Για τον Νίκο Ρωμανό
"Το αποτύπωμα, αλλά τίνος πράγματος;"
"Πώς να μην αγανακτεί κανείς όταν η Δικαιοσύνη γίνεται το ίδιο το όργανο μέσα από το οποίο παράγεται η αδικία;" Ενώ ο αναρχικός Νίκος Ρωμανός παραμένει σε "προσωρινή κράτηση που συνεχίζει να παρατείνεται καταχρηστικά από την ελληνικές δικαστικές αρχές", τέσσερις σημαντικές προσωπικότητας της σύγχρονης σκέψης - Judith Butler, Georges Didi-Huberman, Michael Löwy και Paul B. Preciado - δημοσιεύουν το παρακάτω κείμενο καταγγέλλοντας μια άρνηση δικαιοσύνης ανάξια μιας ευρωπαϊκής δημοκρατίας.
Mediapart, 28 Φεβρουαρίου 2026
"Το αποτύπωμα, αλλά τίνος πράγματος;"
Διασχίζουμε τον ιστορικό μας κόσμο σαν να βαδίζουμε μέσα σε μια ζούγκλα άδικων πράξεων. Και η αδικία, με κυνική αυτάρκεια, τρέφεται από τον ίδιο της τον πολλαπλασιασμό κάθε φορά που μια νέα αδικία εμφανίζεται και επιβάλλεται ανά τον κόσμο, ανά πάσα στιγμή, σαν να προσπαθεί να μας κάνει να ξεχάσουμε όλες τις προηγούμενες. Έτσι εκτυλίσσεται το θέαμα μιας κοινωνίας που διαρκώς λησμονεί τον εαυτό της και ως εκ τούτου δικαιολογεί αδιάκοπα τα ίδια της τα εγκλήματα. Όμως είμαστε έτσι φτιαγμένοι, εμείς οι άνθρωποι, ώστε διαθέτουμε αυτές τις ικανότητες που ονομάζονται μνήμη, φαντασία και σκέψη, οι οποίες μας καλούν να αρνηθούμε τη λήθη. Αυτό είναι το γόνιμο έδαφος για τις χειραφετήσεις μας. Τίποτε δεν πρέπει να πηγαίνει χαμένο για την ιστορία, όταν αυτή αφουγκράζεται με προσοχή αυτό που ο Βάλτερ Μπένγιαμιν ονόμασε τόσο εύστοχα "παράδοση των καταπιεσμένων".
*
Τα παιδιά, όπως γνωρίζουμε, είναι ιδιαίτερα ευαίσθητα στις άδικες πράξεις, τουλάχιστον όταν αντιστέκονται στην κοινωνική πίεση που απαιτεί από αυτά μια “προσαρμογή” στην εθελούσια δουλεία. Ο Νίκος Ρωμανός, σήμερα νεαρός ενήλικας, δεν ξεχνά τις άδικες πράξεις που υπέστη όταν ήταν έφηβος. Με έναν τρόπο του είμαστε υπόχρεοι για την απόφαση που πήρε – απόφαση που δείχνει τη δύναμη και το θάρρος του, αλλά και στην οποία οφείλονται οι νέες αδικίες που υφίσταται σήμερα –, το να γνωστοποιήσει, να καταστήσει γνωστούς μέσω του δημόσιου λόγου του τους μηχανισμούς αυτής ακριβώς της αδικίας. Μιας αδικίας που συντελέστηκε μέσα από τις πολλαπλές και αλυσιδωτές ενέργειες εις βάρος του, ενέργειες που υπακούν σε μια τέλεια παρανοϊκή λογική, χαρακτηριστική των μηχανισμών κυριαρχίας, λογοκρισίας ή αντιποίνων, όταν οι μηχανισμοί αυτοί αισθάνονται πως αμφισβητούνται από μια αλήθεια που τους ξεσκεπάζει.
Όντας έφηβος, ο Νίκος Ρωμανός κράτησε στα χέρια του το ετοιμοθάνατο σώμα του παιδικού του φίλου Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου ο οποίος εκτελέστηκε εν ψυχρώ από τον ειδικό φρουρό της Ελληνικής αστυνομίας Επαμεινώνδα Κορκονέα. Ήταν στις 6 Δεκέμβρη του 2008. Τις εβδομάδες που ακολούθησαν, η νεολαία της χώρας εξεγέρθηκε την ώρα που η κρατική αστυνομία προσπαθούσε να πείσει πως διερευνά το ίδιο της το έγκλημα. Στη συνέχεια, ο Νίκος Ρωμανός βίωσε τον εφιάλτη μιας δίκης όπου η κακοπιστία, η αλλοίωση των αποδεικτικών στοιχείων και η αντιστροφή των ευθυνών ήταν τέτοιες, ώστε αποσύρθηκε από αυτή την παρωδία απονομής δικαιοσύνης λαμβάνοντας την απόφαση να μην παραστεί ως αυτόπτης μάρτυρας της δολοφονίας του αδελφικού του φίλου, όπως ο νόμος ορίζει (ο ειδικός φρουρός Κορκονέας καταδικάστηκε οριστικά κι αμετάκλητα πολύ αργότερα). Στη συνέχεια, όντας αναζητούμενος από τις δικαστικές αρχές, εξαφανίστηκε στην παρανομία, μια ιδιαιτέρως ηχηρή ενέργεια ενάντια σε αυτό που αναγνώριζε, δικαίως, ως κρατική αδικία. Η οργή του επανεμφανίστηκε με έναν εντελώς απίθανο τρόπο — σαν σε επεισόδιο του Ρομπέν των Δασών — μετά από χρόνια, όταν το 2013 επιχείρησε, μαζί με συντρόφους του, να ληστέψουν μια τράπεζα στο Βελβεντό. Συνελήφθησαν άμεσα, ξυλοκοπήθηκαν (οι φωτογραφίες που δημοσίευσε τότε η αστυνομία ήταν χονδροειδώς επεξεργασμένες με photoshop) και φυλακίστηκαν. Ο Νίκος ήταν μόλις 19 χρονών.
Αναλαμβάνοντας πλήρως τις πράξεις του ως νεαρός "παράνομος", ο Νίκος Ρωμανός εξέτισε την ποινή του. Τελείωσε το σχολείο των φυλακών, όταν όμως ζήτησε να υπαχθεί στη ρύθμιση που επέτρεπε σε κάθε κρατούμενο να πραγματοποιεί πανεπιστημιακές σπουδές, έλαβε μια κατηγορηματική άρνηση. Ακόμη χειρότερα: ο νόμος τροποποιήθηκε ώστε όλοι οι αναρχικοί της "κατηγορίας" του να στερούνται την πρόσβαση στη γνώση. Έτσι, έξι χρόνια μετά τη δολοφονία του παιδικού του φίλου, ο νεαρός ξεκίνησε απεργία πείνας: μια πρόκληση — με κίνδυνο της ίδιας του της ζωής — για το απλό δικαίωμα στη γνώση (απεργία έκανε κι ο συγκρατούμενός του Γιάννης Μιχαηλίδης). Την ίδια στιγμή, η ελληνική κυβέρνηση εφάρμοζε τον συνηθισμένο εκβιασμό των πολιτικών τυράννων (που είχε τυποποιήσει παλαιότερα ο Τόμας Χομπς στο έργο του Λεβιάθαν): να υπόσχεται ολοένα περισσότερη "ασφάλεια", με αντάλλαγμα ολοένα και λιγότερη ελευθερία και ισότητα.
Η πρόκληση του Νίκου Ρωμανού — η απεργία πείνας του — ήταν μια χειρονομία για τη δικαιοσύνη, μια δίκαιη χειρονομία. Υπήρξε επίσης μια αποτελεσματική ενέργεια, αφού αποκαταστάθηκε ο νόμος που επέτρεπε στους κρατούμενους να σπουδάζουν. Ο νεαρός σπούδασε, λοιπόν, βγήκε από τη φυλακή έχοντας εκτίσει την ποινή του, ενώ τα τελευταία χρόνια σχεδίαζε να δημιουργήσει κι ένα μικρό εκδοτικό οίκο. Όμως, τον Νοέμβριο του 2024, συνελήφθη εκ νέου μετά από έκρηξη βόμβας σε ένα διαμέρισμα [στην οδό Αρκαδίας], όπου ανάμεσα σε δεκάδες αποτυπώματα που εντοπίστηκαν, βρέθηκε και το μερικό αποτύπωμα ενός από τα δάχτυλά του πάνω σε μια πλαστική σακούλα σκουπιδιών. Δεν ήταν η πρώτη φορά που η αστυνομία τον συλλάμβανε, χωρίς ποτέ να μπορέσει να στοιχειοθετήσει σε βάρος του οποιαδήποτε κατηγορία. Το ποινικό δίκαιο ορίζει ότι ένα αποτύπωμα σε ένα κινητό αντικείμενο, ακόμη και πλήρες να είναι, δεν συνιστά ποτέ από μόνο του αποδεικτικό στοιχείο ενοχής, ούτε καν συνέργειας. Εκτός των άλλων, ο Νίκος Ρωμανός ανέκαθεν αναλάμβανε δημόσια την ευθύνη για τις πράξεις του και αυτές που του αποδίδονται σήμερα τις αρνείται κατηγορηματικά.
Κι όμως, τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές (Φεβρουάριος 2026), βρίσκεται ακόμη υπό κράτηση. Μια "προσωρινή κράτηση" που συνεχώς παρατείνεται καταχρηστικά από την ελληνική δικαστική αρχή. Αυτή η άρνηση δικαιοσύνης απέναντι του είναι ανάξια, τουλάχιστον για όποιον επικαλείται μια "ευρωπαϊκή δημοκρατία" ή ένα "Κράτος Δικαίου". Πώς να μην αγανακτεί κανείς όταν "η Δικαιοσύνη" μετατρέπεται στο ίδιο το όργανο μέσα από το οποίο παράγεται η αδικία; Όταν το ελληνικό κράτος μοιάζει να συγκαλύπτει τους δικούς του τεράστιους "σάκους σκουπιδιών" πάνω στους οποίους αφήνει τα δικά του αποτυπώματα (υποθέσεις διαφθοράς, λογισμικά παρακολούθησης τύπου Pretador, πολύνεκρα προσφυγικά ναυάγια με εμπλοκή λιμενικών αρχών, μια τραγωδία στους σιδηρόδρομους με ενδείξεις συγκάλυψης…). Πολλοί δημοσιογράφοι και ακαδημαϊκοί στην Ελλάδα έχουν ήδη διαμαρτυρηθεί για την καταφανώς άδικη κράτηση του Νίκου Ρωμανού στις φυλακές. Οι φωνές μας, μαζί με πολλές άλλες από όλο τον κόσμο, ενώνονται με τις δικές τους.
*
Αλλά τι δείχνει, τελικά, αυτή η υπόθεση με τα αποτυπώματα; Τι αποτυπώνεται μέσα από τις άδικες ενέργειες αυτής της υπερβολικής τιμωρίας, μέσα από τις εξωφρενικές ποινές σε βάρος του Νίκου Ρωμανού; Θα έλεγε κανείς πως οι εκπρόσωποι της τάξης στην Ελλάδα φοβούνται ένα παιδί, από την εποχή που ξεσηκώθηκε μαζί του μια ολόκληρη γενιά, μέχρι σήμερα. Θα έλεγε κανείς πως εδώ και δεκαπέντε χρόνια οι αρχές δεν επιδεικνύουν παρά την εμμονή και την ακαμψία τους στο να τιμωρούν ολοένα και πιο σκληρά (και άσκοπα) έναν άνθρωπο που από τα δεκαπέντε του χρόνια είχε ήδη αντιδράσει στην θεμελιώδη υποκρισία τους. Η υπόθεση του μερικού αποτυπώματος του Νίκου Ρωμανού φαίνεται πως είναι, λοιπόν, πρωτίστως, το αποτύπωμα μιας κρατικής εκδίκησης. Και γνωρίζουμε καλά ότι η εκδίκηση είναι κάτι εντελώς διαφορετικό από τη δικαιοσύνη. Άραγε, μέσα από αυτό το πνεύμα εκδίκησης, τι κάνει η ελληνική εξουσία αν όχι το να αποκαλύπτει τη δική της έλλειψη δύναμης; (άλλωστε, γνωρίζουμε πολύ καλά ότι η εξουσία είναι κάτι τελείως διαφορετικό από τη δύναμη).
Δεν μας εκπλήσσει το γεγονός ότι, απέναντι σε αυτόν τον παλιό πατριαρχικό και αστυνομικό μηχανισμό τρομοκράτησης, υπήρξαν μητέρες που υπερασπίστηκαν με κόστος τα παιδιά τους — "όλο το ανάθεμα της κοινωνίας έπεσε επάνω στη μητέρα του Νίκου", σύμφωνα με τον δάσκαλό του Γιώργο Θαλάσση —και υψώθηκαν δυναμικά ενάντια σε μια ολόκληρη αλυσίδα αδικιών όπως, μεταξύ άλλων, η μητέρα του Παύλου Φύσσα, του μουσικού που δολοφονήθηκε το 2013 από τους νεοναζί της Χρυσής Αυγής. Όταν οι γονείς, μετά τα παιδιά τους, εξεγείρονται, συνειδητοποιούμε συχνά, όπως συνέβη κάποτε στην Αργεντινή, ότι η πολιτική ζωή μιας χώρας βρίσκεται σε διαδικασία έντονου μετασχηματισμού, έστω και αν ο μετασχηματισμός αυτός επιβραδύνεται από κάθε είδους λογοκρισία. Όμως, αν τίποτε δεν πρέπει να πηγαίνει χαμένο από την "ιστορία των καταπιεσμένων" όπως έγραφε ο Μπένγιαμιν, τότε μπορούμε να ελπίζουμε ακόμη σε κάτι όσον αφορά τη μοίρα και αυτών των αποτυπωμάτων.
Ο Νίκος Ρωμανός, από το κελί του, αναφέρθηκε ο ίδιος σε αυτή την μοίρα σε ένα κείμενο του Ιουνίου 2025, το οποίο υπέγραψε ειρωνικά με το "πλήρες αποτύπωμά” του — ένας τρόπος να αναλάβει τη συνέπεια και τη διαφάνεια της πολιτικής του θέσης. Κι αυτή η θέση είναι, ακόμη και σήμερα, η ίδια που υποστήριζε κατά την απεργία πείνας το 2014: η επιθυμία για γνώση, για κατανόηση, η επιθυμία για μια "θαρραλέα διεκδίκηση της αλήθειας" (η "παρρησία" των αρχαίων, όπως την συναντούμε στον Μισέλ Φουκώ) και η επιθυμία να γνωστοποιεί την αλήθεια αυτή, δημόσια. Κι εδώ, η πολιτική μας σκέψη φτάνει σε ένα κρίσιμο σημείο, όταν πρέπει να επιλέξουμε ανάμεσα σε δύο αντικρουόμενες αξίες χρήσης των αποτυπωμάτων της ιστορίας. Ως προς τη μια από τις δυο, ο Νίκος Ρωμανός το γράφει πολύ καλά όταν αναφέρεται στο θέαμα, που είναι διαποτισμένο από μια λογική αντικειμενοποίησης και παρανοϊκής εμμονής που τον έχουν μετατρέψει σε "ένα περιφερόμενο λάφυρο προς πάσης φύσεως εκμετάλλευση, ένα έκθεμα στις προθήκες των μουσείων του ψεύδους και της λήθης" ή ακόμα και προϊόν "στο ράφι του επικοινωνιακού σούπερ μάρκετ".
Απέναντι στο θέαμα, η ευθύνη μας είναι να αφηγηθούμε την ιστορία, δηλαδή να γνωστοποιούμε, να κάνουμε δημόσια γνωστό ό,τι συμβαίνει, υπό το φως εκείνου που έχει ήδη συμβεί. Το θέαμα, με το να φετιχοποιεί και να εκθέτει υπερβολικά ορισμένα γεγονότα για να αποκρύψει άλλα, προσπαθεί να καταστρέψει τα δικά του αποτυπώματα. Εμείς, αντίθετα, υψώνοντας επίμονα τη φωνή μας, γράφοντας ή δημιουργώντας, οφείλουμε να δρούμε ως αρχαιολόγοι των δικών μας αποτυπωμάτων. Και αυτό γίνεται — όπως το λέει ακριβώς κι ο Νίκος — κινητοποιώντας τους νεκρούς και τις λέξεις, αυτά τα ζωτικά όργανα της μνήμης μας, αλλά και των επιθυμιών μας.
Judith Butler
Georges Didi-Huberman
Michael Löwy
Paul B. Preciado