Sound Dimension, που ακολούθησαν, ήταν κατά βάση, μετεξελίξεις των Soul Brothers, που είχαν τον τρόπο να ενσωματώνουν στις συνθέσεις τους ό,τι συνέβαινε στην Αμερική και την Αγγλία – σε σχέση με το hard bop, την soul music, τα groovy κινηματογραφικά scores και βεβαίως την ποπ. Όλα αυτά ανακατεμένα, με τις σωστές δόσεις και αναλογίες, θα προσέδιδαν στη νέα reggae, που έτσι κι αλλιώς ανανεωνόταν συνεχώς, καινούρια ζωή.
Jackie Mittoo - «Killer Diller»
Βασικά η «ανακάλυψη» του Mittoo, από τον πολύ κόσμο –έξω από την Τζαμάικα και την Βρετανία εννοώ–, θα συνέπιπτε με την ακμή του CD, στο μέσο των 90s και βεβαίως με την παράλληλη ανάγκη ανανέωσης της ηχοθήκης των DJs. Ο groovy ήχος του Mittoo ήταν μάννα εξ ουρανού για τα ψαγμένα sets, στις λίστες των οποίων θα χωρούσαν κομμάτια από John Barry, Ennio Morricone και Franck Pourcel, μέχρι Jimmy Smith, Duke Pearson και Horace Silver. (Φυσικά, τα ονόματα είναι ατελείωτα, και τριάδες σαν κι αυτές θα μπορούσε να σημειώνονται επ’ άπειρον).
Ίσως η πρώτη συλλογή, που θα κατόρθωνε να επαναφέρει, για τα καλά, το όνομα του Jackie Mittoo στο προσκήνιο να ήταν το 2CD “Tribute to Jackie Mittoo” στην αμερικάνικη εταιρεία Heartbeat, το 1995. Το συγκεκριμένο άλμπουμ δεν ήταν ένας φόρος τιμής, με τη συνήθη δισκογραφική έννοια του όρου. Δεν είχαν μαζευτεί, δηλαδή, φίλοι του Mittoo, προκειμένου να ξαναπαίξουν τα κομμάτια του, να ανασυστήσουν το groovy πλαίσιο των συνθέσεών του, να τον θυμηθούν εν πάση περιπτώσει ή να τον «κλάψουν». Ήταν, απλώς, μια διπλή συλλογή, που είχε γίνει με τη φροντίδα του τζαμαϊκανού παραγωγού Coxsone Dodd (1932-2004) – του ανθρώπου που είχε αναδείξει το ταλέντο του Mittoo, και όχι μόνον εκείνου, μέσω του θρυλικού Studio One. Τριάντα ένα tracks λοιπόν και είκοσι σελίδες σημειώσεων συνέθεταν ένα πρώτης τάξεως best, ένα από τα καλύτερα που θα κυκλοφορούσαν ποτέ υπό το όνομα του τζαμαϊκο-καναδού οργανίστα.
Πάντως, φοβερή εντύπωση είχε κάνει, ακριβώς το 2000, η συλλογή του βρετανικού label Universal Sound “The Keyboard King at Studio One”. Είτε ως επικεφαλής των Soul Brothers, είτε ως μπροστάρης των Soul Vendors, είτε ως ηγέτης των Sound Dimension –συγκροτήματα που βγήκαν μπροστά μετά από τη διάλυση των Skatalites όπως αναφέρθηκε–, ο Jackie Mittoo θα έγραφε καταπληκτικά «χαμοντικά» κομμάτια, σαν τα “Reggae rock”, “Darker shade of black”, “Killer diller” και “Juice box” (όλα υπάρχουν στη συλλογή), που ακόμη και σήμερα, σχεδόν 60 χρόνια μετά, ακούγονται αγέραστα.
Reggae Rock
Το 2003 κυκλοφορεί από τη βρετανική εταιρεία Soul Jazz το άλμπουμ-συλλογή των Jackie Mittoo & The Soul Brothers “Last Train to Skaville”. Το σχήμα αυτό διαπρέπει – με τις διασκευές του στις κινηματογραφικές επιτυχίες της εποχής (60s), όπως εκείνες που σχετίζονταν με τις ταινίες του James Bond, να είναι σκέτη απόλαυση. Εδώ καταγράφονται τα “James Bond” και “From Russia with love”. Το «κόλπο», φυσικά, το είχαν ξεκινήσει οι Skatalites, το 1963, με τη διασκευή τους «έμβλημα» στο “Exodus” του Ernest Gold.
Κάποιοι-ες θα μπορούσε να ρωτήσουν. Οι συλλογές της Universal Sound “The Keyboard King at Studio One” και της Soul Jazz “Last Train to Skaville” τι ρόλο παίζουν τελικά; Σε τι κοντράρουν, που υπερτερούν ή που χάνουν εν σχέσει μ’ εκείνη της Heartbeat; Οι απαντήσεις μοιάζουν εύκολες.
Κατ’ αρχάς και στις τρεις συλλογές συναντάμε λίγες επικαλύψεις. Έπειτα, τα compilations της Soul Jazz και της Universal Sound έχουν πιο «τραβηχτική» σχεδίαση –είναι πολύ προσεγμένο το εικαστικό μέρος τους δηλαδή– και όχι εις βάρος της ουσίας, το tribute όμως στον Jackie Mittoo έχει γίνει υπό την πλήρη εποπτεία του Dodd, πράγμα που σημαίνει ότι η ιστορία στην περίπτωσή μας είναι γραμμένη από πρώτο χέρι. Βεβαίως και τα CD/LP των Universal Sound-Soul Jazz είχαν τις ευλογίες του Dodd, δεν ήταν όμως παραγωγές δικές του.
Jackie Mittoo - «Juice Box»
Μένοντας ακόμη λίγο στα... διαδικαστικά θα έλεγα πως ένα μόνιμο πρόβλημα των ηχογραφήσεων του Jackie Mittoo αποτελεί ο υπομνηματισμός τους. Ποτέ ακριβώς έγιναν οι εγγραφές, ποιοι βρέθηκαν δίπλα του στα υπόλοιπα όργανα, πού εκδόθηκαν για πρώτη φορά (Τζαμάικα ή Μεγάλη Βρετανία), σε ποιες ετικέτες και άλλα τέτοια.
Αυτή η ασάφεια, που, αν θέλουμε να είμαστε εντελώς ουσιαστικοί, μικρή σχέση έχει με την αλήθεια (μ’ εκείνο το θεσπέσιο που ακούμε εννοώ) εξηγείται από τη γενικότερη στάση του Dodd και τον τρόπο με τον οποίο δούλευε στο στούντιο. In house μπάντες, άπειρα sessions, εκατοντάδες δίσκοι (45άρια βασικά) – αδύνατον να καταγράψεις ό,τι είχε συμβεί με κάποιες λεπτομέρειες ή πολύ περισσότερο να τις θυμάσαι. Μερικά βασικά, όμως...
Κατ’ αρχάς, το υλικό, στη συντριπτική πλειονότητά του, προέρχεται από το δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’60. Ο Mittoo βρίσκεται ψυχή τε και σώματι στον αστερισμό της Stax, γκρουβάροντας σ’ ένα ύφος reggae / soul. Όχι σπανίως, για να μην νομιστεί ότι κάτι πάει λάθος, προσθέτει στις συνθέσεις του πνευστά και ενίοτε φωνή, ευρισκόμενος έτσι ακόμη πιο κοντά στον αμερικανικό ήχο της εποχής – περισσότερο ίσως από οποιονδήποτε άλλο τζαμαϊκανό μουσικό της γενιάς του. Βεβαίως, και εδώ βρίσκεται η ιδιαιτερότητά του – ενώ οι επιρροές του είναι σαφείς, αποκλείεται να τον μπερδέψεις με Αμερικάνο.
Η φαντασία του, δε, δεν έχει όρια, αφού κατορθώνει να κάνει κάθε τι διαφορετικό, ξεκινώντας πάντα από το σημείο μηδέν, καταλήγοντας κάπου σε κάποια άλλη αισθητική περιοχή, γενικώς ανεξερεύνητη. Να γιατί οι συνθέσεις του, συχνά δίλεπτες ή τρίλεπτες, αγαπήθηκαν και από τις νεότερες γενιές, επηρεάζοντας έντονα μέσα στα χρόνια κάποια αισθητικά κινήματα, όπως, για παράδειγμα, εκείνο της acid jazz.
Στο τέλος του 1968 ο Jackie Mittoo θα μεταναστεύσει στο Τορόντο του Καναδά. Μάλιστα ανάμεσα στα χρόνια 1972-1975 θα ηχογραφούσε εκεί τρία χαρακτηριστικά easy άλμπουμ, με horn και string sections, και με smooth/lush στοιχεία, επηρεασμένος από το philly sound και γενικότερα από τη soul της εποχής. Οι δίσκοι είχαν τίτλους “Wishbone”, “Reggae Magic” και “Let’s Put It All Together”, κάνοντας τοπική επιτυχία. Ωραία άλμπουμ είναι αυτά, ευχάριστα, αν και μάλλον υποτιμημένα.
Jackie Mittoo - «Wishbone»
Εκείνη την εποχή, στο μέσο της δεκαετίας του ’70, ο παραγωγός Bunny Lee θα συναντήσει στον Καναδά τον μάλλον παροπλισμένο Jackie Mittoo, πείθοντάς τον να τον ακολουθήσει στο Κίνγκστον (Τζαμάικα), προκειμένου να μπει ως βασιλιάς στις ηχογραφήσεις. Και όντως κόβεται το πρώτο άλμπουμ, υπό τον τίτλο “The Keyboard King” [Third World, 1976], για να ακολουθήσουν τα “Hot Blood” [Third World, 1977], “In Cold Blood” [Third World, 1978] και “The Original” [Third World, 1978].
Εγγραφές από εκείνη την περίοδο θα ακούγαμε σε μια άλλη πολύ ωραία συλλογή από την αρχή των 2000s, την “Champion in the Arena”, που είχε τυπωθεί από τη βρετανική Blood & Fire το 2003. Εδώ μας συστήνεται ένας άλλος Jackie Mittoo, ένας all-around κιμπορντίστας, που γκρουβάρει μέσα σε dub συνήθειες, εμπρός από το γιγάντιο rhythm section των Sly Dunbar / Robbie Shakespeare. Φυσικά, και εδώ συναντάς φοβερά κομμάτια, απ’ αυτόν τον μάγο του χάμοντ, και μάλιστα από μια εποχή όπου το όργανο ήταν στα αζήτητα, λόγω synths…
Atom Sounds