Στα 31 του ο εικαστικός ενός αντεστραμμένου και αιρετικού ελληνοκεντρισμού Κωνσταντίνος Σκουρλέτης θεωρείται ένας από τους πιο εμπνευσμένους σκηνογράφους του ελληνικού θεάτρου. Έχει υπογράψει περί τις 40 παραστάσεις, μερικές από τις πιο εμβληματικές της ομάδας bijoux de kant, σε σκηνοθεσία του πατέρα του, Γιάννη Σκουρλέτη, την τηλεοπτική σειρά του Βασίλη Κεκάτου «Milky Way», όπως και την ταινία του «Οι άγριες μέρες μας», τη μικρού μήκους «I’m glad you’re Dean now» του Ταουφίκ Μπαρχόμ, που απέσπασε Χρυσό Φοίνικα στις Κάννες, αλλά και το «MJ» του Γιώργου Φουρτούνη, για το οποίο τιμήθηκε με το βραβείο σκηνογραφίας στο Φεστιβάλ Δράμας.
Επίσης, συνεργάζεται σταθερά με τη νέα γενιά σκηνοθετών όπως ο Δημήτρης Καραντζάς και ο Γιώργος Κουτλής. Παράλληλα, και χάρη στη Μαρίνα Σάττι, υπέγραψε και την πρώτη του προσωπική σκηνοθετική απόπειρα, μια δεκαπεντάλεπτη μουσική ταινία με οκτώ τραγούδια που ερμήνευαν οι CHÓRES.
Αυτή την περίοδο ετοιμάζει το σκηνικό της παράστασης «Τζένη Τζένη» που θα ανέβει στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά, στην πρώτη του συνεργασία με τον Νίκο Καραθάνο, ενώ ετοιμάζεται για την πρώτη του κάθοδο στην Επίδαυρο με την «Άλκηστη» του Ευριπίδη.
Στη φάση που είμαι προσπαθώ να είμαι εντελώς καθαρός σε σχέση με τους συνεργάτες μου και με το σκηνογραφικό κομμάτι. Μου αρέσει πολύ να κατανοώ τους μηχανισμούς που μπορεί και σκηνοθετικά να βοηθήσουν, γιατί είναι αλληλένδετοι με τη σκηνογραφία.
― Ποια ήταν τα πρώτα σου ερεθίσματα;
Η ζωγραφική του πατέρα μου στο πατρικό μου, στον Κορυδαλλό. Είχαμε ένα υπόγειο όπου βρισκόταν το εργαστήρι του και κατέβαινα από μικρό παιδί και χάζευα τα έργα, τις ζωγραφικές, τα υλικά∙ δούλευε με λάδια πολύ. Ήταν η ζωή του πριν από τη σκηνοθεσία. Οπότε, ήμουν μέσα στα χρώματα και το νέφτι. Μύριζε όλο το υπόγειο νέφτι.
― Έπιασες από νωρίς το πινέλο στο χέρι;
Απ’ όταν θυμάμαι τον εαυτό μου, πάντα ασχολιόμουν με τα χρώματα, τους μαρκαδόρους και τις νερομπογιές μου. Μάλιστα, όταν ήμουν στο λύκειο δεν αναρωτήθηκα ποτέ αν θέλω να κάνω κάτι άλλο, ήξερα ότι ήθελα να περάσω στην Καλών Τεχνών. Ήταν αποφασισμένο, δεν είχα αμφιβολίες, με φανταζόμουν ως ζωγράφο.
«Κάλαντα της άνοιξης» - CHÓRES
― Και μετά μπήκε στη ζωή της οικογένειας το θέατρο;
Η bijoux de kant ξεκίνησε το 2010, όταν ήμουν 16 χρονών. Μέχρι που έκανα τα «Αμάραντα», ήμουν σε διάφορα πόστα. Αλλά πηγαινοερχόμουν στη Θεσσαλονίκη, όπου ήταν η σχολή μου.
― Πώς βρέθηκες στη Θεσσαλονίκη;
Πέρασα στο Εικαστικό της Θεσσαλονίκης με τη μία, πέρασε και όλη μου η παρέα και έφυγα. Θυμάμαι όμως τον εαυτό μου ως φοιτητή αλλά και νωρίτερα ως μαθητή να επιστρέφω στην bijoux de kant είτε για να κάνω τα εικαστικά, τις αφίσες της, είτε στην κονσόλα, τον ήχο. Δηλαδή θυμάμαι από μικρός να είμαι στη διαδικασία του θεάτρου και των σκηνικών.
― Σε μαγνήτισε το θέατρο γενικότερα ή το είδος της bijoux de kant, το πάντρεμα εικαστικής δημιουργίας και ποιητικού λόγου;
Σίγουρα ήταν το ερέθισμα του πατέρα μου. Έχοντας όμως μεγαλώσει δίπλα του και γνωρίζοντας τη δυσκολία του επαγγέλματος, το πώς να δείξεις και να μοιράσεις το έργο σου, πώς να το προβάλεις, να μην είσαι κρυμμένος σε ένα εργαστήρι, βρήκα ότι η λογική του θεάτρου ήταν μια ευκαιρία να μιλήσεις σε περισσότερο κόσμο, μεταφέροντας τα υλικά της ζωγραφικής στον θεατρικό κόσμο.
― Τρισδιάστατα.
Ναι, βέβαια. Αυτή η μετάβαση, επειδή προέκυψε μέσα από ανάγκη, δεν ήταν δύσκολη, έγινε με φυδικό τρόπο. Τα υλικά της ζωγραφικής και η εμπειρία του σχεδίου ήταν πολύ καλή βάση για το τρισδιάστατο μέρος.
― Υπήρξε κάποια παράσταση εκτός bijoux de kant που να σε διαβεβαίωσε ότι αυτός ήταν ο κόσμος σου, ότι η σκηνογραφία ήταν αυτό που ήθελες να κάνεις;
Τώρα που το λες, νομίζω ότι όταν ήμουν 15 χρονών, ίσως προτού ξεκινήσει ο πατέρας μου το θέατρο, είχα πάει να δω τη «Μήδεια» του Παπαϊωάννου στο Παλλάς. Ήταν εντυπωσιακό. Οπότε, χτιζόταν κάτι μέσα μου, υπήρχαν οι προδιαγραφές.
― Αλλά η bijoux de kant ήταν ο καταλύτης. Η κουρτίνα που έκανες για τα «Αμάραντα» ήταν συγχρόνως ένα έργο τέχνης και ένα ευρηματικό σκηνικό.
Βασιζόταν στα τελευταία λόγια του έργου, που αναφέρονται σε ένα περιστατικό με κάποια σκυλιά. Ένιωσα ότι εκεί κάπου συναντήθηκα με το έργο του Μάτεσι, το οποίο είχα αγαπήσει και ήρθε κάπως αυθόρμητα, χωρίς να έχει καθόλου προσχεδιαστεί. Χρησιμοποίησα ένα μεγάλο κομμάτι λευκό ύφασμα που είχα βρει σε μια αποθήκη και το σχεδίασα με πλαστικά χρώματα σε μια ταράτσα. Ακολούθησαν οι «Κόρες» της Μπασδέκη στο Φεστιβάλ Αθηνών, που είχε ενδιαφέρον γιατί είχα κάνει όλη τη σκηνογραφία από τρισδιάστατα γλυπτά, βασισμένα σε αρχαία δομή και φόρμα. Κομμάτια κιόνων και φτερά, όλα φτιαγμένα από χαρτόκουτα και χαρτοταινία.
― Κι έτσι η bijoux de kant αποτέλεσε τη δική σου σχολή σκηνογραφίας.
Ακολούθησαν κάποιες μικρότερης κλίμακας παραστάσεις, «Μπολιβάρ», «Τα δάση στα γόνατα», και μετά ο πρώτος μου ουσιαστικά σταθμός, η «Fairy Queen» στη Λυρική. Ήταν η πρώτη μου μεγάλου σχήματος παράσταση, όπου έκανα και για πρώτη φορά κοστούμια, που τα αντιλαμβανόμουν ως μέρος του σκηνικού. Τότε με μηδαμινές γνώσεις πάνω στην ενδυματολογία.
― Ένιωσες έλλειψη γνώσεων ή είπες «θα το αντιμετωπίσω εμπειρικά»;
Είχα πάντα την τάση και το πείσμα να μαθαίνω στο πεδίο. Έμαθα το κοστούμι με τις μοδίστρες της Λυρικής, αντιμετωπίζοντας τα κοστούμια ως σκηνικό. Ήταν όλες αυτές οι μπούλες της Νάουσας, βασισμένες στο έθιμο «Μπούλες και Γενίτσαροι», ένα σχήμα που συνομιλούσε με τις φόρμες και τις μορφές της σκηνογραφίας. Όταν είδα για πρώτη φορά σε μεγάλη κλίμακα τη δουλειά μου, όταν είδα να λειτουργούν όλα μαζί, κοστούμια, σκηνικά, φωτισμοί, ήταν πολύ έντονη στιγμή. Έπαιξε σημαντικό ρόλο και η μουσική, αλλά για κάποια δευτερόλεπτα είχα ξεχάσει ότι επρόκειτο για ένα θέαμα που είχε κατασκευαστεί και το πήρα σαν μια πραγματικότητα. Ήταν πολύ όμορφο και καθοριστικό. Ήταν σαν μου έλεγε εκείνη τη στιγμή κάποιος ότι η τέχνη μπορεί μέσα μας να είναι πολύ δυνατή, δίνοντάς μου το επιχείρημα για να συνεχίσω με πολλή όρεξη και πάθος γι’ αυτό. Μια εξατομικευμένη θεατρικά στιγμή που λειτούργησε ως έναυσμα για να μην έχω αμφιβολίες γι’ αυτό που κάνω, να έχω μια σιγουριά.
― Συγκρούσεις με τον Γιάννη Σκουρλέτη στην προσέγγιση των έργων είχες;
Σίγουρα υπήρξαν, αλλά και για τους δυο μας εποικοδομητικές. Επειδή δουλέψαμε πάρα πολύ μαζί, πήρε κομμάτια μου, όπως κι εγώ πήρα κομμάτια του στο έργο μου. Οι συγκρούσεις και μας καθόριζαν και μας πήγαιναν πίσω σε κάποια πράγματα.
― Σε βοήθησε η bijoux de kant να ξαναδείς την ελληνική θεατρική παράδοση;
Προφανώς, ξεκινώντας από την bijoux, που την έχει ως αφορμή πάντα για να δημιουργήσει στη συνέχεια κάτι νέο και εντελώς διαφορετικό, τη μελετώ και συχνά ανατρέχω σε κάποια βιβλία και αρχεία για να εμπνευστώ. Δεν είναι μια συγκεκριμένη παράσταση ή καλλιτέχνης αλλά αυτές οι φόρμες που είχε θεσπίσει τόσο έντονα η εποχή στη μορφή του ελληνικού θεάτρου.
― Πότε νιώθεις ότι διαμορφώνεις πλέον μια δική σου ταυτότητα και μπορείς άφοβα να πεις ότι κατακτάς τη σκηνογραφία;
Νομίζω ότι αυτό δεν το νιώθω ούτε τώρα. Σίγουρα οι παραστάσεις που θεωρώ σταθμούς και είχαν ειδικό βάρος είναι η «Fairy Queen», τα «Αμάραντα» και το «Καινούργιο σπίτι» στο Εθνικό, όπου τα κοστούμια δεν έπαιρναν ως αφορμή τις υπάρχουσες φόρμες του έργου αλλά αποτελούσαν ένα πολυσυλλεκτικό σύνολο που απάρτιζε όλη την εικόνα αυτού του νεκροταφείου που είχε στηθεί.
― Είναι συναισθηματικοί οι λόγοι που συμπεριλαμβάνεις την πρώτη σου παράσταση, τα «Αμάραντα»;
Συγκέντρωνε μια δημιουργικότητα χρόνων, τη ζωγραφική μου, τη σχολή μου∙ αν ένιωθα ολοκληρωμένος, δεν θα είχα όρεξη να συνεχίσω. Οι μετέπειτα παραστάσεις μεγάλης κλίμακας απαιτούσαν πολλή συγκέντρωση, που σε αυτή την ηλικία έπρεπε να μοχθήσω για να την αποκτήσω, δεδομένων των ανασφαλειών μου.
― Ο Κεκάτος πώς σε ανακάλυψε;
Ο Βασίλης συνεργαζόταν από το 2016 με τον πατέρα μου για τα τρέιλερ των παραστάσεων, οπότε είχαμε γνωριστεί και αναπτύξαμε μια πολύ όμορφη φιλία. Όταν ήταν να γράψει και να σκηνοθετήσει το «Milky Way», μου πρότεινε τη σκηνογραφία. Σκέψου ότι μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχα κάνει ούτε μία μέρα γύρισμα στη ζωή μου και το «Milky Way» ήταν 110 μέρες γυρισμάτων – τρελή εμπειρία για μένα.
― Και πώς ήταν η μεταπήδηση από τον κλειστό χώρο του θεάτρου στα χωράφια και στους δρόμους;
Το σπίτι της οικογένειας το είχαμε κατασκευάσει σε ένα χωράφι, αλλά το εσωτερικό ήταν αληθινό σπίτι που του είχαμε αλλάξει πολλά στοιχεία. Η διαφορά είναι, νομίζω, στον ρυθμό∙ το σινεμά τρέχει, πρέπει να βρεις πολύ άμεσα λύσεις, ενώ στο θέατρο διέθετα περισσότερο χρόνο. Πρέπει να είσαι εφευρετικός για να είσαι αποτελεσματικός.
― Ένιωσες να περιορίζεις το προσωπικό σου εικαστικό σύμπαν για να ανταποκριθείς και να πλησιάσεις έναν σχετικό ρεαλισμό;
Ο οποίος ρεαλισμός απλώνεται όχι σε μία σκηνή αλλά σε οκτώ επεισόδια. Είναι εντελώς διαφορετική η δομή, οπότε στοιχεία σου και κομμάτια σου έρχονται ως αποσπάσματα σε ένα έργο μεγάλης διάρκειας. Η σκηνογραφία στον κινηματογράφο είναι και να επιλέγεις τους χώρους, δεν είναι μόνο κατασκευές και σετ. Μπορεί να μπεις σε έναν χώρο και να τον αδειάσεις και να τον κάνεις κάτι άλλο. Είναι πολλά τα στοιχεία που συνθέτουν το art direction. Επίσης, μπορεί μέσα σε μία μέρα να πρέπει να κάνεις πέντε σετ και να μην μπορείς να πας σε ένα που σε αφορά πάρα πολύ, να πρέπει να το κάνεις σε ένα άλλο σημείο, που θέλει πάρα πολλές αλλαγές.
― Ο Κεκάτος σε επέλεξε για τη δουλειά σου στην bijoux de kant ή θέλησε να χτίσετε μαζί μια νέα αισθητική;
Νομίζω ότι ο Βασίλης εκτιμούσε πάντα το έργο μου. Το «Milky way» και για τον Βασίλη και για τον Γιώργο Βαλσαμή και για εμένα ήταν κάτι εντελως νέο, οπότε ναι, νομίζω πως για τη δημιουργία αυτής της ομάδας ήταν σημαντικό το ότι μοιραζόμασταν αυτό το κοινό στοιχείο, για να συμπορευτούμε και να μπορέσουμε να το κάνουμε. Δεν ήταν κανείς μας καθιερωμένος στο χώρο του κινηματογράφου ούτε στα μεγάλα σχήματα και τα μεγάλα μεγέθη. Έπρεπε να το υποστηρίξουμε, θέλαμε δεν θέλαμε, κι έτσι πιστέψαμε ο ένας στον άλλον.
― Δεν θα έλεγες ότι η Ελλάδα του «Milky Way» απέχει από την πραγματική;
Το ότι δεν είχαμε συνηθίσει να βλέπουμε κάποιες εικόνες της Ελλάδας με αυτό τον σύγχρονο τρόπο δεν σημαίνει ότι δεν είναι Ελλάδα. Οι εικόνες μπορούν να παραμένουν ελληνικές, όσο ανοίκειες κι αν μας φαίνονται. Μπορεί να αντλούν έμπνευση από διάφορα σύμπαντα και από άλλες κουλτούρες, αλλά σίγουρα κάτι που είναι πολυσυλλεκτικό δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί στο τέλος να είναι και ελληνικό.
― Η τηλεοπτική σειρά ήταν που σου έφερε προτάσεις στο θέατρο;
Ναι, γιατί έκανα το «Ο παγοπώλης έρχεται» με τον Ακύλλα Καραζήση στο Προσκήνιο –πολύ όμορφη εμπειρία– και σιγά σιγά το όλο πράγμα άρχισε να ανοίγεται σε περισσότερους ανθρώπους του θεάτρου. Ήρθαν οι συνεργασίες με τον Γιώργο Κουτλή και με τον Δημήτρη Καραντζά, με τον οποίο σε μία χρονιά κάναμε τον «Γλάρο», τον «Καλό άνθρωπο του Σετσουάν» στο Κρατικό Βορείου Ελλάδος και μετά τον «Ηρακλή Μαινόμενο» σε πανελλήνια περιοδεία.
― Έχεις θαυμάσει κάποιο σκηνικό σε σημείο να σε αφήσει άφωνο;
Θυμάμαι στο Φεστιβάλ Αθηνών, στην παράσταση «Parallax» του Ούγγρου σκηνοθέτη Μουντρούτσο, ένα σπίτι που γυρνούσε ανάποδα. Μου είχε κάνει μεγάλη εντύπωση. Σοκαριστικό ως σκηνογραφία.
― Ποιο θεωρείς καλό σκηνικό;
Αυτό που μπορεί να επικοινωνήσει προσωπικά πρώτα από όλα με αυτόν που το φτιάχνει, γιατί αν δεν είναι άμεσα συνδεδεμένο και προσωπικό, δεν ξέρω κατά πόσο μπορεί να απευθυνθεί στο κοινό. Πρέπει να αφήνεσαι σε ένα ένστικτο το οποίο δεν ξέρεις πού θα σε οδηγήσει, αλλά νομίζω ότι είναι σημαντικό να μην του αντιστέκεσαι, γιατί είναι πολύ μεγάλη παγίδα αυτό. Σίγουρα πρέπει να ακολουθείς το σήμερα και το να μπορείς να το κοιτάξεις ανεξαρτήτως του τι σου υποβάλλει το έργο ή οι κανόνες που έχεις θέσει εξαρχής είναι πολύ απελευθερωτικό.
― Αυτή είναι και η δική σου διαδικασία πάντα ξεκινώντας να δουλεύεις μια νέα παράσταση;
Εγώ ξεκινάω βρίσκοντας πάντα μία αφορμή που μπορεί να είναι μία εικόνα, ένα σχήμα, πολλές φορές ένα ζωγραφικό έργο, η οποία ξεκλειδώνει τα υλικά αυτού που εν τέλει θα φτιάξω, ακόμα και ένα στοιχείο του έργου που φαινομενικά δεν είναι ταιριαστό με το θεατρικό κείμενο, αλλά που θα μου δώσει την αφορμή – σίγουρα παίζει ρόλο και η μουσική. Πιστεύω ότι πρέπει να βρεις κάτι πυρηνικό που σου μιλάει και το οποίο σε οδηγεί σε δρόμους που φαινομενικά και εγκεφαλικά δεν μπορείς να φανταστείς, παρά μόνο αν αφεθείς σε κάτι και με έναν τρόπο το κυκλώσεις ώστε να το κατανοήσεις περιμετρικά. Αυτή είναι η δική μου προσπάθεια σε αυτό που κάνω. Θεωρώ ότι αν αφεθείς σε κάτι και το δεις από όλες τις πλευρές, αν δηλαδή είσαι ανοιχτός, θα μπορέσεις να σκεφτείς και να σχεδιάσεις πράγματα που δεν θα σου έρθουν στο μυαλό αν τα αναλύσεις εγκεφαλικά. Γιατί τότε ξεκινάει να λειτουργεί το ένστικτο. Στην αρχή προσπαθώ να γνωρίσω τα υλικά που προκύπτουν από κάθε έργο, έχοντας στο οπλοστάσιό μου κάποιες πρώτες επιρροές, και παίζοντας με αυτές προσπαθώ να το κατανοήσω βαθιά ώστε να αφήσω το ένστικτο να με οδηγήσει.
― Έχουμε δει βίντεό σου στη Στέγη και τη μικρού μήκους ταινία «Τα κάλαντα της άνοιξης» με τις CHÓRES. Η σκηνοθεσία είναι η επόμενή σου στάση;
Στη φάση που είμαι προσπαθώ να είμαι εντελώς καθαρός σε σχέση με τους συνεργάτες μου και με το σκηνογραφικό κομμάτι. Μου αρέσει πολύ να κατανοώ τους μηχανισμούς που μπορεί και σκηνοθετικά να βοηθήσουν, γιατί είναι αλληλένδετοι με τη σκηνογραφία. Ελπίζω στο μέλλον να με αφορά και εμένα. Μετά τις CHÓRES έκανα το live της Μαρίνας Σάττι στην πλατεία Νερού σε επίπεδο σκηνοθεσίας, με βίντεο και σκηνικά. Ένιωσα όμορφα και εκεί, όπως και στη διαδικασία με το ταινιάκι.
― Ποια θεωρείς, εκτός bijoux de kant, την πιο δημιουργική συνεργασία σου;
Ο «Γλάρος» ήταν πολύ σημαντική δουλειά για μένα, λόγω του πώς πιάσαμε το έργο και πώς το αναπτύξαμε. Ήταν μια σχέση πολύ γόνιμη, η οποία συνέπτυξε αρκετά πράγματα τη στιγμή που έγινε. Τώρα νιώθω πολύ δημιουργικά με τη συνεργασία μου με τον Νίκο Καραθάνο. Κάνω τα σκηνικά στο «Τζένη Τζένη».
― Είναι μια ελαφριά κλασική ελληνική κωμωδία που ξέρουμε από τον παλιό κινηματογράφο και αναρωτιέμαι σε ποιο βαθμό η παράσταση θα θυμίζει την ταινία του ’60.
Νομίζω ότι η προσέγγιση που επιχειρούμε να πραγματοποιήσουμε δεν προσπαθεί να αντιγράψει την ταινία αλλά να δημιουργήσει ένα νέο σύμπαν μέσα από τις μνήμες της εποχής και της ταινίας και όλου του σύμπαντος του παλιού ελληνικού κινηματογράφου που υπήρξε τόσο έντονος και χειμαρρώδης, οπότε πρόκειται για μία ανασύνθεση. Νομίζω ότι για να γεννηθεί κάτι που είναι κωμωδία δεν μπορείς να έχεις την κωμωδία ως αυτοσκοπό.
― Δηλαδή, τι θα δούμε επάνω στη σκηνή;
Θα δούμε με νέο τρόπο όλες εκείνες τις αναμνήσεις με τις οποίες συνδεόμαστε συλλογικά. Το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι ποιες συνάψεις μπορούν να δημιουργηθούν όταν έρχεσαι σε επαφή με αυτές τις εικόνες και με τη συλλογική μνήμη που κουβαλάει αυτό το έργο. Αυτό που προσπαθεί η παράσταση είναι να αναβιώσει κάποιες αληθινές στιγμές, εντάσσοντας όλα τα στοιχεία που απαρτίζουν την ελληνική πραγματικότητα και όχι συγκεκριμένα στοιχεία της εποχής. Αν πας να δεις την ταινία σήμερα, με νέα υλικά και άλλα πρόσωπα, είναι εντελώς άλλες οι σχέσεις που θα προκύψουν. Παίρνοντας αφορμή από μια παλιά Ελλάδα, το αποτέλεσμα δεν μπορεί παρά να είναι μια εντελώς άλλη εικόνα, η σχέση που μπορούμε να δημιουργήσουμε με εκείνες τις εικόνες ώστε να μας μιλήσουν σήμερα. Νομίζω ότι αυτό έχει πραγματική αξία αν το καταφέρεις.
― Θεωρείς ότι η γενιά σου προτιμά να αναδείξει μια πολιτική στάση παρά να πειραματιστεί κινηματογραφικά; Τι νιώθεις;
Νιώθω ότι ανταποκρίνομαι λιγότερο από όσο πρέπει. Πώς γίνεται να μην παρατηρείς όλο αυτό που συμβαίνει γύρω σου και να μην το εισάγεις με έναν τρόπο και στην τέχνη σου; Παράλληλα, πώς να μην πω «μακάρι να εφευρεθούν τρόποι που να κάνουν το πολιτικό να είναι πιο ισχυρό;». Αυτό είναι ένα αίτημα και μακάρι να γίνεται όλο και ισχυρότερο.
― Ο κοινωνικοπολιτικός προβληματισμός συγκρούεται με τους αισθητικούς στόχους;
Οι οποίοι αφορμώνται από την πραγματικότητα. Δεν είναι ανεξάρτητα αυτά μεταξύ τους. Όσο πιο προσωπικός είσαι, τόσο πιο ευσυνείδητος είσαι όσον αφορά το περιβάλλον σου. Δεν εννοώ να κοιτάς τον εαυτό σου εγωιστικά, να αφορά μόνο εσένα. Όταν λέω «προσωπικό», εννοώ να έρχεσαι κοντά σε εσένα και κατ’ επέκταση κοντά στο τι συμβαίνει γύρω σου.
― Ετοιμάζεσαι και για την πρώτη σου κάθοδο στην Επίδαυρο με μια εκπληκτική τραγωδία, την «Άλκηστη».
Εμπεριέχει την έννοια του τι σκοπεύω να θυσιάσω προκειμένου να είμαι εγώ καλά. Νομίζω ότι είναι πολύ βασικό ζήτημα των ημερών μας. Πόσα πράγματα είμαστε διατεθειμένοι να θυσιάσουμε προκειμένου να είμαστε εμείς καλά και από την άλλη συμβαίνει μια τραγωδία. Έχω τεράστια χαρά που την κάνω.
― Θεωρείς ότι η επικαιροποίηση της αρχαίας τραγωδίας ακυρώνει την ποιητική της διάσταση;
Νομίζω ότι το βασικό ζήτημα είναι πώς θα θέσεις έντονα τα άγρια ζητήματα που θέτει το έργο. Το πόσο ανοίκειο είναι, είναι άλλο θέμα. Το αν, τώρα, χρησιμοποιεί κανείς σύγχρονες φόρμες ή όχι, νομίζω ότι είναι μικρότερης σημασίας από αυτήν του έργου. Είναι τόσο ισχυρά τα ζητήματα που θέτει το έργο, όπως και το μέγεθος της Επιδαύρου, που πρέπει να ακούσεις και να αναδείξεις τον πυρήνα.
― Σου προκαλεί φόβο η Επίδαυρος;
Όχι. Θέλω μόνο να τη δω με σεβασμό.