Όπερα-ορόσημο, ηχητικά μνημεία συλλογικής μνήμης, ψηφιακές περφόρμανς, μουσικό θέατρο και πειραματικές εγκαταστάσεις συνθέτουν ένα πολυσυλλεκτικό πρόγραμμα που εξερευνά τη σχέση ήχου, τεχνολογίας, ιστορίας και ανθρώπινης εμπειρίας. Η Πειραιώς 260 μετατρέπεται σε εργαστήριο σύγχρονης δημιουργίας, όπου η μουσική γίνεται εργαλείο στοχασμού πάνω στον κόσμο που ζούμε.
Από το εμβληματικό Einstein on the Beach του Φίλιπ Γκλας μέχρι έργα που συνομιλούν με την τεχνητή νοημοσύνη, τα social media, τη συλλογική μνήμη και την πολιτική πραγματικότητα, το φετινό μουσικό πρόγραμμα της Πειραιώς 260 χαρτογραφεί με τόλμη τα όρια της σύγχρονης καλλιτεχνικής έκφρασης. Μια σειρά παραστάσεων και εγκαταστάσεων που αποδεικνύουν ότι η μουσική μπορεί να βρίσκεται παντού: στην Ιστορία, στο σώμα, στην οθόνη και στον θόρυβο της καθημερινότητας.
«Einstein on the Beach» των Ictus Ensemble – Suzanne Vega – Collegium Vocale Gent
Τι είναι τελικά το Einstein on the Beach; Σχεδόν πενήντα χρόνια μετά την πρώτη του παρουσίαση από τον Ρόμπερτ Ουίλσον και τον Φίλιπ Γκλας, το έργο που επαναπροσδιόρισε την έννοια της όπερας στον 20ό αιώνα παραμένει ανοιχτό σε ερμηνείες. Αν και αντλεί έμπνευση από τη μορφή του Άλμπερτ Αϊνστάιν, δεν αποτελεί μια συμβατική βιογραφία. Ανήκει σε μια τριλογία αφιερωμένη σε προσωπικότητες που επιχείρησαν να αλλάξουν τον κόσμο μέσω των ιδεών τους –μαζί με τον Φαραώ Αμένοφι Δ’ και τον Μαχάτμα Γκάντι– και λειτουργεί ως μια μη αφηγηματική «βιογραφία» όχι ενός ανθρώπου αλλά ενός ολόκληρου αιώνα.
Κατά τη διάρκεια της πανδημίας, όταν η φυσική παρουσία και η συλλογική εμπειρία βρέθηκαν σε αναστολή, ο Ρώσος συνθέτης και καλλιτέχνης Σεργκέι Κισμάτοβ ανέπτυξε έναν νέο οπτικοακουστικό μορφότυπο που ονόμασε Video Ensemble.
Το έργο εξερευνά αφαιρετικά το σύμπαν του Αϊνστάιν, πυροδοτώντας ταυτόχρονα συνειρμούς που ξεπερνούν το ιστορικό πρόσωπο και οδηγούν τον θεατή σε έναν στοχασμό πάνω στις μεγάλες αντιφάσεις και στα οριακά ερωτήματα του 20ού αιώνα. Παράλληλα, αποτελεί το εμβληματικό σημείο συνάντησης της μινιμαλιστικής μουσικής γλώσσας του Φίλιπ Γκλας με το πρωτοποριακό σκηνικό όραμα του Ρόμπερτ Ουίλσον. Ο πρώιμος μινιμαλισμός του Γκλας συνδυάζεται με τα περίφημα «knee plays» του Ουίλσον –τις σκηνικές παρεμβολές που δίνουν ρυθμό και συνοχή στο έργο–, δημιουργώντας ένα παραστατικό ιδίωμα που διατηρεί αμείωτη τη δύναμή του.
Στην Πειραιώς 260 παρουσιάζεται μία από τις πιο επιτυχημένες σύγχρονες εκδοχές του έργου, με το Ictus Ensemble, τη χορωδία Collegium Vocale Gent και τη Σουζάν Βέγκα στον ρόλο της αφηγήτριας. Υπό τη μουσική διεύθυνση του Toμ ντε Κοκ, η παράσταση αναδεικνύει τη μαθηματική ακρίβεια και τη σωματική αντοχή που απαιτεί η εκτέλεση του έργου, προσφέροντας ένα υποδειγματικό Einstein on the Beach για τον 21ο αιώνα. (Χώρος Η, 30/5)
TEMPI - 57 καρδιακοί παλμοί & ηλεκτρονικά του Ορέστη Καραμανλή
Ανάμεσα στις πολλές θεωρίες για την προέλευση της μουσικής, μία ξεχωρίζει επειδή αφορά όλους μας: ο πρώτος ήχος που ακούει κάθε έμβρυο, ο χτύπος της μητρικής καρδιάς. Αυτός ο ρυθμικός παλμός αποτελεί ίσως την πρώτη ηχητική μνήμη του ανθρώπου και εξηγεί τον βαθύ δεσμό μας με τη μουσική. Από αυτή την ιδέα αντλεί έμπνευση το TEMPI του συνθέτη Ορέστη Καραμανλή, ένα έργο που συνδέει τον βιολογικό ρυθμό με τη συλλογική μνήμη.
Ο τίτλος παραπέμπει στον μουσικό όρο tempo αλλά και στο τραγικό σιδηροδρομικό δυστύχημα των Τεμπών της 28ης Φεβρουαρίου 2023. Επί σκηνής, πενήντα επτά άνθρωποι –όσοι και τα θύματα της τραγωδίας– συνδέονται μεταξύ τους μέσω καλωδίων και δημιουργούν ένα ζωντανό ηχοτοπίο από τους χτύπους της καρδιάς τους. Μικρόφωνα επαφής καταγράφουν τους παλμούς, οι οποίοι διοχετεύονται σε υπολογιστή και υποβάλλονται σε επεξεργασία σε πραγματικό χρόνο μέσω προγραμματισμού. Οι μουσικές δομές που προκύπτουν μεταβάλλονται διαρκώς ανάλογα με τη συναισθηματική κατάσταση των συμμετεχόντων, σχηματίζοντας μια σύνθετη, ασταθή και οργανική ηχητική μάζα.
Το TEMPI είναι ένα έργο το οποίο δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς τους ανθρώπους που το ενεργοποιούν. Ταυτόχρονα, υπενθυμίζει μια θεμελιώδη αλήθεια: όσο διαφορετικοί κι αν είμαστε, παραμένουμε βαθιά συνδεδεμένοι μεταξύ μας. Οι πενήντα επτά καρδιές που ενώνονται σε έναν κοινό παλμό μετατρέπονται σε σύμβολο ενσυναίσθησης και συλλογικής μνήμης, αναδεικνύοντας τον αόρατο ιστό που μας ενώνει. (Χώρος Δ, 16/6)
«Hide to show» των Nadar Ensemble – Michael Beil
Υπάρχει θεραπεία για την πραγματικότητα; Στο Hide to show του Γερμανού συνθέτη Μίχαελ Μπάιλ, το ερώτημα αυτό τίθεται μέσα από τις έννοιες που καθορίζουν ολοένα και περισσότερο την καθημερινότητά μας: υπερπραγματικότητα, μετα-αλήθεια, αλγόριθμοι, μιμίδια, deepfakes και άβαταρ. Όσα μοιάζουν να ανήκουν σε έναν μακρινό ψηφιακό κόσμο αποδεικνύονται τελικά βαθιά ενσωματωμένα στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τον εαυτό μας και τους άλλους.
Επί σκηνής, έξι κουβούκλια λειτουργούν ως προσωπικοί χώροι των ερμηνευτών. Καθώς οι μουσικοί προετοιμάζονται, οι περσίδες που τα καλύπτουν μετατρέπονται σε οθόνες προβολής, όπου εμφανίζονται βίντεο με τους ίδιους σε στιγμές απομόνωσης ή αλληλεπίδρασης. Η εικόνα θυμίζει τη σύγχρονη συνθήκη των μέσων κοινωνικής δικτύωσης: μαζί και μόνοι ταυτόχρονα, διαρκώς εκτεθειμένοι αλλά και κρυμμένοι πίσω από τις ψηφιακές εκδοχές του εαυτού μας.
Γραμμένο ειδικά για το Nadar Ensemble, το Hide to show συνδυάζει οργανική και ηλεκτρονική μουσική, βίντεο, σκηνοθεσία και ζωντανά οπτικά εφέ σε μια υβριδική παράσταση που κινείται ανάμεσα στη συναυλία, το θέατρο και την εγκατάσταση. Με χιούμορ, ευρηματικότητα και κριτική ματιά, ο Μπάιλ εξερευνά τα όρια ανάμεσα στο πραγματικό και το εικονικό, χαρτογραφώντας έναν κόσμο όπου η εμπειρία διαμεσολαβείται όλο και περισσότερο από οθόνες και εικόνες.
Το αποτέλεσμα είναι ένα σύγχρονο ψηφιακό blues για τις πολλαπλές διαδικτυακές ταυτότητές μας και για μια οικονομία της προσοχής όπου ο ίδιος ο εαυτός μετατρέπεται σε εικόνα προς κατανάλωση. Μέσα από ένα πυκνό πλέγμα μουσικής, βίντεο και πολιτισμικών αναφορών, το έργο θέτει ένα καίριο ερώτημα της εποχής μας: μήπως τελικά βλέπουμε λιγότερα ακριβώς επειδή βλέπουμε τα πάντα; (Χώρος Δ, 20-21/6)
«Voice Lab - Post Internet Dance Edition» της Frauke Aulbert
Ποια είναι η θέση της ανθρώπινης φωνής ως φυσικής, σωματικής παρουσίαςστην εποχή μας; Το Voice Lab – Post Internet Dance Edition της υψιφώνου, συνθέτριας και φωνητικής περφόρμερ Φράουκε Άουλμπερτ επιχειρεί να απαντήσει σε αυτό το ερώτημα εξερευνώντας τις αμέτρητες δυνατότητες της φωνής στον μεταψηφιακό κόσμο.
Υιοθετώντας τη μορφή ενός βιντεολογίου που θυμίζει YouTube, η Άουλμπερτ αντλεί εικόνες, συμπεριφορές και θραύσματα εμπειριών από τον αχανή χώρο του διαδικτύου, συνθέτοντας μια ιδιότυπη χορογραφία για φωνή, σώμα και σκηνική παρουσία. Πότε ως ερμηνεύτρια και πότε ως περσόνα, διερευνά τις πολλαπλές ταυτότητες που μπορεί να ενσαρκώσει μια φωνή και τις αλήθειες που κρύβονται πίσω από τις μεταμορφώσεις της.
Η παράσταση λειτουργεί ταυτόχρονα ως εισαγωγή στις πειραματικές φωνητικές τεχνικές. Αντλώντας στοιχεία από παραδόσεις όπως το ιαπωνικό θέατρο Nō, το κορεατικό Gugak και το beatboxing, αλλά και από την εμπειρία της στον κλασικό ινδικό χορό, το Butoh και την ακροβατική, η Άουλμπερτ μετατρέπει τη σκηνή σε ένα ζωντανό εργαστήριο φωνητικής δραματουργίας. Ψίθυροι, λαρυγγισμοί, φωνοποιήσεις, ομιλία και τραγούδι συνυπάρχουν, αναδεικνύοντας τη φωνή όχι μόνο ως ήχο αλλά και ως βαθιά σωματικό γεγονός.
Σε μια περίοδο όπου η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να μιμηθεί ακόμη και τις πιο λεπτές αποχρώσεις της ανθρώπινης φωνής, το έργο υπενθυμίζει ότι κάθε φωνή είναι ένα πολύπλοκο σύνολο εμπειριών, σωμάτων και ταυτοτήτων. Ένα ποιητικό και ευρηματικό σχόλιο πάνω στη σύγχρονη ψηφιακή συνθήκη, που δείχνει πως το άναρθρο και το ακατέργαστο μπορούν συχνά να εκφράσουν περισσότερα από όσα οι λέξεις. (Χώρος Β, 24/6)
«Reinventing the wheel» του Manos Tsangaris
Τι θα συνέβαινε αν έπρεπε να επινοήσουμε ξανά την τέχνη από την αρχή, σαν να μην είχε υπάρξει ποτέ πριν; Από αυτή την ποιητική υπόθεση εκκινεί το Reinventing the wheel του Μάνου Τσαγκάρη, μια παράσταση που αντιμετωπίζει τη δημιουργία ως πρωταρχική πράξη ανακάλυψης. Δανειζόμενος το πνεύμα της γνωστής σκέψης του Πάουλ Κλέε για το πώς θα ήταν να ζωγραφίζει κανείς χωρίς να έχει προηγηθεί καμία άλλη πινελιά στον κόσμο, ο Τσαγκάρης φαντάζεται έναν καλλιτεχνικό χώρο που γεννιέται εκ νέου μπροστά στα μάτια μας.
Με τη μορφή μιας ιδιότυπης lecture performance, το έργο συνδυάζει φωνή, ήχους, βίντεο και σκηνική δράση για να οικοδομήσει έναν διαισθητικό μουσικό κόσμο, όπου το ορατό και το άρρητο συνυπάρχουν. Συνθέτης, περφόρμερ, ποιητής και εικαστικός καλλιτέχνης, ο Τσαγκάρης καλλιεργεί εδώ και δεκαετίες ένα προσωπικό είδος μουσικού θεάτρου, στο οποίο το επίκεντρο δεν είναι μόνο το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα αλλά οι ίδιες οι συνθήκες της εκτέλεσης και ο τρόπος με τον οποίο γίνονται αντιληπτές από το κοινό.
Στο έργο του, ο ήχος, το φως, ο λόγος, η κίνηση, η θεατρική δράση και η εικαστική εικόνα λειτουργούν ως ισότιμα στοιχεία μιας σύνθεσης που αντιμετωπίζει την τέχνη ως ζωντανό και εφήμερο γεγονός. Αντί για μια αυστηρή αφήγηση ή μια προκαθορισμένη δραματουργία, το Reinventing the Wheel προκρίνει την εμπιστοσύνη στο ένστικτο, την ανακάλυψη και τη στιγμή της δημιουργίας.
Το αποτέλεσμα είναι ένας στοχασμός πάνω στην ίδια την καλλιτεχνική πράξη: ένας ύμνος στα προσωπικά «εύρηκα», στις μικρές ανακαλύψεις που γεννιούνται έξω από τους καθιερωμένους κανόνες. Ένα θέατρο χωρίς συμβατική πλοκή, αλλά γεμάτο από την ενέργεια της επινόησης, που μας υπενθυμίζει πως, ακόμη κι αν ο τροχός δεν ανακαλύπτεται ξανά, μπορεί πάντοτε να μας οδηγήσει σε νέες διαδρομές. (Χώρος Ε, 28/6)
«Quatuor Diotima» με έργα των Απέργη, Τζώρτζη και Λίγκετι
«Μ’ αρέσει να κυβερνώ σε αταξία. Δεν θέλω να καταστρέψω την αταξία. Διαπιστώνω μόνο τα σημεία της αταξίας, στα οποία υπάρχει συγκίνηση». Η φράση αυτή του συνθέτη Γιώργος Απέργης συνοψίζει ιδανικά το πνεύμα μιας μουσικής που αναζητά την τάξη μέσα από το απρόβλεπτο. Αν και γεννημένος στην Αθήνα, ο Απέργης διαμόρφωσε το έργο του κυρίως στο Παρίσι, αποτελώντας μία από τις σημαντικότερες μορφές της ευρωπαϊκής πρωτοποριακής μουσικής. Μέσα από ένα προσωπικό ιδίωμα που συνδυάζει ήχο, λόγο, κίνηση και θεατρική δράση, δημιούργησε ένα σύμπαν όπου η σύνθεση και η σκηνική πράξη συνυπάρχουν αδιάσπαστα.
Η συναυλία φωτίζει αυτή τη δημιουργική διαδρομή μέσα από δύο νέα κουαρτέτα εγχόρδων του Απέργη, τα οποία παρουσιάζονται για πρώτη φορά στην Ελλάδα. Δίπλα τους τοποθετείται το Femme-tête-temps του Νικόλα Τζώρτζη, μαθητή του Απέργη στη Μουσική Ακαδημία της Βέρνης. Στο έργο του Τζώρτζη συναντώνται η κινητική ενέργεια, η τεχνολογία και η ενσωμάτωση εξωμουσικών στοιχείων σε έναν δημιουργικό διάλογο με την αισθητική του δασκάλου του.
Το πρόγραμμα ολοκληρώνεται με τις Νυχτερινές Μεταμορφώσεις, το Πρώτο Κουαρτέτο Εγχόρδων του Γκιόργκι Λίγκετι, έργο της ουγγρικής περιόδου του συνθέτη, στο οποίο διακρίνονται οι επιρροές των Άλμπαν Μπεργκ και Μπέλα Μπάρτοκ. Η συνύπαρξη των τριών δημιουργών αναδεικνύει διαφορετικές όψεις της ευρωπαϊκής μουσικής πρωτοπορίας, από τα μέσα του 20ού αιώνα έως σήμερα.
Την ερμηνεία αναλαμβάνει το Quatuor Diotima, ένα από τα σημαντικότερα κουαρτέτα εγχόρδων της εποχής μας. Με διεθνή παρουσία και στενή σχέση με το έργο κορυφαίων συνθετών όπως οι Πιερ Μπουλέζ και Χέλμουτ Λάχενμαν, το σύνολο έχει διακριθεί ιδιαίτερα για τις ερμηνείες του στη μουσική του Λίγκετι. Η βραδιά διαμορφώνεται έτσι ως ένα ταξίδι ανάμεσα σε τρεις διαφορετικούς μουσικούς κόσμους που συνομιλούν δημιουργικά, διατηρώντας ακέραιη την ιδιαιτερότητά τους. (Χώρος Ε, 28/6)
«Raw Portraits» του Galan Trio
Η συναυλία αυτή λειτουργεί ως ένα ζωντανό στιγμιότυπο της σύγχρονης ελληνικής μουσικής δημιουργίας, παρουσιάζοντας έργα πέντε συνθετών μαζί με δύο νέες αναθέσεις. Στο επίκεντρο βρίσκεται το Galan Trio, ένα σύνολο που έχει συνδέσει την πορεία του με την προώθηση του σύγχρονου ρεπερτορίου για πιάνο τρίο και για το οποίο αρκετά από τα έργα του προγράμματος γράφτηκαν ειδικά.
Η λογική που διατρέχει τη βραδιά είναι η ανάδειξη της πολυφωνίας που χαρακτηρίζει τη σημερινή ελληνική μουσική σκηνή. Τα έργα των Διονύση Μπουκουβάλα, Ελένης Ράλλη, Στυλιανού Δήμου, Σοφίας Σέργη και Χριστίνας Αθηνοδώρου αποτυπώνουν διαφορετικές αισθητικές κατευθύνσεις, τεχνικές αναζητήσεις και δημιουργικές αγωνίες, προσφέροντας μια αντιπροσωπευτική εικόνα των ζυμώσεων που συντελούνται στον χώρο της λόγιας μουσικής κατά το πρώτο τέταρτο του 21ου αιώνα.
Ιδιαίτερη σημασία έχουν οι δύο νέες αναθέσεις, της Ένωση Ελλήνων Μουσουργών, οι οποίες προέκυψαν μέσα από ανοιχτή πρόσκληση. Τα έργα Fragility / Ductility της Φανής Κοσώνα και Αενάως του Δημήτρη Μούσουρα παρουσιάζονται σε πρώτη εκτέλεση, υπογραμμίζοντας τη δέσμευση της Ένωσης να στηρίζει τις νέες γενιές δημιουργών και να διατηρεί ζωντανή τη συνέχεια της ελληνικής μουσικής παραγωγής.
Την ερμηνεία αναλαμβάνει το Galan Trio, γνωστό για τη δεξιοτεχνία και τη συστηματική του ενασχόληση με το σύγχρονο ρεπερτόριο. Με εμφανίσεις σε σημαντικές σκηνές της Ευρώπης και των Ηνωμένων Πολιτειών, το τρίο επιστρέφει στο Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου μετά την παρουσία του στο αφιέρωμα στον Κλοντ Ντεμπισί το 2018, επιβεβαιώνοντας τον ρόλο του ως ενός από τους σημαντικότερους πρεσβευτές της σύγχρονης ελληνικής μουσικής. (Χώρος Β, 5/7)
«Lee Miller in Hitler’s Bathtub, μια τραγική καντάτα» των Needcompany – Jan Lauwers – Maarten Seghers
«Είναι φρικτό να θυμάσαι. Είναι ακόμα πιο φρικτό όμως να ξεχνάς». Από αυτήν τη διαπίστωση εκκινεί το Lee Miller in Hitler’s Bathtub, ένα μουσικοθεατρικό έργο του Jan Lauwers που χρησιμοποιεί μια από τις πιο διάσημες φωτογραφίες του 20ού αιώνα ως αφετηρία για μια βαθύτερη εξερεύνηση της μνήμης, του τραύματος και της γυναικείας δημιουργίας.
Στις 30 Απριλίου 1945, η φωτογράφος πολέμου Λι Mίλερ φωτογραφίζεται μέσα στην μπανιέρα της ιδιωτικής κατοικίας του Αδόλφου Χίτλερ στο Μόναχο, λίγες ώρες αφότου έχει επισκεφθεί το στρατόπεδο συγκέντρωσης του Νταχάου. Η εικόνα αυτή, όπου το προσωπικό συναντά το ιστορικό και το σώμα έρχεται αντιμέτωπο με τη φρίκη της Ιστορίας, αποτελεί τον πυρήνα μιας παράστασης που δεν επιδιώκει να αφηγηθεί πιστά τη ζωή της Μίλερ αλλά να τη μετατρέψει σε σύμβολο.
Επί σκηνής, ένα ακριβές αντίγραφο του λουτρού του Χίτλερ πλαισιώνει δύο ερμηνεύτριες που ενσαρκώνουν διαφορετικές όψεις της Μίλερ, ενώ ένα γλυπτό πάγου λιώνει αργά κατά τη διάρκεια της παράστασης, λειτουργώντας ως εικόνα της μνήμης, της απώλειας και της φθοράς. Ο Λάουερς, μαζί με τον συνθέτη Mάαρτεν Σέγκερς, δημιουργεί ένα υβρίδιο μουσικού θεάτρου, όπερας και εικαστικής εγκατάστασης, όπου η ιστορική ακρίβεια παραχωρεί τη θέση της στην ποιητική αλήθεια.
Πέρα από τη μορφή της Μίλερ, το έργο αναδεικνύει μια ολόκληρη γενεαλογία γυναικών που έζησαν, δημιούργησαν και συχνά παραμερίστηκαν στη σκιά ανδρών καλλιτεχνών, θεσμών και ιστορικών αφηγήσεων. Μοντέλο, φωτογράφος, δημοσιογράφος, μητέρα και καλλιτέχνιδα, η Μίλερ μετατρέπεται εδώ σε αρχέτυπο μιας θηλυκότητας που αντιστάθηκε στη λήθη και διεκδίκησε τη δική της θέση στην ιστορία.
Το Lee Miller in Hitler’s Bathtub δεν είναι βιογραφία ούτε ιστορική αναπαράσταση. Είναι μια ποιητική μυθοπλασία πάνω στη μνήμη, στην τέχνη και στα συντρίμμια που αφήνει πίσω της η Ιστορία· μια ελεγεία για όσες γυναίκες παρέμειναν αυτόφωτες ακόμη και όταν ο κόσμος επέλεξε να τις δει ως μούσες και όχι ως δημιουργούς. (Χώρος Η, 7-8/7)
«Video Ensembles» του Sergey Khismatov
Κατά τη διάρκεια της πανδημίας, όταν η φυσική παρουσία και η συλλογική εμπειρία βρέθηκαν σε αναστολή, ο Ρώσος συνθέτης και καλλιτέχνης Σεργκέι Κισμάτοβ ανέπτυξε έναν νέο οπτικοακουστικό μορφότυπο που ονόμασε Video Ensemble. Συνδυάζοντας τη σύνθεση, τη χωρική επεξεργασία του ήχου και το βίντεο, δημιούργησε σύντομα έργα που λειτουργούν ταυτόχρονα ως μουσικές συνθέσεις, οπτικές εγκαταστάσεις και σχόλια πάνω στη σύγχρονη πραγματικότητα.
Στην εγκατάσταση που παρουσιάζεται στην Πειραιώς 260, ο Kισμάτοβ συγκεντρώνει τρία χαρακτηριστικά παραδείγματα αυτής της πρακτικής. Στο «Politunes» απομονώνει γλωσσικά ολισθήματα, παύσεις και στιγμές αμηχανίας από δημόσιες ομιλίες πολιτικών και ηγετών, μετατρέποντάς τα σε μια παράδοξη μουσική σύνθεση όπου το κωμικό συνυπάρχει με το ανησυχητικό. Στο Suono Povero, οι ήχοι από τσαλακωμένες συσκευασίες, σακούλες και απορρίμματα συνθέτουν μια ιδιότυπη «χορωδία σκουπιδιών», ένα έργο που σχολιάζει τη βιωσιμότητα, την υπερκατανάλωση και την οικολογική κρίση, αντλώντας παράλληλα έμπνευση από την αισθητική της Arte Povera. Τέλος, στο Rotonda, ο καλλιτέχνης χρησιμοποιεί ηχογραφήσεις από πόρτες που τρίζουν, τις οποίες συνέλεξε από φίλους του σε όλο τον κόσμο, δημιουργώντας ένα ηχητικό τοπίο που παραπέμπει συμβολικά στις έννοιες της αποδοχής, του αποκλεισμού και της μετακίνησης ανθρώπων και πληθυσμών.
Παρότι χρησιμοποιούν υλικά που μοιάζουν καθημερινά ή ασήμαντα, τα έργα του Kισμάτοβ δεν είναι τεχνολογικά πειράματα ούτε ασκήσεις ύφους. Αντιμετωπίζουν τον θόρυβο ως μουσική ύλη και αξιοποιούν εργαλεία της σύνθεσης –ρυθμό, ένταση, δυναμικές μεταβολές και κλιμακώσεις– για να μετατρέψουν το τυχαίο σε καλλιτεχνικό γεγονός. Το αποτέλεσμα είναι μια ευρηματική και συχνά χιουμοριστική ματιά στον σύγχρονο κόσμο, που αποτυπώνει τις αντιφάσεις, τις αγωνίες και τον ηχητικό του κορεσμό.
Μια εγκατάσταση που αποδεικνύει ότι η μουσική του 21ου αιώνα μπορεί να κρύβεται παντού: σε μια πολιτική γκάφα, σε μια σακούλα απορριμμάτων ή στο τρίξιμο μιας πόρτας που ανοίγει και κλείνει. (Φουαγιέ Ε, 13-30/6)
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.