ΕΠΤΑ ΣΥΓΧΡΟΝΟΥΣ ΡΟΚ ΔΙΣΚΟΥΣ από τέσσερις χώρες της Ευρώπης (Σουηδία, Γερμανία, Ελλάδα, Ιρλανδία) θα παρουσιάσουμε στη συνέχεια – ροκ δίσκους ποικίλων υφών, αλλά του ίδιου υψηλού αισθητικού επιπέδου.
The Birch: Vicious Minds
[Tonzonen Records, 2025]
Νέα γερμανική μπάντα από την πόλη Quedlinburg, οι Birch έκαναν ένα ντεμπούτο άλμπουμ με πολλές late sixties αναφορές. Ψυχεδελικές να τις πω; Κάτι τέτοιο. Κατ’ αρχάς λέμε για ένα τρίο, το οποίο αποτελούν οι Lucas Habenreich κιθάρες, φωνή, Santiago Garcia Echeverri μπάσο και Volker Blath ντραμς, και το οποίο, κατά τόπους, επεκτείνεται σε κουαρτέτο λόγω της παρουσίας του Pablo Manresa στα πλήκτρα (αν και οι βασικές ηχογραφήσεις έγιναν κάπου στο Miami Beach, στη Florida, τα keyboards γράφτηκαν στην πόλη Elche της Ισπανίας).
Αυτό είναι το ύφος των Γερμανών, από ’κει προέρχονται οι επιρροές τους, και κάπως έτσι δημιουργούν τις δικές τους hard driving καταστάσεις (κάπως σαν τους... παππούδες τους από τα σίξτις).
Οι Birch κινούνται σε κάπως σκληρές φόρμες, φέρνοντας στη μνήμη συγκροτήματα της πρώιμης σκηνής του Michigan (Detroit και περίχωρα), όπως ας πούμε τους Frost του Dick Wagner, τον πρώιμο Bob Seger, τους Amboy Dukes του Ted Nudget, τους SRC και τους Third Power. Αυτό είναι το ύφος των Γερμανών, από ’κει προέρχονται οι επιρροές τους, και κάπως έτσι δημιουργούν τις δικές τους hard driving καταστάσεις (κάπως σαν τους... παππούδες τους από τα σίξτις). Το ζήτημα είναι αν το κάνουν καλά, αυτό, οι Birch, και επί τούτου μόνο θετικά μπορείς να αποφανθείς για το γερμανικό γκρουπ, που έχει δουλέψει πολύ καλά τις επιρροές του, παραδίδοντας μια δισκογραφική ροκ έκπληξη – με μόλις επτά πολύ καλά κομμάτια καταγραμμένα στις δύο πλευρές του βινυλίου (τέσσερα και τρία).
LP και digital λοιπόν, από ένα σχήμα που δεν μασάει... και για το οποίο το μόνο που μπορεί να ευχηθείς είναι να συνεχίσει στον ίδιο δρόμο.
'Till you're gone
Επαφή εδώ
Grovjobb: Nallebjörn Är Död
[Sound Effect Records / Outerdisk, 2025]
Κυκλοφόρησαν για πρώτη φορά δίσκο το 1998. Μέχρι και το 2001 είχαν δώσει τρία άλμπουμ, μετά κάπου χάθηκαν, για να επανεμφανισθούν το ’25 με το τέταρτο LP τους μέσα σε 27 χρόνια. Λέω για τους Σουηδούς (από το Γκέτεμποργκ) Grovjobb, ένα από τα καλύτερα βορειο-ευρωπαϊκά progressive συγκροτήματα των 90s, και πέραν αυτών – και λέω, βεβαίως, για το “Nallebjörn Är Död”, την πιο νέα δουλειά τους, που κυκλοφορεί τώρα σε βινύλιο από την γνωστή μας Sound Effect.
Οι έλληνες φίλοι του ευρωπαϊκού prog θα γνωρίζουν, σίγουρα, τους Grovjobb και από τις βινυλιακές επανεκδόσεις των δύο πρώτων δίσκων τους, των “Landet Leverpastej” (1998) και “Vättarnas Fest” (2000), που θα τυπώνονταν το 2016 από την δική μας Musicbazz, όμως και σε κάθε περίπτωση αυτό που τώρα προέχει είναι η παρουσίαση του “Nallebjörn Är Död” – της πρόσφατης ηχογράφησής τους, που συνέβη την προηγούμενη χρονιά.
Βασικός συνθέτης των Grovjobb είναι ο Jerry Johansson, που χειρίζεται κιθάρες, σιτάρ, dulcimer, udu και shruti box (το ινδικό φορητό αρμόνιο) (τον Johansson τον θυμόμαστε και από την παρουσία του στο πρόσφατο “Red Sun Blue Soil” των Cosmic Garden Project), ενώ στο σχήμα συναντάμε ακόμη τους Thomas Nyström fender rhodes, πιάνο, πλήκτρα, Jesper Jarold μπάσο και Ola Wolfhechel Jensen ντραμς, κρουστά.
Το LP των Grovjobb αποτελείται από τρία μεγάλης διάρκειας κομμάτια, καθώς στην Side A ακούμε τα “Nallebjörn är trött” (Το αρκουδάκι είναι κουρασμένο) (15:56) και “Nallebjörn är röd” (Το αρκουδάκι είναι κόκκινο) (7:22), ενώ στην Side B το “Nallebjörn är död” (Το αρκουδάκι είναι νεκρό) (18:50). Το ύφος της μουσικής του σχήματος οι φίλοι του γκρουπ το γνωρίζουν ήδη.
Έτσι λοιπόν, και σε τούτο το LP οι Σουηδοί δείχνουν για μιαν ακόμη φορά την αγάπη τους για το κλασικό progressive rock, της δικής τους σκηνής πρώτα-πρώτα, το οποίο, και ως είθισται, είναι ανακατεμένο με psychedelic και folk στοιχεία, και βεβαίως με ινδικά, όπως όλοι αντιλαμβανόμαστε, από τα όργανα που χειρίζεται ο Johansson, που είναι ο ένας βασικός ηχητικός πόλος των Grovjobb – το λέω, γιατί υπάρχουν και άλλοι δύο, που στέκονται στο αυτό ύψος. Ο ένας είναι τα πλήκτρα του Nyström, που είναι εξίσου βασικά σε διάφορα μέρη των συνθέσεων (εξάλλου το “Nallebjörn är röd” είναι δικό του – και είναι καταπληκτικό, μιας και μιλάμε για το πιο λυρικό κομμάτι του άλμπουμ), ενώ ο άλλος είναι το πολύ δυνατό και συμπαγές rhythm section, που προσδίδει στο άκουσμα μια επιπλέον «βαρύτητα».
Τα δύο tracks του Johansson, το 16λεπτο και το 19λεπτο, ακούγονται περισσότερο σαν σουίτες, καθώς αλλάζουν ύφος από... καιρού εις καιρόν, και χοντρικώς είναι τα πιο «φευγάτα», τα πιο stoned, και τα πιο folk-psychedelic του δίσκου, διαθέτοντας σφιχτή ροή και εντυπωσιάζοντας σε κάθε διάστασή τους – με το δεύτερο (το 19λεπτο) να ακούγεται εντελώς indian-psych στα δύο πρώτα μέρη του, υιοθετώντας πιο proggy ηχοχρώματα στο τρίτο, δίχως ποτέ να χάνεται η ινδική επιρροή.
Οι φίλοι τους είδους ξέρουν τι θ’ ακούσουν στο “Nallebjörn Är Död” των Grovjobb – αυτό είναι το πιο σίγουρο απ’ όλα.
Nallebjörn är röd
Επαφή εδώ
Λουδίας: 28 Λ
[Ανεξάρτητη Έκδοση, 2024]
Οι Λουδίας ιστορούνται από το τέλος των 90s. Τότε σχηματίστηκαν στη Θεσσαλονίκη και το 2000 ηχογράφησαν το πρώτο CD τους (στην τότε Legend Recordings). Πέρσι-πρόπερσι κυκλοφόρησε το τέταρτο άλμπουμ του συγκροτήματος, που έχει τίτλο «28Λ» και αυτό ακούω τώρα. Οι Λουδίας, έτσι τουλάχιστον όπως εμφανίζονται σ’ αυτό τον δίσκο τους, δεν είναι συγκρότημα, είναι κάτι σαν... εορταστική μάζωξη, αφού στο άλμπουμ συμμετέχουν καμιά 30αριά(!) μουσικοί (28 για την ακρίβεια, και μάλλον το «28» του τίτλου αυτό σημαίνει). Άλλος εδώ κι άλλος εκεί.
Εντάξει ο Παναγιώτης Βιολιστής (κιθάρες, φωνή) είναι σταθερός σε όλα τα tracks, αλλά από ’κει και μετά δεν θα συναντήσεις άλλον μουσικό, που να παίζει σε όλα τα κομμάτια. Οπότε αντιλαμβάνεστε... Ή μάλλον δεν αντιλαμβάνεστε... Και το λέω τούτο σε σχέση με το τι αναμένεις ν’ ακούσεις, καθώς αυτό, εν τέλει, είναι κάτι πολύ συγκεκριμένο, που δεν εξαρτάται από το πήγαινε-έλα των μουσικών. Υπάρχει, εννοώ, ένα ύφος στον δίσκο, που χαρακτηρίζει κάθε μεριά και κάθε άκρη του.
Οι Λουδίας είναι ένα κλασικό ελληνο-ρόκ συγκρότημα, υπό την έννοια πως εδώ υπάρχει και ένας τυπικός «παλαιομοδιτισμός», με τα σχετικά vibes να είναι «γεμάτα», «σκληρά» και έντονα, και βεβαίως ένας λόγος (προσεγμένος ως ένα βαθμό), που διαθέτει κοινωνικές αναφορές και οι οποίες υπογραμμίζονται συχνά μ’ έναν ευτράπελο τρόπο.
Δεν θα τους έλεγα τυπικούς «Zappa-ιστές» τους Λουδίας, αλλά σίγουρα υπάρχουν και από εκεί κάποιες αναφορές. Όπως μπορείς να βρεις αναφορές από χίλια-δυο διαφορετικά ονόματα, είτε σε σχέση με τα λόγια είτε σε σχέση με τις μουσικές και τον ήχο (που μπορεί να εκκινούν από την παράδοση, το blues και το country-rock και να φθάνουν μέχρι τη λεγόμενη «σκηνή της Θεσσαλονίκης» και τον Σαββόπουλο).
Εντάξει το άκουσμα θέλει λίγο συμμάζεμα, υπό την έννοια πως ο δίσκος εξελίσσεται κάπως «χύμα», αλλά και αυτό, τελικά, μπορεί να λειτουργεί υπέρ των Λουδίας – που τα χώνουνε απρόσκοπτα, σχεδόν πάντα στις μουσικές (με τις κιθάρες να σφαδάζουν) και πολλές φορές και στα λόγια. Που και αυτά (τα λόγια) εκτοξεύονται κατά ριπάς (αλλά όχι κατά ραπ-άς).
Ευχάριστο και γιατί όχι ουσιαστικό άκουσμα, που έχει λαϊκές άκρες (δεν εννοώ... μπουζουκλερί, αλλά «λαϊκές» από κοινωνικής ματιάς), με το ένα υπερ-ζωντανό κομμάτι να διαδέχεται το άλλο.
Επαφή εδώ
Widow Pit: Widow Pit
[Sound Effect Records, 2025]
Οι Widow Pit είναι Αθηναίοι και αποτελούνται από τους Nikolas Kalogirou φωνή, Petros Michopoulos κιθάρες, Alessandro Castagneri μπάσο, φωνητικά και Thanos Tampakopoulos ντραμς. Σαν γκρουπ υπάρχουν περισσότερο από μια δεκαετία, αλλά μόλις τώρα έχουν να προτείνουν έναν ολοκληρωμένο δίσκο με επτά κομμάτια (όλα δικά τους, γραμμένα από τα μέλη του συγκροτήματος).
Το ύφος των Widow Pit είναι το σκληρό ροκ. Προσωπικά στα κομμάτια τους ακούω υπαινιγμούς από Stray, Budgie, Hawkwind, Led Zep, Black Sabbath κ.λπ., βρετανικά ονόματα δηλαδή, που διέπρεψαν στα 70s βασικά, με τους Widow Pit να πατάνε πολύ γερά πάνω σ’ εκείνα τα χνάρια, χαράζοντας σήμερα τα δικά τους.
Το πρώτο που οφείλεις να πεις για τους Widow Pit είναι πως οι άνθρωποι αυτοί ξέρουν να γράφουν τραγούδια – δεν υποκρίνονται τους τραγουδοποιούς. Όλα τα κομμάτια τους είναι πολύ καλά, στιβαρά και δεμένα, διαθέτοντας όλα τα... κομφόρ (doomy ή άλλα). Φαίνεται, θέλω να πω, και η προϊστορία τους στο χώρο, καθώς έχουν υπάρξει μέλη άλλων σχημάτων (Lokruz, Selefice, Devil Flower Mantis...), αλλά και το ταλέντο τους.
Κομμάτια σαν το “Eyes on fire”, για παράδειγμα, θα μπορούσες να το χαρακτηρίσεις έως και «πρότυπο» σε σχέση με το σημερινό... ψυχεδελικότροπο σκληρό ροκ, ενώ και οι «δυναμίτες» σαν το “Night is my girl” ή σαν το “Dust and decay”, κάνουν τις μεμβράνες των woofers να υποφέρουν. Προσωπικά δεν άκουσα ούτε ένα μέτριο κομμάτι στο “Widow Pit” (που διαθέτει και ωραία «Sabbath-ικά» tracks σαν το “Madonna”, με το πολύ γερό distortion), με το έσχατο “Where silence reigns” να θερίζει. Πολύ καλός δίσκος γενικώς, και για το είδος του... δισκάρα!
Night Is my Girl
Επαφή εδώ
HUM: Three
[Tonzonen Records, 2025]
Οι HUM είναι Γερμανοί, προέρχονται από την Φρανκφούρτη του Μάιν και είναι τριπλέτα (Martin μπάσο, φωνή, noises, Floh ντραμς, εφφέ και Harri κιθάρα, φωνή, samples). Σαν σχήμα οι HUM υπάρχουν από το 2019, με το “Three” να αποτελεί μάλλον το δεύτερο άλμπουμ τους, και όχι το τρίτο, ένα βαρύ, hard, stoner ηχογράφημα, που εμπεριέχει όμως και κάποιες... ψυχεδελικότητες (“Burning air”) ή και πειραματισμούς (“March of the lost souls”), που το κάνουν να ξεχωρίζει.
Βασικά, όμως, εκείνο που υπερισχύει είναι το βαρύ ροκ, και κομμάτια σαν το “Underground”, για παράδειγμα, δεν γίνεται να μην φέρνουν στη μνήμη τούς Βρετανούς Three Man Army, από τα early 70s, και LP σαν το “Mahesha”. Έτσι, και παρά το γεγονός πως το stoner κυριαρχεί στο “Three”, οι κιθάρες δεν υπάρχουν μόνο για να δίνουν τη ρυθμική μάχη, προβάλλοντας αλλεπάλληλα riffs, μα και για να σολάρουν όταν και όπως πρέπει.
Με καλές ιδέες, καλές συνθέσεις, δυνατά παιξίματα και σωστά vocals (ακόμη και όταν είναι «πειραγμένα»), οι HUM κάνουν ένα ωραίο άλμπουμ, επιχειρώντας να μετατοπίσουν το stoner σε περισσότερο early seventies περιοχές. Καλό είναι αυτό... δεν το συζητάμε.
Underground
Επαφή εδώ
Headquake: The Weight of Forever
[Sound Effect Records, 2025]
Γιατί να μην το αποκαλέσεις ένα συγκρότημα «ιστορικό», όταν σχηματίστηκε στα early 90s, όταν μέλος του ήταν ο αείμνηστος Κώστας Ποθουλάκης (των Villa 21), κρατώντας σταθερή διαδρομή κι έχοντας ηχογραφήσει τέσσερις δίσκους μέσα στις δεκαετίες; Για τους Headquake ο λόγος λοιπόν – με την αφορμή να μας τη δίνει το πιο νέο LP τους, που αποκαλείται “The Weight of Forever” (2025) και που κυκλοφορεί τώρα από την Sound Effect.
Σήμερα Headquake είναι ο Kostas Dallas φωνή, cowbell, ο Thanasis Banasios κιθάρα, φωνητικά (έχει παίξει με τους Ρώσους Tracktor Bowling), ο Gabriel Remoundos (από Jesus Toy, Vibratore Bizarro, Diesel Cindy) και ο Babis Dallidis ντραμς (από Villa 21 και Creep Records). Με άλλα λόγια, μουσικοί με εμπειρίες, που τώρα βρίσκονται και πάλι μαζί, για να γράψουν τούτο το βαρύ και σκληρό LP, που στέκεται κλάσεις πάνω από το τυπικό stoner.
Και τα επτά τραγούδια τού “The Weight of Forever” είναι πολύ καλά, με το άλμπουμ να «σε πιάνει» από την αρχή, και να σε κρατάει δέσμιό του μέχρι το τέλος, δίχως ποτέ να υποστέλλεται η σημαία και δίχως ποτέ να κατακάθεται η σκόνη. Πόσο μάλλον όταν τραγούδι με τραγούδι το LP ανεβαίνει συνεχώς, για να πιάσει κορυφή στην Side B πρώτα με το “Release me” και έπειτα με το έσχατο “Live’s collide”, που αμφότερα είναι «δυναμίτες». Κιθάρα, μπάσο, ντραμς και φωνή έχουμε εδώ, αλλά ο τρόπος και η πληρότητα με την οποία εμφανίζονται οι Headquake είναι... αποστομωτική. Το συγκρότημα όχι απλώς «τα σπάει», αλλά ξοδεύει και όλο το είναι του για να μας πείσει πως τίποτα δεν θα μπορέσει να αναμετρηθεί ποτέ, στο επίπεδο της δύναμης, του πάθους, του θορύβου, της έντασης και της έκστασης, με το αγνό και πούρο σκληρό ροκ (με τα όποια υπο-ονόματα αποκτά, αυτό, μέσα στα χρόνια).
HeadQuake - Release Me
Επαφή εδώ
Jim Griffin: The Counterblast
[Sound Effect Records, 2025]
Όπως έχω ξαναγράψει, με αφορμή το προηγούμενο άλμπουμ του “The Signal” (2023), o Jim Griffin είναι ένας ιρλανδός μουσικός από το Limerick, που εμφανίζεται από τις αρχές των 00s με συγκροτήματα prog, space και post-rock αναφορών (The Fewer The Better, Zombie Picnic) και που τα τελευταία χρόνια κάνει δίσκους μόνος του. Έτσι, βλέπουμε στο discogs πως ο Griffin έχει κυκλοφορήσει έως σήμερα τέσσερα άλμπουμ (ένα το 2015, ένα το 2017, ένα το 2020, το “The Signal” το ’23), ενώ τώρα στρίβει στο πλατώ η πιο πρόσφατη πέμπτη δουλειά του, που αποκαλείται “The Counterblast”.
Ο Griffin κινείται στο χώρο του progressive rock γενικώς, αν κι εδώ έχει και πιο σκληρές πλευρές να μας παρουσιάσει (“A counterblast to astral travel”), που μπορεί κάπως να ξενίζουν, αλλά αυτό δεν σημαίνει πως δεν είναι καλοπαιγμένες και με σωστές εμπνεύσεις.
Βασικά, η προβληματική του Griffin είναι η «διαστημική», το χωρικό επέκεινα, το οποίο το προσεγγίζει φιλοσοφικά, παίρνοντας αφορμή είτε από δικές του ιστορίες (όπως εκείνη του αστρονόμου Atwood, που είχε συλλάβει υποτίθεται, το 1902, μέσω ενός δικού του μηχανισμού, ένα εξωγήινο σήμα, που προερχόταν από τον Σείριο), είτε από ιστορίες άλλων (Carl Sagan, Isaac Asimov κ.ά.), είτε από αληθινά περιστατικά, όπως την συντριβή του διαστημικού λεωφορείου Challenger, στις 28 Ιανουαρίου 1986 (στα ανοικτά του ακρωτηρίου Canaveral, πάνω από τον Ατλαντικό), ενώ τον βοηθούν προς την επίτευξη του στόχου του και τα samples από τις φωνές του Ronald Reagan, του John F. Kennedy κ.λπ.
Το αποτέλεσμα έχει το ενδιαφέρον του στον στιχουργικό τομέα, αλλά ακόμη πιο πολύ ενδιαφέρον έχει στον συνθετικό, εκεί όπου ο Griffin (ξανα)δείχνει τη γνωστή εν πάση περιπτώσει ικανότητά του να δημιουργεί ένα έργο με έντονες prog αναφορές, που να ακούγεται όμως σύγχρονο και όχι κολλημένο σε ξεπερασμένες καταστάσεις. Βασικά, όλη η καλή δουλειά γίνεται από τον ίδιον, καθώς συνθέτει, ενορχηστρώνει και χειρίζεται σχεδόν όλα τα βασικά όργανα που ακούγονται στο “The Counterblast” (κιθάρες, πλήκτρα κ.λπ.), παίρνοντας μικρές βοήθειες από έναν σαξοφωνίστα (Robbie Costelloe), έναν ντράμερ (Keith McCoy) κι έναν τραγουδιστή (David Reece) σ’ ένα-δυο κομμάτια.
Το νέο άλμπουμ του Jim Griffin ανά στιγμές είναι εντυπωσιακό, και βασικά είναι τέτοιο στη δεύτερη πλευρά του δίσκου, που περιλαμβάνει τη σουίτα “Sleeping generation (Parts 1-3)”, η οποία διαθέτει λυρικά και επικά μέρη, συνδυάζοντας Pink Floyd-ικά και Mike Oldfield-ικά στοιχεία.
Sleeping Generation, Pt. 1
Επαφή εδώ