ΕΝΑΣ ΜΙΚΡΟΣ ΔΙΑΣΥΡΜΟΣ μάς περιμένει κάθε μέρα προτού καν ανοίξουμε τα μάτια μας, προτού κοιταχτούμε στον καθρέφτη, προτού ταΐσουμε τα γατιά μας, προτού ρουφήξουμε την πρώτη τζούρα καφέ.
Ένα ανεξόφλητο χρέος στο μητρώο, ένας έρωτας-φάντασμα, ένας αδιάγνωστος πόνος. Αρκεί ένα, μόνο ένα λάθος βήμα σε μια σκάλα για να μετρήσουμε όλα τα σκαλιά κουτρουβαλώντας ανάμεσα σε όλους τους λόκαλ και τους τουρίστες που κατακλύζουν τις κυλιόμενες σκάλες του μετρό με τα μπαγκάζια τους. Οι τουρίστες γνωρίζουν τα πάντα για τους χαμηλούς μισθούς μας, για τους διεφθαρμένους πολιτικούς μας, για τους ανεκπλήρωτους έρωτές μας, για τα πλημμυρισμένα νοσοκομεία μας και τις αποτυχημένες αποδράσεις μας από τα μητρικά ελληνικά εδάφη.
Παντού μπορεί να μας περιμένει ένας επόμενος μικρός ή μεγάλος θάνατος, στα τρένα, στα λιμάνια, στα ασανσέρ, στο ίνμποξ μας, σε έναν φάκελο τραπέζης, ακόμα και μπροστά σε αυτόπτες και αυτήκοους μάρτυρες.
Στα παιδικά παραμύθια μάθαμε να φοβόμαστε τον κακό λύκο. Τι γίνεται όμως όταν «κακός λύκος» είναι ο εργοδότης, ο σύντροφος, ο υπουργός, η μητέρα;
Όλα λάμπουν κάτω από τον καυτό αθηναϊκό ήλιο. Κι όμως, τίποτα και κανείς δεν μπορεί να σταματήσει την πτώση μας και τον θάνατό μας· όλα τα ζούμε στη συνθήκη του αναπόφευκτου επείγοντος. Ο θάνατός μας, καταγεγραμμένος από κάμερες κινητών τηλεφώνων και συστημάτων ασφαλείας, θα κάνει τον γύρο του διαδικτύου μέσα από ένα βίντεο «αποκλειστικό» με τις τελευταίες μας στιγμές.
Εργατικά ατυχήματα, τροχαία δυστυχήματα, κρατικά εγκλήματα, πρόστιμα, πόλεμοι εξ αποστάσεως, cyber sex, ναυάγια, αλληλέγγυοι που αυτοοργανώνονται για να κρατήσουν στη ζωή μια τρανς γυναίκα που πεθαίνει μόνη της μέσα σε ένα σπίτι από ασιτία σε μια «χώρα-όαση» που διαφημίζει πως τα διαθέτει όλα για όλους.
Εργάτες που χειροκροτούν τον προφυλακισμένο εργοδότη τους, ενώ κατηγορείται για τον θάνατο πέντε γυναικών συναδέλφων και συντοπιτισσών τους που κάηκαν ζωντανές. Ακτιβιστές που κλείνουν τα στόματα όταν οι δημοσιογράφοι ρωτούν για την Παλαιστίνη προκειμένου να διατηρηθεί η λάμψη της σόου μπιζ αστραφτερή σαν ολοκαίνουργια οδοντοστοιχία.
Ένας «πατήρ» Αντώνιος που καταδικάζεται για την κακοποίηση και τον ξυλοδαρμό των ανηλίκων που είχε αναλάβει να φροντίζει εισπράττοντας χρηματοδοτήσεις για τη «χριστιανική» ΜΚΟ του. Ναι, παντού μας περιμένει ένας ακόμα διασυρμός για όσο ακόμα νιώθουμε ντροπή.
Καλύτερα να παίξουμε ένα τζόκερ μήπως γίνουμε πλούσιοι και δεν έχουμε πια ανάγκη να δουλεύουμε δώδεκα ώρες την ημέρα για να συντηρήσουμε ένα νοικιασμένο δυάρι πλησίον μελλοντικού σταθμού μετρό.
Από το λιμάνι του Πειραιά μέχρι τα παράλια της Χίου, από την Κυψέλη μέχρι τη Σούδα, από την πλατεία Ομονοίας μέχρι το Ακρωτήρι της Κύπρου, σε κάθε άκρη όπου ξεβράζονται τα νεκρά σώματα των προσφύγων.
Κανείς δεν δικαιούται να ζήσει ανέμελα, κανείς δεν ξυπνάει με κέφι, το αγοράζουμε και το πληρώνουμε από αυτούς που το παράγουν στις οθόνες μας. Ευτυχώς που μας έμεινε αυτή η παρηγοριά, εν μέσω βομβαρδισμών, που λειτουργεί καθησυχαστικά, το ότι ακόμα πωλούνται κραγιόν σε προσφορά lip combo, ακόμα γίνονται sold out οι παραστάσεις και οι συναυλίες, αφού ο εκπρόσωπος της κυβέρνησης ακόμα απαντάει σε όλες τις ερωτήσεις, αφού η εξεταστική για τον ΟΠΕΚΕΠΕ συνεχίζεται, η δίκη για τα θύματα των Τεμπών συνεχίζεται.
Ας προστεθούν και τα γκομενικά, οι έτερο που δεν θέλουν να δηλώνουν έτερο γιατί θα τους πούνε μάτσο, οι ομό που ψάχνουν μάτσο έτερο αλλά κατά βάθος να είναι ομό, ο τοπ της μιας που είναι ο μπότομ της αλληνής, οι σις που δηλώνουν τρανς ή χρησιμοποιούν τις τρανς για να βγει το μεροκάματο του καλλιτέχνη και μια τρανς που θέλει αναπολογητικά τους μάτσο να λένε ότι είναι μάτσο – αυτή η τελευταία είμαι εγώ.
Ένας μικρός απόρρητος, αλλά παράλληλα δημόσιος διασυρμός μάς περιμένει στα απεσταλμένα του ίνμποξ μας και στα «διαβάστηκε» του ίνμποξ των άλλων. Φωτογραφίες, υπονοούμενα και δωρεάν σεξεργασία μέχρι την επόμενη συνομιλία με φωτό προφίλ τη σέλφι ενός ευτυχισμένου ζευγαριού.
Στα παιδικά παραμύθια μάθαμε να φοβόμαστε τον κακό λύκο. Τι γίνεται όμως όταν «κακός λύκος» είναι ο εργοδότης, ο σύντροφος, ο υπουργός, η μητέρα;
Πόσο μοιάζουμε με τον μικρούλη Punch καθώς σέρνει τη λούτρινη μαμά του στα βράχια του τσιμεντένιου πάρκου, όσο σέρνουμε το κινητό μας σε ένα δικό μας εικονικό συναισθηματικό περιβάλλον. Κι όπως ο μικρούλης Punch, κάθε φορά, μετά τις επιθέσεις των ενηλίκων επιστρέφει τρέχοντας στη θαλπωρή της λούτρινης μαμάς του, έτσι κι εμείς αραχτά και άβολα στον καναπέ ρωτάμε το ChatGPT τη συνταγή μιας πετυχημένης σχέσης ή ενός μαμαδίστικου φαγητού, την ερμηνεία ενός ονείρου και το πού γίνονται βομβαρδισμοί σήμερα κοντά στην Ελλάδα.
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.