«Μόλις διάβασα το ολιγοσέλιδο (89 σελίδες) βιβλίο του Σταύρου Ζουμπουλάκη και δεν ξέρω τι να το κάνω ούτε πού να το κατατάξω. Είναι ένα αυτοβιογραφικό γραπτό; (και ναι και όχι). Είναι ένα ποιητικό δοκίμιο; (παρακινδυνευμένος όρος). Το μόνο που ξέρω είναι ότι με συγκίνησε βαθιά γιατί εκφράζει απλά στις τελευταίες σελίδες κάτι που απασχολεί όλους όσους ζούμε την ένταση της σημερινής ζωής, αλλά όταν πέφτουμε να κοιμηθούμε, στον ύπνο μας αναφαίνεται μια άλλη ζωή, η παιδική μας, απ’ την οποία τίποτα δεν επέζησε, και είναι τόσο πρωτόγονη και απομακρυσμένη πια, που μας αφήνει απορημένους το ξημέρωμα: “Εγώ που έζησα όλα αυτά τα εξαφανισμένα, ησιόδεια πράγματα, πώς ζω έτσι σήμερα σαν να ’ναι κάτι φυσικό; Είμαι ο ίδιος, o ΕΝΑΣ άνθρωπος; Ή ζω μια περίληψη του κόσμου;”.
Πρώτη φορά, βλέπω να εκφράζει κάποιος αυτό το αίσθημα της ανοιχτής βεντάλιας, έστω ακροθιγώς. Κι αυτό δίνει στην αφήγηση έναν τόνο ευεργετικής ψυχρότητας... Κάθε παιδική ανάμνηση που περιγράφεται είναι σαν να περιγράφεται για να πείσει ο συγγραφέας τον εαυτό του ότι πράγματι την έζησε. Και βλέποντάς τη γραμμένη να την αφήσει να ξεραθεί (κομμένο σύκο) πάνω στο μέταλλο του μοντέρνου κόσμου», γράφει ο Στάθης Τσαγκαρουσιάνος για το βιβλίο στο μπλογκ του «Ημερολόγιο», στη LiFO.
Ο Σταύρος Ζουμπουλάκης επιστρέφει στη Συκιά του νομού Λακωνίας από το καλοκαίρι του 1959 και για εννιά συνεχόμενα χρόνια μετά το κλείσιμο των σχολείων και μέχρι το άνοιγμά τους τον Σεπτέμβριο.
«Δεν βρίσκω τίποτε πιο βαρετό από το να ακούς ή να διαβάζεις για τα παιδικά χρόνια κάποιου, πρέπει πράγματι να τον αγαπάς πολύ για να το αντέξεις. Δεν είχα καμιά διάθεση να διηγηθώ εδώ τα δικά μου παιδικά χρόνια, παρά τόσο μόνο όσο χρειαζόταν για να αποτυπωθεί το χνάρι αυτού του αιωνόβιου, χτεσινού μα και οριστικά καταποντισμένου κόσμου. Αυτός ο κόσμος με συγκινεί βαθιά, όχι γιατί είναι ο κόσμος της παιδικής μου ηλικίας –δεν ήταν άλλωστε αποκλειστικά–, αλλά γιατί είναι ο κόσμος των αγαπημένων μου ανθρώπων, των ανθρώπων που με αγάπησαν και τους αγάπησα πολύ. Τον σκέφτομαι πάντα με συγκίνηση, αλλά δεν τον νοσταλγώ. Υπάρχει συγκίνηση χωρίς νοσταλγία, ίσως μάλιστα να είναι έτσι πιο αδρή», γράφει.
Το βιβλίο «Στ’ αμπέλια» του Σταύρου Ζουμπουλάκη κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πόλις
