ΤΕΜΠΗ

Τα τρένα που φύγαν, αγάπες μου πήρανε

Τα τρένα που φύγαν, αγάπες μου πήρανε Facebook Twitter
Φωτ.: © Γιώργος Αθανασίου
0

Ο Ορφέας και η Ευρυδίκη δεν θα συναντηθούν ποτέ ξανά στα δάση της Θράκης. Ο μυθικός μουσικός δεν θα παίξει ποτέ ξανά τη λύρα του και η ξακουστή νύμφη δεν θα αναπηδήσει ξανά, μαγεμένη από το τραγούδι του. Όχι, τώρα βρισκόμαστε στον εικοστό (πρώτο) αιώνα και κανένας δεν γνωρίζει πλέον την τέχνη της λύρας. Οι νύμφες έχουν εξαφανιστεί. Υπάρχουν μόνο λυγερόκορμες νεαρές γυναίκες που εργάζονται ως ηθοποιοί σε φτηνούς, περιοδεύοντες θιάσους και περιφερόμενοι μουσικοί, που αλωνίζουν την επαρχία καταστρέφοντας το ταλέντο τους στα πανηγύρια.

Κι όμως, ποιος θα το φανταζόταν; Δεν έχει χαθεί εντελώς η προοπτική ανάστασης των μύθων. Κάτι αληθινά υψηλό και θαυμαστό μπορεί να γεννηθεί, ακόμη και στις πιο πεζές συνθήκες, σε φθαρμένα πανδοχεία ή σε ανήλιαγα καφέ. Μια μέρα, ένα βροχερό απόγευμα, κι ενώ η κυρία στο ταμείο χασμουριέται επώδυνα, οι αποκλεισμένες μυθικές δυνάμεις που λαθροβιούν εντός μας μπορούν ξάφνου να αφυπνιστούν. Χρειάζεται μόνον ένα τραγούδι, ένα ρυθμικό μουρμουρητό, κάτι, τέλος πάντων, που θα εκτοξευθεί από την άλλη όχθη των πραγμάτων και θα θέσει τη διαδικασία σε κίνηση.

Δεν αρκεί να λύνονται τα ζητήματα σε δραματουργικό επίπεδο, πρέπει να μεταφράζονται και σε εξίσου δυνατές εικόνες, πολύσημες εγγραφές, διακλαδώσεις, μετατοπίσεις και διανύσματα, που ταρακουνούν τον θεατή – δεν τον χαϊδεύουν μόνον.

Διαρκώς αντιπαραθέτει ο Ανούιγ το κοινότοπο στο ευγενές, το αναλώσιμο στο διαχρονικό, το λιγδωμένο στο καθάριο. Από τη μία, η αδιάκοπη φλυαρία του πατέρα του Ορφέα για το κόστος των εστιατορίων, ποιο σερβίρει τον πιο νόστιμο λαγό, τι αγοράζεις με δώδεκα κι εβδομήντα πέντε, όνειρα πλουτισμού, κορεσμού, επιτυχίας, η ζωή συρρικνωμένη, γεμάτη δραστηριότητα αλλά πεζή, συμβατική, ανερμάτιστη.

Τα τρένα που φύγαν, αγάπες μου πήρανε Facebook Twitter
Φωτ.: © Γιώργος Αθανασίου

Από την άλλη, ο κόσμος των ερωτευμένων: ο Ορφέας και η Ευρυδίκη αγκαλιασμένοι παράφορα, «ωραίοι, αθώοι και τρομεροί», περιφρονούν τις πεζές απολαύσεις του στομάχου, αναζητούν ένα άνοιγμα στην αιωνιότητα, έναν τρόπο να αιχμαλωτίσουν την ομορφιά της πρώτης βραδιάς, να τη βιώνουν στο διηνεκές, ανεμπόδιστοι από περισπάσεις, αιτήματα και οικονομικές συναλλαγές, να τιτιβίζουν εσαεί στο μικροσύμπαν της αγάπης τους.

Γρήγορα συνειδητοποιούν ότι κάτι τέτοιο στέκεται αδύνατο. Δεν είναι μόνον οι ερωτικές ανασφάλειες, η αγωνία της αποδοχής, η ασθένεια της κτητικότητας, τα φαντάσματα του παρελθόντος που εγείρουν το άσχημο κεφάλι τους πίσω από το κεφαλάρι του ξεχαρβαλωμένου κρεβατιού. Είναι η ζωή η ίδια αυτή που αγωνίζεται εναντίον τους, που αρνείται να υπακούσει στα σχέδιά τους, που γεμίζει το δωμάτιο με χυδαίους ανταγωνιστές, που φανερώνει τα καλά κρυμμένα, ντροπιαστικά μυστικά τους, που γκρεμίζει τη γαλήνη τους στα Τάρταρα.

Η ζωή είναι ύπουλη, δεν υπάρχει σωτηρία, μαραίνει ό,τι αγνό ανθίσει στις παρυφές της. «Έχεις δίκιο. Είναι πολύ δύσκολο», λέει ο Ορφέας στην Ευρυδίκη, όταν εκείνη προσπαθεί να υπερασπιστεί τον εαυτό της απέναντι στις αποκαλύψεις του προηγούμενου εραστή της. «Όλοι οι άνθρωποι που σε γνώρισαν είναι μαζεμένοι γύρω σου. Όλα τα χέρια που σ’ άγγιξαν βρίσκονται εκεί, απάνω σου. Και όλα τα λόγια που έχεις πει είναι ακόμα στα χείλια σου». Ανήμποροι να διαχειριστούν την πολυπλοκότητα των ζωντανών σχέσεων, οι δύο εραστές θα βρουν καταφύγιο στους πεθαμένους. Στο βασίλειο του Άδη, ο χρόνος έχει παγώσει και οι αγωνίες έχουν ακυρωθεί. Εκεί θα μπορέσουν να υπάρξουν άφθαρτοι, λαμπεροί, ασυμβίβαστοι. Χωρίς έγνοιες, χωρίς πράξεις προδοτικές, χωρίς μπανάλ προστριβές γύρω από τις απαιτήσεις της καθημερινότητας.

Τα τρένα που φύγαν, αγάπες μου πήρανε Facebook Twitter
Ευτυχώς, το ντουέτο των διασκευαστών Ηρώ Μπέζου - Χρήστος Θάνος αναλαμβάνει γενναίες πρωτοβουλίες, πετά τα βαρίδια κι επιτρέπει στο κείμενο να ανασάνει. Φωτ.: © Γιώργος Αθανασίου

Ο κύριος Ανρί, ο μοντέρνος Ερμής του Ανούιγ, επιμένει ότι ο έρωτας ξεφτίζει και οι όρκοι παραβιάζονται, ωθώντας τον απελπισμένο Ορφέα σε ακραίες, δραστικές επιλογές. Όταν ο ήρωας διστάζει να ακολουθήσει την αγαπημένη του στο επέκεινα, ο Ανρί τον προκαλεί: «Είσαι άδικος. Γιατί μισείς τον θάνατο; Είναι ωραίος... Μόνον αυτός μπορεί να δημιουργήσει την κατάλληλη ατμόσφαιρα για τον έρωτα... Εγώ σου προσφέρω μιαν Ευρυδίκη ανέγγιχτη, μιαν ιδανική Ευρυδίκη, που η ζωή δεν θα σ' την πρόσφερε ποτέ. Τη θέλεις;».

«Στον ελληνικό μύθο, ο θάνατος της Ευρυδίκης είναι καταστροφή, στο γαλλικό δράμα λύτρωση», σημειώνει εύστοχα στον πρόλογο της μετάφρασής του ο Μάριος Πλωρίτης (το έργο ανέβηκε στην Ελλάδα το 1960, από το Θέατρο Τέχνης, σε σκηνοθεσία Καρόλου Κουν και μουσική Μάνου Χατζιδάκι).

Η «Ευρυδίκη» κουβαλάει πολλά βαρίδια, προσκαλώντας επί σκηνής μια σειρά άχαρων, φορτικών ηρώων που υποβαθμίζουν τις συγγραφικές φιλοδοξίες: ο κοιλιόδουλος πατέρας του Ορφέα, η ματαιόδοξη μητέρα της Ευρυδίκης, ο επίμονος πρώην εραστής νούμερο ένα, ο σιχαμένος πρώην εραστής νούμερο δύο, το κλοτσοσκούφι του θιάσου, ο οδηγός του μοιραίου λεωφορείου – μα πόσοι να χωρέσουν εδώ μέσα, με τις άνευρες διεκδικήσεις και τη μικροαστική γκρίνια τους, προτού εξοντωθεί κάθε ατμόσφαιρα πεισιθάνατου ρομαντισμού; Προσπαθώντας ν’ αποδείξει τη μικρότητα της ζωής, ο Ανούιγ θυσιάζει την ποιητικότητα της τέχνης.

Τα τρένα που φύγαν, αγάπες μου πήρανε Facebook Twitter
Ο Φώτης Στρατηγός και ο Χρήστος Θάνος σε σκηνή της παράστασης. Φωτ.: © Γιώργος Αθανασίου
Τα τρένα που φύγαν, αγάπες μου πήρανε Facebook Twitter
Φωτ.: © Γιώργος Αθανασίου

Ευτυχώς, το ντουέτο των διασκευαστών Ηρώ Μπέζου - Χρήστος Θάνος, εισβάλλουν δυναμικά: αναλαμβάνουν γενναίες πρωτοβουλίες, πετούν τα βαρίδια κι επιτρέπουν στο κείμενο να ανασάνει. Στη δική τους εκδοχή, η ποιητικότητα γεννιέται μέσα από την ερωτοτροπία επανάληψης και αφαίρεσης. Χωρίς περισπασμούς. Η στιγμή της «πρώτης συνάντησης» των εραστών παρουσιάζεται συναρπαστικά εν είδει χορικού από τα τέσσερα μέλη του θιάσου, που σκορπίζουν και μαζεύονται, υπό την επίμονη, αναπτερωτική καίτοι θλιμμένη, συνοδεία του πιάνου, εγείροντας μια ολοένα αυξανόμενη προσδοκία πως κάτι καλό θα συμβεί, λες και όλα αυτά τα σημαντικά και τα ασήμαντα που διαδραματίζονται στην πλατφόρμα του τρένου εκείνο το βροχερό απόγευμα, σ’ έναν επαρχιακό σταθμό, δεν θα μπορούσαν να έχουν ακολουθήσει άλλη διαδρομή, άλλη διαδοχή· ο ρυθμός το επιβάλλει, ο νεαρός άνδρας δεν θα μπορούσε να μην έχει λαχανιάσει τρέχοντας ως εκεί και η αργοπορημένη γυναίκα δεν θα μπορούσε να μην έχει σκύψει για να μαζέψει τα περιεχόμενα της πεσμένης τσάντας της, την ώρα ακριβώς που το τρένο γλιστρούσε στις ράγες του σταθμού, την ώρα ακριβώς που ανασήκωναν το κεφάλι τους για να βεβαιωθούν, «τι χρώμα έχουν τα μάτια σου;/Δεν ξέρω, λένε πως παίρνουν αυτό το χρώμα όταν είμαι ευτυχισμένη!».

Ανάσες, ψίθυροι, πόδια κολλημένα στη γη, γέλια αμήχανα, φράσεις ασύνδετες: οι δύο νέοι κοιτάζονται σαν υπνωτισμένοι, ενώ οι ανακοινώσεις των αφίξεων ακούγονται στα μεγάφωνα πάνω απ’ τα κεφάλια τους, σηματοδοτώντας την κανονική ζωή, τη γεμάτη δρομολόγια και προθεσμίες, αυτή που σε λίγο θα θελήσουν διά παντός να απαρνηθούν. Ο στρόβιλος της έλξης τούς έχει ήδη ρουφήξει... «Πώς τελειώνει;/Δεν ξέρω, δεν το ’χω ολοκληρώσει./Τι θαυμάσια που είναι η ζωή!»

Στον αντίποδα των δύο νέων, η δραματουργία τοποθετεί ένα μεσήλικο ζευγάρι: όχι ακριβώς η μητέρα της Ευρυδίκης με τον εραστή της, αλλά κάτι παραπάνω, κάτι πιο αινιγματικό, μια προβολή του ζεύγους στο μέλλον, καθώς και δύο εκπρόσωποι της μοίρας που φροντίζουν για την ορθή σκηνοθεσία των τεκταινομένων, για τις μετακινήσεις των εραστών ή για την ενδυματολογική ετοιμότητά τους.

Τα τρένα που φύγαν, αγάπες μου πήρανε Facebook Twitter
Η Μαρία Χάνου και η Ηρώ Μπέζου σε σκηνή της παράστασης. Φωτ.: © Γιώργος Αθανασίου

Έχοντας κλαδέψει τις περικοκλάδες που πνίγουν την ορμή του πρωτότυπου, οι συντελεστές προτάσσουν ένα μινιμαλιστικό σχήμα που διερευνά τις έννοιες της επανάληψης και της διαφοράς, όπως αυτές ξεδιπλώνονται στο πλαίσιο των τριών συναντήσεων των εραστών: στην πρώτη είναι και οι δύο ζωντανοί, στη δεύτερη η Ευρυδίκη είναι νεκρή, στην τρίτη είναι και οι δύο πλέον νεκροί. Κι ενώ όλα μοιάζουν γλυκά παραδομένα στην ευφορία της μουσικής και της διαρκούς επιστροφής των μοτίβων, των λέξεων, των βλεμμάτων και των αγγιγμάτων, νιώθουμε ότι ακριβώς αυτές οι διαφορές θα μπορούσαν να διερευνηθούν περισσότερο, να αναδειχθούν και να οδηγηθούν σε μια αισθητική/συναισθηματική κορύφωση.

Ως έχουν τα πράγματα, όλα μοιάζουν μ’ ένα τρυφερό παιχνίδι: καταπραϋντικό και εύρυθμο, νοσταλγικό κι ανάλαφρο, με πλήρη συναίσθηση των κανόνων και των επιδιώξεών του, αλλά χωρίς την αίσθηση του απρόβλεπτου, της έκπληξης και προπαντός της έντασης. 

Δεν αρκεί να λύνονται τα ζητήματα σε δραματουργικό επίπεδο, πρέπει να μεταφράζονται και σε εξίσου δυνατές εικόνες, πολύσημες εγγραφές, διακλαδώσεις, μετατοπίσεις και διανύσματα, που ταρακουνούν τον θεατή – δεν τον χαϊδεύουν μόνον.

Απόλυτα και απολαυστικά κυρίαρχη των μέσων της, η Ηρώ Μπέζου ως «ώριμη» Ευρυδίκη/ξωτικό/ξενοδόχα εκτελεί την κάθε δράση –λεκτική ή σωματική– με θαυμαστή κωμική ευστροφία και ακρίβεια. Γόνιμη η μεφιστοφελική παρουσία του σκηνοθέτη στον ρόλο του μεσήλικα Ορφέα/καμαριέρη/πατέρα/Ανρί. Συμπαθής ο Ορφέας του Φώτη Στρατηγού, ενώ κάπως νευρική και απότομη η Ευρυδίκη της Μαρίας Χάνου. 

Δείτε περισσότερες πληροφορίες για την παράσταση εδώ

Θέατρο
0

ΤΕΜΠΗ

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Όλη η ζωή του Άντον Τσέχοφ οδήγησε στον «Βυσσινόκηπο»

Θέατρο / Όλη η ζωή του Aντόν Τσέχοφ οδήγησε στον «Βυσσινόκηπο»

Αναμένοντας τις δύο πρεμιέρες του «Βυσσινόκηπου» που θα ανέβουν στο Εθνικό Θέατρο και στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, διαβάζουμε για τη ζωή του σπουδαίου Ρώσου συγγραφέα και την ιστορία του τελευταίου του έργου.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ
Τι θα γίνει αν ανέβω στο πιο ψηλό βουνό;

Θέατρο / Τι θα γίνει αν ανέβω στο πιο ψηλό βουνό;

Στην «Αχόρταγη σκιά» του Μαριάνο Πενσότι ο Γιάννης Νιάρρος και ο Κώστας Νικούλι υποδύονται δύο ορειβάτες. Η κατάκτηση της κορυφής, η πτώση, η μνήμη, η φιγούρα του πατέρα ζωντανεύουν σε ένα συναρπαστικό έργο.
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ
73 λεπτά με τη Βίκυ Βολιώτη

Θέατρο / «Βίκυ, πώς το έκανες αυτό;»

Η Βίκυ Βολιώτη είναι η μοναδική γνωστή Ελληνίδα ηθοποιός όπου, χωρίς προηγούμενη εμπειρία με το χορό, κατόρθωσε να περάσει τις αυστηρές οντισιόν για την παράσταση «Kontakthof». Πώς τα κατάφερε; Και τι σημαίνει να είσαι μέλος ενός θιάσου που ζει στον κόσμο της Πίνα Μπάους;
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ
«Το ξενοδοχείο “Η νύχτα που πέφτει”»: Ένα άγνωστο έργο του Νάνου Βαλαωρίτη ανεβαίνει στον Πειραιά

Θέατρο / Ένα άγνωστο έργο του Νάνου Βαλαωρίτη ανεβαίνει στον Πειραιά

Το «Ξενοδοχείο "Η νύχτα που πέφτει"», μια μοντέρνα και σουρεαλιστική προσέγγιση του «Ρωμαίου και της Ιουλιέτας», που έγραψε και ανέβασε στο Παρίσι το 1959 ο Έλληνας ποιητής, παρουσιάζεται για πρώτη φορά στα ελληνικά.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ
Ανέστης Αζάς: «Πρέπει ν' αφήσουμε πίσω μας την αντρίλα»

Θέατρο / Ανέστης Αζάς: «Πρέπει ν' αφήσουμε πίσω μας την αντρίλα»

Ο διακεκριμένος σκηνοθέτης ανεβάζει μια παράσταση για τον πατέρα, όσα γνωρίζουμε για την ανατροφή, την πατριαρχία, το διαφορετικό μεγάλωμα αγοριών και κοριτσιών και πώς επηρεάζονται οι ζωές και οι κοινωνίες από αυτήν τη συνθήκη.
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ
Μαρίσσα Τριανταφυλλίδου

Οι Αθηναίοι / Μαρίσσα Τριανταφυλλίδου: «H νέα μου ζωή άρχισε στο ΚΑΤ»

Ήρθε από την Τασκένδη, ήθελε να γίνει νευροεπιστήμονας αλλά τελικά την κέρδισε η ηθοποιία. Ένα ατύχημα έκοψε τη ζωή της στα δύο. Ξεκίνησε πάλι, δεν είδε ποτέ την αναπηρία της μοιρολατρικά και έγινε μια από τις πιο αγαπημένες ηθοποιούς της Ελλάδας. Η Μαρίσσα Τριανταφυλλίδου αφηγείται τη ζωή της στη LifO.
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ
Άρης Μπαλής

Θέατρο / Άρης Μπαλής: «Το ζήτημα είναι πώς βλέπεις το προνόμιό σου και πώς το μαζεύεις»

Ο ηθοποιός μιλάει για την πρόκληση που συνιστά το να υποδύεται έναν διάσημο συνθέτη μέσα στο περιβάλλον της δεκαετίας του ’50, στο πλαίσιο της σχέσης του με μια καταξιωμένη συνθέτρια.
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ