Η ΕΝΑΡΚΤΗΡΙΑ ΣΚΗΝΗ από την ταινία «Ανεμοδαρμένα Ύψη» της Έμεραλντ Φένελ, και ίσως η μόνη που αξίζει να κρατήσει κανείς, δείχνει την ανήλικη Κάθριν να παρακολουθεί με έκπληκτο, αλλά άφοβο βλέμμα τον δημόσιο απαγχονισμό ενός ανθρώπου, με τα πλήθη να επευφημούν το απολαυστικό, για αυτούς θέαμα. Πρόκειται για ένα αντιπροσωπευτικό στιγμιότυπο της γενικότερης βίας που επικρατούσε στην Αγγλία το πρώτο μισό του 19ου αιώνα, οπότε γαλουχήθηκε πνευματικά η Έμιλι Μπροντέ, αναγκασμένη να υπερβαίνει τη βαρβαρότητα του κόσμου με τη δύναμη που της έδιναν η γραφή και τα όνειρα, τολμώντας σαν την Κάθριν της προαναφερθείσας σκηνής να παρατηρεί από κοντά κάθε ανθρώπινη αντίδραση, ακόμα και τη στιγμή του θανάτου. Είναι, άλλωστε, προφανές ότι στο λογοτεχνικό σύμπαν που μετέτρεψε τα «Ανεμοδαρμένα Ύψη» σε ένα κλασικό ανάγνωσμα που αντέχει στον χρόνο δεν έχουμε απλώς την ιστορία αγάπης του Χίθκλιφ αλλά μια δραματική μετουσίωση που μετέρχεται όλες τις δυνάμεις –ακόμα και τις πιο σκοτεινές και βασανιστικά ρεαλιστικές– καθώς και όλα τα σύμβολα της εποχής της. Η ορμή της ζωής με όλους τους παράδοξους μετασχηματισμούς, η μεταφυσική παρόρμηση, οι διαταραχές της ανθρώπινης φύσης, οι μετατροπές του ήθους σε πάθος, δηλαδή όλα τα δεδομένα που κάνουν τη λογοτεχνία μεγάλη, είναι εδώ. Ακόμα και οι ασφυχτικοί εσωτερικοί χώροι αλλά και οι ατελείωτοι χερσότοποι, που περιδιάβαινε η νεαρή Έμιλι αντλώντας έμπνευση για τα δυναμικά ποιήματα που έγραφε πριν από τα «Ανεμοδαρμένα Ύψη» θα γίνουν κεντρικός χαρακτήρας του μυθιστορήματός της, συμβάλλοντας στη μετατροπή του συγκεκριμένου χωροχρόνου σε κάτι αιώνιο.
Όσο δαιμόνιος και εκδικητικός κι αν αποδεικνύεται στο τέλος ο Χίθκλιφ, τα χαρακτηριστικά του αυτά αντισταθμίζονται από την άδολη αγάπη και την καθαρότητα ενός ήρωα που υπερβαίνει τα συμβεβηκότα. Κάθριν και Χίθκλιφ είναι ουσιαστικά όψεις μιας αδιάσπαστης ενότητας που βρίσκεται πολύ μακριά από τους καθημερινούς ανθρώπους.
Αυτό το περίεργο μπλέξιμο που συγχέει τον τόπο με τους χαρακτήρες, τα λογοτεχνικά πρόσωπα με τα πραγματικά είναι η προϋπόθεση για να αντιληφθεί κανείς τη «μολυσματική» δύναμη της λογοτεχνίας της Μπροντέ πέρα από τα όρια της περιγραφής μιας ιστορίας αγάπης. Όταν η Κάθριν φωνάζει «είμαι ο Χίθκλιφ», μολύνει, κατά την προσφιλή ερμηνεία του κριτικού Χάρολντ Μπλουμ, έναν ετερόκοσμο καθώς μας μπλέκει σε μια παράξενη ταύτιση που κάνει τη συνείδησή μας να διευρυνθεί με τον τρόπο που το επιτυγχάνουν οι σαιξπηρικοί ήρωες. Τα πρόσωπα της Μπροντέ παρωδούν, έτσι, τις όποιες αναλύσεις γιατί ξεπερνούν το απτό και το συγκεκριμένο και αποκτούν μια συμπαντική δύναμη που δεν μπαίνει σε λόγια. Πρόκειται για δεδομένα που, όπως μας ενημερώνει η πληρέστατη εισαγωγή της μετάφρασης από τον Άρη Μπερλή για λογαριασμό των εκδόσεων Άγρα, άρχισαν να ξετυλίγουν οι κριτικοί μια δεκαετία μετά την πρώτη έκδοση του μυθιστορήματος, όταν για πρώτη φορά ο ποιητής και δοκιμιογράφος Ουίλιαμ Ρόσκο γράφει ότι «δεν μπορούμε να μη θαυμάσουμε –όχι δίχως φρίκη– το σταθερό, άφοβο χέρι με το οποίο η συγγραφεύς οδηγεί το κοφτερό της αλέτρι στα πιο καταχθόνια βάθη της ανθρώπινης ψυχής, χωρίς να θορυβείται από το αποτέλεσμα, χωρίς να εκπλήσσεται από όσα ξεριζώνει», για να φτάσουμε στη μνημειώδη ανάλυση της Βιρτζίνια Γουλφ, η οποία, γράφοντας εκείνο το εξαιρετικό δοκίμιο για τις αδελφές Μπροντέ, θα τοποθετήσει την Έμιλι στο δικό της προνομιακό δωμάτιο που διασφαλίζει την άκρως προσωπική δύναμη της γυναικείας γραφής και της απόλυτης ελευθερίας.
Έκτοτε θα είναι πολλαπλές οι προσεγγίσεις του έργου: το 1947 ο ελληνικής καταγωγής κριτικός G.D. Klingopulos θα εντοπίσει μια σπάνια ποιητικότητα και «ποιότητα πόνου» που αναδεικνύει το έργο, ανάλογη του Αισχύλου, ενώ έναν χρόνο αργότερα ο Ντέρεκ Τράβερσι θα εστιάσει στον θρησκευτικό χαρακτήρα του, πολύ πέρα από τα όρια του ρομαντισμού. Όλοι όσοι έχουν διαβάσει προσεκτικά τις μεταφυσικές εμπειρίες που περιγράφει η Μπροντέ στο βιβλίο –τα φαντάσματα που επιστρέφουν διαρκώς, τις αλλόκοτες συναντήσεις κατά τις χαρακτηριστικές επισκέψεις στους τάφους, την απευθείας επαφή με τον κόσμο των νεκρών– αναγνωρίζουν όχι μόνο τις έντονες επιρροές της γοτθικής λογοτεχνίας αλλά και την ποιητική δύναμη του Μπάιρον, το ενορασιακό βλέμμα του Μίλτον, τη μεταφορική αλληγορία του Σαίξπηρ. «Το κλειδί για την κατανόηση του μυθιστορήματος πρέπει να αναζητηθεί στον μετασχηματισμό του ρομαντικού πάθους σε παγανιστικό αίσθημα, σαφούς, αν και ιδιόμορφου, θρησκευτικού χαρακτήρα», γράφει ο Τράβερσι.
Αλλά την ίδια στιγμή, υπάρχει μια λογοτεχνική δύναμη σε αυτές τις ρομαντικές υπερβάσεις, που μετατρέπει την ίδια τη γραφή σε μεταφυσική εμπειρία. Όταν η συγγραφέας βάζει τον αφηγητή Λόκγουντ να λέει στη Νέλι ότι θα συνεχίσει τις εξαντλητικές περιγραφές, ακόμα και αν μοιάζουν άσχετες με την ιστορία, είναι γιατί η ίδια ξέρει ότι για τη λογοτεχνία κάθε λεπτομέρεια μετράει. Αυτή είναι που καθορίζει τις δικές της μεταφυσικές αρχές που μετατρέπουν τη γραφή σε κάτι ιερό. Κάθε ένταση στις περιγραφές δηλώνει την έντονη παρουσία του επέκεινα που, εν προκειμένω, αφορά αποκλειστικά τη σχέση του συγγραφέα με την έμπνευση: ανάλογη βρίσκουμε στον Τζόζεφ Κόνραντ, στον Χόθορν ή στον Μέλβιλ. Πώς αλήθεια θα ήταν, για παράδειγμα, οι κλειστοφοβικές περιγραφές στο «Αβεσσαλώμ, Αβεσσαλώμ!» του Φόκνερ, αν δεν είχαν προηγηθεί οι περιγραφές του Thrushcross Grange στα «Ανεμοδαρμένα Ύψη», αν δεν τις είχε διαβάσει, όπως είχε ομολογήσει ο ίδιος, με κάθε προσοχή; Οι συνθήκες που βίωνε η νεαρή Έμιλι κλεισμένη για μέρες γράφοντας τα ποιήματα του Γκόνταλ για ένα φανταστικό βασίλειο που είχαν στήσει με τις αδελφές της στον Νότιο Ειρηνικό δεν μπορούν παρά να παραπέμπουν άμεσα στο σπίτι όπου μεγάλωσαν οι αδελφές στο Χάουορθ του δυτικού Γιόρκσαϊρ, που σήμερα έχει μετατραπεί σε μουσείο. Με τον ίδιο τρόπο αυτή η έπαυλη ενέπνευσε την έπαυλη του Χίθκλιφ, Wuthering Heights (από όπου και το όνομα του μυθιστορήματος).
«
Ήταν, πάντως, σίγουρα παραπάνω από τολμηρό για μια νεαρή συγγραφέα του 19ου αιώνα να δίνει στον κεντρικό πρωταγωνιστή της όχι μόνο χαρακτηριστικά ενός δαιμόνιου χαρακτήρα, προερχόμενου από την πιο πρωτόγονη και αδιαμεσολάβητη εκδοχή της ζωής, αλλά ενός «μελαχρινού», «τσιγγάνου», ακόμα και «αράπη» – επίθετα που εντοπίζουμε στη μετάφραση του Άρη Μπερλή, με όλες τις μη πολιτικώς ορθές εκδοχές, άκρως μειωτικές ακόμα και για την εποχή που έγραφε η αστικής καταγωγής νεαρή λογοτέχνης και ποιήτρια. Όσο λοιπόν κι αν προσπαθούν διάφορες ταινίες να αναδείξουν έναν ωραίο, λευκό Χίθκλιφ, αυτό που έφερε κοντά την ηρωίδα της Μπροντέ με τον μοιραίο της έρωτα ήταν όχι μόνο το διαφορετικό του προφίλ αλλά και το επαναστατικό του σθένος, η δύναμή του να αντιστέκεται και μια ελευθεριότητα στην οποία συναινούσε σχεδόν συνωμοτικά η Κάθριν, τρέχοντας μαζί του από μικρή στα χωράφια, και ας χρεωνόταν ο ίδιος με τιμωρία τις πρωτοβουλίες της. Κάθε φορά, όμως, που το αδιαχώριστο δίδυμο επέστρεφε στην αστική, καθημερινή τάξη πραγμάτων, ο ένας έστεκε απέναντι στον άλλο. Θαρρείς πως το δάγκωμα του σκυλιού στον οίκο των Λίντον –σημειώστε ότι τελικά η Κάθριν παντρεύεται τον Έντγκαρ Λίντον– είναι κυριολεκτικά το δάγκωμα της πραγματικότητας και της επαναφοράς του αλλόκοτου ζεύγους στον κόσμο των ανθρώπων και όχι των ηρώων. Το συμβολικό προφίλ του απογοητευμένου επαναστάτη που ήταν ο Χίθκλιφ περιγράφει με τον δικό του τρόπο στον «Επαναστατημένο Άνθρωπο ο Καμί, φέρνοντας τον ήρωα της Μπροντέ κοντά στον αιώνια ασυμβίβαστο ιδεολόγο.
Όσο δαιμόνιος και εκδικητικός κι αν αποδεικνύεται στο τέλος ο Χίθκλιφ, λοιπόν, αυτά τα χαρακτηριστικά αντισταθμίζονται από τη άδολη αγάπη και την καθαρότητα ενός ήρωα που υπερβαίνει τα συμβεβηκότα. Κάθριν και Χίθκλιφ είναι ουσιαστικά όψεις μιας αδιάσπαστης ενότητας που βρίσκεται πολύ μακριά από τους καθημερινούς ανθρώπους. Ακόμα και γνωστοί θεωρητικοί της πολιτικής όπως ο Τέρι Ίνγκλετον απέδιδαν στον Χίθκλιφ αμιγή επαναστατικά χαρακτηριστικά – ο ίδιος έφτασε ουσιαστικά να τον θεωρεί πρόσφυγα από τον μεγάλο ιρλανδικό λιμό της πατάτας! Όπως και να ’χει, είτε επρόκειτο για έναν σκεπτόμενο Δαίμονα του Μίλτον ή για καθαρόαιμο επαναστάτη, ο Χίθκλιφ είναι λες κι έχει εφευρεθεί από τη συγγραφέα για να αντισταθεί, όπως και η Κάθριν, με κάθε τρόπο στην καθεστηκυία τάξη. Για εκείνους, το μόνο που μετρούσε είναι ο κόσμος που είχαν φτιάξει και αντιλαμβάνονταν κάπου πέρα, μακριά από τα εγκόσμια δεδομένα για το καλό και το κακό, την Κόλαση και τον Παράδεισο. «Ήθελα μόνο να πω ότι στον Παράδεισο δεν ένιωθα καθόλου άνετα», λέει η Κάθριν σε εκείνον τον συγκλονιστικό μονόλογο – ουσιαστικά απάντηση στην αφηγήτρια του βιβλίου, Νέλι, εξαιτίας του οποίου έφυγε για πάντα μακριά ο Χίθκλιφ. «Σπάραξα στο κλάμα μέχρι να γυρίσω σπίτι και οι άγγελοι θύμωσαν τόσο που με πέταξαν έξω και ξύπνησα στα χερσοτόπια, στην κορφή του λόφου, κλαίγοντας – από χαρά αυτήν τη φορά. Αυτό αρκεί για να εξηγήσει το μυστικό μου, όπως και το άλλο. Δεν έχω καμιά δουλειά να παντρευτώ τον Έντγκαρ Λίντον, το ίδιο όπως δεν έχω καμιά δουλειά να πάω στον Παράδεισο. Κι αν αυτός ο διεστραμμένος εκεί μέσα δεν είχε κατεβάσει τον Χίθκλιφ τόσο χαμηλά, ούτε που θα το σκεφτόμουν. Αλλά θα ξέπεφτα πολύ αν παντρευόμουν τον Χίθκλιφ. Κι αυτός δεν θα μάθει ποτέ πόσο τον αγαπώ. Όχι επειδή είναι όμορφος, Νέλι, αλλά επειδή είναι σαν κι εμένα, είναι ο εαυτός μου, περισσότερο απ’ όσο είμαι εγώ η ίδια. Δεν ξέρω από τι υλικό είναι φτιαγμένες οι ψυχές μας, αλλά είναι το ίδιο, και του Λίντον είναι τόσο διαφορετικό όσο μια φεγγαροαχτίδα από την αστραπή, ο παγετός από τη φωτιά»
Γι’ αυτό ακριβώς οι υπερρεαλιστές λάτρεψαν τα «Ανεμοδαρμένα Ύψη», θεωρώντας τα ως την απόλυτη έκφραση του amour fou, του τρελού έρωτα που υπερβαίνει τις παραδεδομένες συνθήκες του υφιστάμενου κόσμου. Στην ομώνυμη ταινία που γύρισε ο Μπουνιουέλ το 1953, ο τρελαμένος Χίθκλιφ, εκφράζοντας τον απόλυτο έρωτα για την αγαπημένη του, παραβιάζει τον τάφο της, αλλά πιάνεται στα πράσα από τον αδελφό της, Χίντλι, ο οποίος κρατάει όπλο – είναι, όμως, τέτοια η έκσταση του Χίθκλιφ που νομίζει ότι είναι η αγαπημένη του με λευκό φόρεμα, κάτι που εκλαμβάνεται ταυτόχρονα ως νυφικό και ως σάβανο. Σε αυτή την ιερή ακροβασία ανάμεσα στη ζωή και στον θάνατο, τη λογοτεχνία και την ποίηση που φτάνει να διαπερνά τους αιώνες, η Μπροντέ στήνει ένα μοναδικό δημιούργημα πάνω στα ερείπια των ειδών –ακόμα και των ίδιων των σχέσεων– αναγκάζοντας ακόμα και τον στριφνό Μισέλ Ουελμπέκ να παραδεχτεί στην «Επέκταση του πεδίου της πάλης» πως «είμαστε πολύ μακριά από τα “Ανεμοδαρμένα Ύψη”». Ειδικά αν πρόκειται για εύπεπτες, ευκαιριακές ερμηνείες και για σχέσεις που εξαντλούνται στα όρια ενός άρλεκιν.
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LIFO.