Αυτό το ηλιόλουστο πρωινό, με τις συναδέλφους μου, που δουλεύαμε στην ΕΛΘΕΑ, αποχαιρετήσαμε τη Μαρινέλλα.
Σε κηδείες πηγαίνω με το ζόρι. Από τότε που σκοτώθηκε ο αδερφός μου, σπανίως έχω παραστεί σε γεγονότα όπου η μεγάλη λύπη και ο πολύς κόσμος δημιουργούν ένα χαρμάνι που μου φέρνει λιγοθυμία.
Και έχω, από 13 χρονών παιδί, να πάω σε δημόσιο προσκύνημα – από την κηδεία του Βάρναλη. Πήγαμε με το σχολείο και σταθήκαμε σαν τιμητική φρουρά στον Άγιο Ελευθέριο.
Η Μαρινέλλα μας προετοίμασε, μας έδωσε χρόνο πριν από τον θάνατό της. Σκέφτομαι ότι αυτό το διάστημα ο καθένας μας, ξεχωριστά, ανακάλεσε τις στιγμές μαζί της: τις πρόβες, τις παραστάσεις, τα κουτιά με τα τυροπιτάκια, τις φανταστικές της τουαλέτες στη «Γαϊδούρα», το καμαρίνι της δίπλα στη σκηνή.
Ήμασταν τυχερές, δουλέψαμε μαζί της στο «Marinella the Musical». Και για τη Μαρινέλλα δεν είχε σημασία αν είσαι αφεντικό ή υπάλληλος. Μας φερόταν σαν να ήμασταν ισότιμοι. Εκτιμούσε τον κόπο και, όταν έβλεπε ότι δεν είσαι λουφαδόρος ή τεμπέλης, σου άνοιγε την αγκαλιά της.
Η κυρία Μαρινέλλα (ξέρω, ξέρω δεν λένε κύριος/κυρία όταν πεθαίνει κάποιος, αλλά εγώ έτσι το θέλω), όταν σκοτώθηκε ο αδερφός μου, επί έναν μήνα και παραπάνω με έπαιρνε κάθε μέρα τηλέφωνο, έτσι, για να δηλώσει παρουσία στο πένθος.
Αυτό το σπάνιο πουλί άνοιγε τα πελώρια φτερά του, και αυτή η ανάμνησή της με συντροφεύει από τότε.
Είχα χρόνια να τη δω, αλλά δεν υπήρχε περίπτωση, με τις φίλες μου που δουλέψαμε μαζί της, να μη φτάσουμε μέχρι τη Μητρόπολη. Το ίδιο βράδυ, τρεις άνθρωποι που δουλεύαμε μαζί της στο Παλλάς, κλαίγαμε στο τηλέφωνο. Τρία πρόσωπα που χάσαμε τις δικές μας μάνες πρόσφατα δώσαμε ραντεβού νωρίς-νωρίς στην πλατεία.
Είχε κόσμο από τις 9 το πρωί. Από όλες τις «φυλές»: μικρούς και μεγάλους, φαν και περίεργους, φαν των κηδειών των επωνύμων, και διασημότητες. Αλλά εκεί, στο μαρμάρινο παγκάκι γύρω γύρω, ο κόσμος που δεν την είχε δει ποτέ από κοντά –κόσμος που την άκουγε μισό αιώνα, σε κέντρα, συναυλίες και ραδιοφωνάκια, κόσμος που είχε μετρήσει τα λεφτά του για να πάει να την ακούσει– κάπνιζε σιωπηλά και αμήχανα, έκλαιγε ή στεκόταν δακρυσμένος κοιτάζοντας ψηλά, χωρίς ντροπή, μέσα σε ένα πλήθος συμπούρδουλο και ετερόκλητο. Κοπάδια τουριστών με σορτσάκια και τύποι που έπιναν άπερολ πρωί-πρωί σε γειτονικά καφέ.
Εκεί, λοιπόν, σταθήκαμε ανάμεσα σε ανθρώπους που είχαν αλλάξει δύο λεωφορεία για να φτάσουν – θα τους αποκαλέσουν απλώς «ο κόσμος», το «πλήθος». Κανένας δεν θα μνημονεύσει αυτό το μπούγιο, τους κομπάρσους που ακούνε στο κινητό «Ξέρω πως δεν θα ’ρθεις ξανά».
Που δεν πολυμιλάνε μεταξύ τους.
Που έχουν ζήσει μια ζωή μαζί της.
Που η εποχή της δεν θα τελειώσει.
Που θα γυρίσουν και θα δουν άλλα τόσα αφιερώματα, αχόρταγα.
Που πάντα, όπου κι αν βρίσκονται, θα ακούν τη φωνή της και θα την ξεχωρίζουν ανάμεσα σε χίλιες.
Αυτούς θέλω να τιμήσω με αυτά τα λίγα λόγια: τους ανώνυμους, που η Μαρινέλλα λάτρευε, σεβόταν και υπολόγιζε μέχρι την τελευταία δοξαστική στιγμή της.
Πολύ κλάψαμε, ωραία, ανακουφιστικά. «Άσε, πουλάκι μου», θα έλεγε η Μαρινέλλα.
Και συνεχίζουμε να ζούμε.