ΜΟΛΙΣ ΔΕΚΑΤΡΙΩΝ ΧΡΟΝΩΝ. Τόσο ήταν η Ινές εκείνη τη φθινοπωρινή μέρα του 1995 που, ενώ πήγαινε αμέριμνη σε μια θεία της για να τη βοηθήσει στο σιδέρωμα, έπεσε θύμα απαγωγής και οδηγήθηκε σε ξενοδοχείο στο Αργυρόκαστρο. Ένας από τους τρεις που την είχαν αρπάξει έμεινε μαζί της. Τη βίαζε συνεχώς επί ένα δεκαπενθήμερο κι έπειτα, πληρώνοντας τον φρουρό στα σύνορα, την πέρασε στην Ελλάδα. Της βρήκε «δουλειά» σε μπαρ στην Κόρινθο. Με το που πήγε το παιδί να διαμαρτυρηθεί, βιάστηκε επί τόπου ξανά και ξανά, μέχρι που λιποθύμησε. «Οι περισσότεροι άντρες ήταν πολύ βάναυσοι», θα έχει να λέει μετά: «Δεν μπορούσα ν’ αρνηθώ ό,τι κι αν ήθελαν να κάνουν, αλλιώς ο μαστροπός θα με βασάνιζε. Έπρεπε να δουλεύω ακόμη κι όταν ήμουν άρρωστη, είχα περίοδο ή πονούσα πολύ…».
Στα δεκαπέντε της, η Ινές συλλαμβάνεται, φυλακίζεται, απελαύνεται. Επιστρέφει σπίτι, αλλά ο πατέρας της την αποκηρύσσει – «τα ’θελες και τα ’παθες». Ένας παλιός της γνωστός τη φυγαδεύει στην Ιταλία. Εκείνη νομίζει πως θα δουλέψει καθαρίστρια, αλλά η σκλαβιά της συνεχίζεται σε πορνεία του Τορίνο, της Φλωρεντίας, του Άμστερνταμ, της Ουτρέχτης. Κάποια στιγμή μένει έγκυος και καταφέρνει να χωθεί σ’ ένα καταφύγιο κακοποιημένων γυναικών. Σ’ ένα τέτοιο ίδρυμα, στο κέντρο «Βάτρα» της Αυλώνας, διωγμένη για δεύτερη φορά απ’ την οικογένειά της, θα τη συναντήσει το 2003 ο Σιντάρτ Κάρα, ο Αμερικανός συγγραφέας του «Σεξ τράφικιν» (μτφρ. Α.-Μ. Αλαβάνου, εκδόσεις Ασβός, 2010). Όμως η μαρτυρία της Ινές, από τις πιο θλιβερές που άκουσε ο Κάρα στα ταξίδια του, μοιάζει σταγόνα στον ωκεανό μπροστά στα όσα καταγράφει στο δοκίμιό του.
Ο ΟΗΕ εκτιμά ότι σήμερα τα θύματα καταναγκαστικής σεξουαλικής εκμετάλλευσης ξεπερνούν τα 6 εκατομμύρια, ενώ τα εκτιμώμενα έσοδα από το σεξ τράφικιν φτάνουν τα 99 δισ. δολάρια ετησίως.
Δημοσιευμένο το 2009 από τις εκδόσεις του Πανεπιστημίου Κολούμπια και τιμημένο με το βραβείο «Φρέντερικ Ντάγκλας», που προορίζεται για μη μυθοπλαστικά έργα σχετικά με τη δουλεία, το –δυστυχώς δυσεύρετο πια εδώ– «Σεξ τράφικιν» αποτελεί ένα πανόραμα της σύγχρονης σωματεμπορίας: μιας επιχείρησης που αποφέρει κάθε χρόνο δεκάδες δισεκατομμύρια δολάρια και της οποίας το περιθώριο κέρδους «είναι πολύ μεγαλύτερο σχεδόν από οποιονδήποτε άλλο, παράνομο ή μη, κλάδο της οικονομίας». Σε αντίθεση με τα ναρκωτικά, το γυναικείο σώμα διατίθεται έτοιμο προς άμεση και επαναλαμβανόμενη κατανάλωση, απαλλαγμένο από τα έξοδα καλλιέργειας, συγκομιδής και επεξεργασίας. Το 2006, αν το περιθώριο καθαρού κέρδους της Google έφτανε το 29%, το αντίστοιχο του σεξ τράφικιν υπολογιζόταν γύρω στο 70%!
Σύμφωνα με τις μετρήσεις του Κάρα, ο αριθμός των μετακινούμενων ανθρώπων με σκοπό τη σεξουαλική εκμετάλλευση κυμαινόταν πριν από δυο δεκαετίες ανάμεσα στις πεντακόσιες και τις εξακόσιες χιλιάδες ετησίως, με τους περισσότερους να προέρχονται από την κεντρική και ανατολική Ευρώπη και τη νότια και ανατολική Ασία. Όπως φροντίζει να υπογραμμίσει, η μοίρα τους δεν σχετίζεται μόνο με βαθιά ριζωμένες προκαταλήψεις εναντίον των γυναικών στους τόπους τους. Είναι άρρηκτα συνδεδεμένη και με την «κοινωνικο-οικονομική παραφροσύνη που προωθεί η οικονομική παγκοσμιοποίηση» και με τις θεραπείες-σοκ που εφάρμοσε το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο τη δεκαετία του ’90, οδηγώντας ολόκληρες κοινωνίες σε «πρωτοφανή επίπεδα στέρησης και φτώχειας».
Γιος ενός Ινδού και μιας Περσίδας, με μεταπτυχιακό στη Διοίκηση Επιχειρήσεων από το Κολούμπια και στέλεχος για ένα φεγγάρι της Merrill Lynch, ο Σιντάρτ Κάρα άφησε πίσω του μια επιτυχημένη καριέρα συμβούλου επενδύσεων και επιχειρηματία, για ν’ αφοσιωθεί στην έρευνά του γύρω από το δουλεμπόριο του σεξ. Στοιχειωμένος από τις ιστορίες γυναικών που είχε ακούσει σε προσφυγικούς καταυλισμούς της πρώην Γιουγκοσλαβίας, όπου είχε εργαστεί εθελοντικά ως φοιτητής, άρχισε από το 2000 να διαθέτει ό,τι χρήματα είχε αποκτήσει σε ταξίδια, από το Νεπάλ, την Ταϊλάνδη και την Ινδία ως τη Βιρμανία και το Βιετνάμ, κι από την Ιταλία, την Ολλανδία, τη Μολδαβία και τη Βρετανία ως τις ΗΠΑ και το Μεξικό, για να διαπιστώσει ιδίοις όμμασι πώς είναι οργανωμένη αυτή η απάνθρωπη βιομηχανία.
Ο Κάρα μπήκε σε πορνεία, μασατζίδικα και σεξ κλαμπ, ανακατεύτηκε με τους ντόπιους για ν’ αφουγκραστεί τα κουτσομπολιά τους και κατάφερε ν’ αποσπάσει εκατοντάδες συνεντεύξεις από θύματα του τράφικιν, από μέλη των οικογενειών τους, από αστυνομικούς και δικηγόρους, καθώς και από εργαζόμενους σε καταφύγια και σε ΜΚΟ. Οι αναφορές του στην Ελλάδα είναι λίγες, μολονότι «μεταξύ 1990 και 2002 η χώρα μας πρωτοπορούσε στην ανάπτυξη της διεθνικής σωματεμπορίας και της σχετικής πορνείας», σύμφωνα με τον καθηγητή εγκληματολογίας του Παντείου, Γρηγόρη Λάζο, ο οποίος προλόγισε το βιβλίο. Ο τελευταίος επισημαίνει και κάτι ακόμη: ο Κάρα παραλείπει να θίξει τον «πορνοπελάτη», τον κεντρικό χρηματοδότη του όλου συστήματος – μήπως θα ’πρεπε να ποινικοποιηθεί και η χρήση αυτών των «υπηρεσιών»;
Όπως και να ’χει, η έρευνα του Κάρα περιγράφει ένα μοτίβο που εμφανίζεται σχεδόν παντού: εντοπισμός ευάλωτων νεαρών γυναικών, δημιουργία σχέσης εμπιστοσύνης, οικονομικός ή ψυχολογικός καταναγκασμός. Παρόμοια μοτίβα δεν εμφανίστηκαν στις καταγγελίες και για το δίκτυο του Τζέφρι Επστάιν; Εκατοντάδες κορίτσια στρατολογούνταν με υποσχέσεις εύκολου χρήματος και στη συνέχεια πιέζονταν για να στρατολογήσουν με τη σειρά τους και άλλα.
Από τη χρονιά που κυκλοφόρησε το βιβλίο του Κάρα μέχρι σήμερα, η οικονομία του σεξ διευρύνθηκε ακόμα περισσότερο. Παρότι τα πραγματικά νούμερα δύσκολα υπολογίζονται, καθώς πολλά περιστατικά δεν καταγράφονται, ο ΟΗΕ εκτιμά ότι σήμερα τα θύματα καταναγκαστικής σεξουαλικής εκμετάλλευσης ξεπερνούν τα 6 εκατομμύρια, ενώ τα εκτιμώμενα έσοδα από το σεξ τράφικιν φτάνουν τα 99 δισ. δολάρια ετησίως. Το ίδιο διάστημα, η βιομηχανία που περιγράφει ο Κάρα έχει πλέον μεταφερθεί σε μεγάλο βαθμό στο διαδίκτυο. Το τράφικιν έγινε ψηφιακό (ένα στα τέσσερα θύματα προσεγγίζεται online πλέον), με αποτέλεσμα η στρατολόγηση να γίνει ευκολότερη, η γεωγραφική εμβέλεια του εγκλήματος μεγαλύτερη και η αστυνόμευση των διακινητών ακόμα πιο προβληματική. Κι ακόμα, οι στρατιές των υποψήφιων θυμάτων πολλαπλασιάστηκαν, εξαιτίας των πολέμων, της οικονομικής κρίσης, της πανδημίας και των ραγδαίων κλιματικών αλλαγών που μεσολάβησαν, καθιστώντας ευάλωτους τους πληθυσμούς.
Πράγματι, η εικόνα έχει αλλάξει – προς το χειρότερο. Η βασική ανάλυση όμως του Κάρα έχει επιβεβαιωθεί: το σεξ τράφικιν παραμένει μια παγκόσμια αγορά υψηλής κερδοφορίας που βασίζεται στη φτώχεια, την ανισότητα και τη ζήτηση.