Σε μια ιστορική συγκυρία που η ανθρωπότητα ανησυχεί όλο και πιο πολύ για την πιθανότητα ενός μελλοντικού καταστροφικού τέλους, ο ζωγράφος Δημήτρης Ρόκος εμπνέεται από τις πιο αμφιλεγόμενες και σκοτεινές εκφάνσεις της σύγχρονης κουλτούρας της «γοητείας της σύγκρουσης» και ξεκινά μια επικών διαστάσεων σειρά από sci-fi art κόμικς με θέμα την τέχνη και την αναβλητικότητα. Τα γυρίσματα μιας χαμηλού προϋπολογισμού ταινίας επιστημονικής φαντασίας γύρω από το τέλος του κόσμου γίνονται αφορμή για να έρθουν οι συντελεστές της αντιμέτωποι με τον φόβο του δικού τους τέλους, αλλά και για τον ίδιο τον δημιουργό του βιβλίου να στοχαστεί πάνω στην καλλιτεχνική αξία τού να μπλέξει σε μια πολυετή, χωρίς τέλος δημιουργική διαδικασία.
Το πολύ ξεχωριστό, αφαιρετικό και ασπρόμαυρο «The End», που δεν έχει καθόλου κείμενο, αποτελεί το πρώτο μέρος μιας τριλογίας στην οποία το κάθε βιβλίο θα αποτυπώνει κι από ένα στάδιο της δημιουργίας του ίδιου του έργου, κάνοντας έτσι την ίδια τη διαδικασία πρωταγωνίστρια της αφήγησης. Το «The End» κυκλοφόρησε τον περασμένο Ιούνιο από τις εκδόσεις inkpress, και την Πέμπτη, 2 Απριλίου, θα γίνει η παρουσίασή του στο Hyper Hypo. Ταυτόχρονα θα εκτεθούν ορισμένα real size αυθεντικά σχέδια που απαρτίζουν τις σελίδες του βιβλίου, τα ίδια ακριβώς χαρτιά που στα επόμενα χρόνια θα χρωματιστούν για τις ανάγκες των δύο επόμενων επεισοδίων.
Στον πυρήνα όμως του project όλα είναι τόσο βαθιά προσωπικά και αυτοαναφορικά που αν δεν είχα επενδύσει τόσον χρόνο σε αυτό ίσως ανησυχούσα ότι δεν αφορούν κανέναν άλλο.
«Η ζωγραφική μου δουλειά μοιάζει πολύ με αυτό που πολύς κόσμος έχει στο μυαλό του ως αισθητική κόμικς (έχει υπερβολή, έντονα χρώματα, πολλή λεπτομέρεια, ανθρωποκεντρική δράση, teenage αναφορές κ.λπ.)», λέει ο Δημήτρης Ρόκος, «και συχνά τα έργα μου δημιουργούσαν την εντύπωση ότι ανήκουν σε κάποιο παράλληλο σύμπαν όπου οι φαινομενικά ασύνδετες καταστάσεις που εικονογραφούν διαπλέκονται μεταξύ τους και σχηματίζουν μια ιστορία. Πάντα σκεφτόμουν να βγάλω κάποιο βιβλίο. Το βιβλίο αυτό όμως θα ήθελα να μπορούσε να διατηρήσει αυτή την αφηρημένη διάσταση και να μην μπλεχτώ στη διαδικασία τού να αφηγηθώ κάτι συγκεκριμένο ή έστω να πρέπει να γίνεται αυτό που θέλω να αφηγηθώ 100% κατανοητό. Στην προσπάθεια να σκεφτώ τον συνεκτικό ιστό μιας δικής μου ιστορίας, συνειδητοποίησα γρήγορα ότι αυτό που θέλω να αποδώσω είναι η δικιά μου αγωνία για την εξέλιξη της φόρμας αυτού που φτιάχνω και ότι εξίσου ενδιαφέρον –αν όχι περισσότερο– με το αποτέλεσμα της δουλειάς μου έχουν τα στάδια της διαδικασίας που ακολουθώ.
Από μικρό με ιντρίγκαρε πολύ η μυθολογία γύρω από τη δημιουργία ενός έργου τέχνης. Η γνωριμία μου με τα “μυστικά” ή με τους ανθρώπους πίσω από τα αγαπημένα μου αντικείμενα, τραγούδια ή ταινίες δεν μου έκλεβε καθόλου από τη μαγεία του αποτελέσματος, ίσα ίσα μού άνοιγε ολοένα περισσότερους κόσμους, εξίσου μαγικούς κι ενδιαφέροντες, ενίοτε ακόμα και μέσα από την απόλυτη πεζότητά τους. Στο σινεμά –ασυναίσθητα, παρατηρώ εκ των υστέρων– ένα από τα αγαπημένα μου είδη είναι το στυλ “ταινία μέσα στην ταινία” και έχω σίγουρα διαπιστώσει πως δύο από τα πιο δημιουργικά κίνητρα που εγώ προσωπικά αντιμετωπίζω ως θησαυρούς είναι η παρωδία και η βαρεμάρα. Έπιασα πριν από κάποια χρόνια τον εαυτό μου να ολοκληρώνει τις ζωγραφιές με μια πανομοιότυπη πρακτική, που αν και με ικανοποιούσε πλήρως ως αποτέλεσμα, ένιωθα ότι ταυτόχρονα ισοπέδωνε ό,τι άλλο έβρισκα συναρπαστικό στην όποια προηγηθείσα φάση.
Το πρώτο βιβλίο της τριλογίας είναι σαφέστατα ένα προσχέδιο αυτού που θα ακολουθήσει. Ταυτόχρονα, όμως, η επιλογή μου να το μοιραστώ όχι απλά ως ντοκουμέντο αλλά και ως αυτόνομη, αυτοτελή πρόταση, το καθιστά απολύτως ολοκληρωμένο τελικό έργο. Σε αυτό το στάδιο αποτυπώνεται ακριβώς μία από τις στιγμές στις οποίες θα ήθελα να μπορούσα κάποιες φορές να σταματάω τελείως. Στα βιβλία αυτά –τα δύο πρώτα– θα αρχίζω και θα τελειώνω ό,τι, όπου και όποτε θέλω εγώ και θα δίνω το ίδιο δικαίωμα και στον αναγνώστη. Και περιμένω με ανυπομονησία αυτούς που στο τέλος θα αποτιμήσουν τα πρώτα μέρη ως πιο αξιόλογα τελικά από το τελευταίο (κάτι που συμβαίνει αρκετά συχνά στις τριλογίες).
Ξεκινώντας το πρότζεκτ, πήρα την απόφαση –κυρίως για λόγους χρόνου– να αντλήσω ένα μεγάλο μέρος των αναφορών και της έμπνευσής μου από ζωγραφιές που είχα ήδη φτιάξει στο παρελθόν, κάποιες φορές ακόμα και αντιγράφοντας ολόκληρα κομμάτια από παλιά μου έργα, σαν να κάνω κάποιου είδους real life προσωπική ρετροσπεκτίβα. Προφανέστατα έχω επιρροές από άπειρες ταινίες (και κάποια κόμικς) αλλά το βασικό μου εργαλείο αυτήν τη φορά ήταν –όπως πολλών άλλων σύγχρονων καλλιτεχνών, φαντάζομαι– το Google Images. Λειτουργώντας ο ίδιος ως ΑΙ generator, συνέλεγα random στοιχεία και απλά παρήγαγα εικόνες διά της σύνθεσης, πολλές φορές αγνοώντας εγκληματικά το context, όπως όταν, για παράδειγμα, έψαχνα φωτογραφικό υλικό από ορίτζιναλ meth labs και, παντελώς ανήξερος, αντέγραψα μια ολόκληρη σκηνή του “Breaking Bad” χωρίς να έχω δει ποτέ ούτε ένα επεισόδιο (μέχρι τότε, είδα μετά).
Σειρά: Inkpress
Sci-fi ταινίες που με έχουν επηρεάσει είναι σίγουρα το “Terminator 2”, το “Matrix”, ταινίες του Λιντς, σκηνές του Γιοντορόφσκι και το multiverse των Avengers. Στη συγκεκριμένη περίπτωση όμως νομίζω περισσότερη έμπνευση άντλησα από τη σύγχρονη σκηνή της παγκόσμιας manosphere τάσης σε podcasts, YouTube, τηλεόραση και social media.
Όταν έρθει το τέλος (του βιβλίου), θα είναι πολύ σαφές και συγκεκριμένο. Και θα αποτελεί όντως κάποιου είδους καταστροφή όλων των στοιχείων που το συνέθεσαν. Μου αρέσει όμως που στο ίδιο το concept τουλάχιστον αναρωτιέμαι αν η σημασία που δίνω εγώ σ’ αυτό είναι κατά βάση μια εγωκεντρική ψύχωση. Στην ταινία που γυρίζεται μέσα στο βιβλίο, ο σκηνοθέτης φαντασιώνεται το τέλος της ανθρωπότητας ως προσωπικό καλλιτεχνικό αδιέξοδο. Όσον αφορά την ιστορία, το στοιχείο του film crew και των γυρισμάτων σίγουρα προέρχεται από το γεγονός ότι την τελευταία πενταετία έχω κάπως τυχαία καταλήξει να δουλεύω μια-δυο φορές τον χρόνο σε κινηματογραφικά συνεργεία ως οδηγός ή βοηθός παραγωγής. Η εμπειρία ήταν –και παραμένει– πολύ συναρπαστική και αρκετά πρωτόγνωρη και σίγουρα έχω πολλές αναφορές σε αυτήν. Στον πυρήνα όμως του project όλα είναι τόσο βαθιά προσωπικά και αυτοαναφορικά που αν δεν είχα επενδύσει τόσον χρόνο σε αυτό ίσως ανησυχούσα ότι δεν αφορούν κανέναν άλλο.
Έχω προφανώς επιλέξει συνειδητά έναν ελλειπτικό τρόπο αφήγησης που επιτρέπει πολύ αυτοσχεδιασμό και είναι τόσο ανοιχτός σε ερμηνείες που μου δίνει ελαφρυντικά σχεδόν για οτιδήποτε πω μετά. Όπως το βλέπω εγώ, η ένταξη λόγου θα αποδυνάμωνε την κεντρική ιδέα και θα περιόριζε το work-in-progress στοιχείο. Το ιδανικό για μένα θα ήταν τη στιγμή που γίνονται όλα αυτά που γίνονται στις σελίδες του βιβλίου (θεωρίες συνωμοσίας, ψυχεδελικές καταχρήσεις, εξωγήινες εισβολές, πόλεμος, βία και καταστροφή), η πραγματική αγωνία του αναγνώστη να είναι “τι θα σχεδιαστεί εδώ”, “τι χρώμα θα χρησιμοποιηθεί σ’ αυτό το σημείο”, “πώς θα είναι το τελικό αποτέλεσμα”, “ποια θα είναι η μέθοδος”, ακόμα και “τι θα χαθεί σ’ αυτή την πορεία και τι θα κερδηθεί” ή “τελικά, ποιο είναι το στάδιο που ο δημιουργός θεωρεί καλύτερο ως έργο και ποιο εγώ;”.
Μου αρέσει πάρα πολύ η μουσική και η διοργάνωση μουσικών events. Η παρατήρηση των ανθρώπινων αντιδράσεων σε συνθήκες πάρτι ήταν από πάντα για μένα μια συνεχής και τεράστια πηγή έμπνευσης, ενώ αυτή μου η εμπλοκή έχει κατά καιρούς αποτελέσει σχεδόν το μοναδικό πεδίο εξωστρέφειας και κοινωνικοποίησής μου. Δηλαδή όχι απλά επηρεάζουν τη δουλειά μου αλλά την τροφοδοτούν για να την κρατήσουν ζωντανή. Σε ένα στόρι που ανέβασα σήμερα έβαλα το βασικό θέμα από το “The Two Towers” του “Lord of The Rings” και κάποια άλλη στιγμή έψαχνα δείγματα από thrash metal συγκροτήματα. Αλλά αν το γύριζα σε ταινία θα ανέθετα το instrumental score στον Καναδό μουσικό και φίλο μου Σον Νίκολας Σάβατζ, με τον οποίο κάνουμε διάφορα.
Είναι δύσκολο να εντοπίσω το πότε ξεκίνησε το “The End” και με τι ρυθμούς, αλλά η σχετικά εντατική χειρωνακτική εργασία διήρκεσε γύρω στον έναν χρόνο. Το δεύτερο μέρος ελπίζω να κυκλοφορήσει στα μέσα του 2027 κι εκεί θα με δείτε να χρωματίζω τις εικόνες σαν κάποιου είδους μηχανή. Άλλοτε προς μία ενιαία κατεύθυνση σαν ψηφιακός printer, άλλοτε ανά χρώμα σαν τσίγκος τυπογραφικού και σε κάθε περίπτωση σαν να έχω λάβει κάποια έξωθεν εντολή».
— Πες μου για το θέμα της αναβλητικότητας. Είναι κάτι που βιώνεις προσωπικά ως δημιουργός;
Σίγουρα είμαι αναβλητικός, αλλά δεν ξέρω σε τι βαθμό. Η όλη τάση μου να έχω ιδέες (ή υποχρεώσεις) και να μεταθέτω το ξεκίνημα ή την ολοκλήρωσή τους για όσο πιο μετά γίνεται ήταν ο πυρήνας της σύλληψης του «The End». Στην προσπάθειά μου όμως να βάλω deadlines και κανόνες στον εαυτό μου με στόχο να προσδιορίσω το τέλος σε ένα συγκεκριμένο έργο (στην περίπτωση αυτή ένα βιβλίο) και να το παραδώσω ολοκληρωμένο σε συγκεκριμένο χρονικό πλαίσιο, ουσιαστικά δημιούργησα ένα mega-σύστημα υπερ-αναβολών και προεκτάσεων κι έμπλεξα σε ένα project πολύ μεγαλύτερο από αυτό που σχεδίαζα, γεμάτο πιθανούς αντιπερισπασμούς και σίγουρα χωρίς καθαρό τέλος. Αντιμετώπισα την αναβλητικότητα με περισσότερη αναβλητικότητα.