ΗΤΑΝ ΕΝΑ ΣΛΟΓΚΑΝ τόσο σκυθρωπό και βαρύγδουπο που εξαρχής έμοιαζε να επιζητά την αλληγορία, τον σαρκασμό και τη χλεύη: «Η δημοκρατία πεθαίνει στο σκοτάδι» (“Democracy Dies in Darkness”). Αυτό ήταν το σύνθημα που, μετά από πολλές διαβουλεύσεις, επιλέχθηκε για να τοποθετηθεί κάτω από τον τίτλο της Ουάσιγκτον Ποστ τον Φεβρουάριο του 2017 και ενώ είχε μόλις ξεκινήσει η πρώτη θητεία του Τραμπ στον Λευκό Οίκο. Ο γνωστός κωμικός, παρουσιαστής και σαρδόνιος πολιτικός σχολιαστής Στίβεν Κολμπέρ είχε πει τότε ότι η εφημερίδα πέρασε στην “goth” φάση της, ενώ ο Ντιν Μπακέτ, εκτελεστικός διευθυντής των Νιου Γιορκ Τάιμς δήλωνε ότι «ακούγεται σαν τον τίτλο της νέας ταινίας του Batman». Ο ενημερωτικός ιστότοπος Slate με τη σειρά του είχε γράψει ότι το σλόγκαν έμοιαζε να ταιριάζει πολύ περισσότερο στη ρητορική «κάποιου προφήτη της Αποκάλυψης παρά σε καθημερινή εφημερίδα». Ακολουθούσε μια λίστα από δεκαπέντε τίτλους κλασικών metal άλμπουμ που ήταν «λιγότερο σκοτεινά» από το νέο σλόγκαν της Ποστ.
Το «σφαγείο» έφτασε στο άγριο κρεσέντο του την περασμένη εβδομάδα όταν απομακρύνθηκε με συνοπτικές διαδικασίες το ένα τρίτο των εργαζομένων στην εφημερίδα, ένα από τα μεγαλύτερα κύματα απολύσεων στην ιστορία του αμερικανικού Τύπου.
Η ιστορική εφημερίδα βρισκόταν για μια τετραετία ήδη στα χέρια του Τζεφ Μπέζος, ο οποίος ακόμα τότε κρατούσε κάποιες αποστάσεις από το τραμπικό καθεστώς, τακτική που θα άλλαζε δραματικά μετά την επανεκλογή του Τραμπ, με θύματα τους δημοσιογράφους αλλά και το κύρος ενός σχεδόν ιερού θεσμού της δημοσιογραφίας όπως η Ποστ. Το «σφαγείο» έφτασε στο άγριο κρεσέντο του την περασμένη εβδομάδα όταν απομακρύνθηκε με συνοπτικές διαδικασίες το ένα τρίτο των εργαζομένων στην εφημερίδα, ένα από τα μεγαλύτερα κύματα απολύσεων στην ιστορία του αμερικανικού Τύπου.
«Η δημοκρατία πεθαίνει στο φως της ημέρας» (ή «…μέρα-μεσημέρι). Κάπως έτσι θα μπορούσε να αποδοθεί στα ελληνικά ο τίτλος ("Democracy Dies in Broad Daylight”) του χθεσινού επείγοντος κύριου άρθρου που έγραψε ο διευθυντής του New Yorker, Ντέιβιντ Ρέμνικ. «Ως κάποιος που εργάστηκε για μια δεκαετία στην εφημερίδα, πριν από πολύ καιρό, νοιώθω σαν κάποιον ο οποίος εξαναγκάζεται να παρακολουθήσει να καίει ένας εμπρηστής το σπίτι όπου μεγάλωσε… Οι δημοσιογράφοι που παραμένουν στην Ποστ θα συνεχίσουν να κάνουν την έγκριτη δουλειά τους, με την πεποίθηση πλέον όμως ότι ο εργοδότης τους δεν τους υπολογίζει καθόλου. Κι αυτός δεν είναι τρόπος για να ζει κανείς…». Σημειώνει επίσης ότι μόνο η θηριώδης θαλαμηγός του πολυ-δισεκατομμυριούχου Μπέζος, τα ετήσια έξοδα συντήρησης της οποίας ανέρχονται σε δεκάδες εκατομμύρια δολάρια, κόστισε γύρω στα πεντακόσια εκατομμύρια, τα διπλά δηλαδή από τα λεφτά που δαπάνησε για την αγορά της εφημερίδας.
Στο στεγνό email που απέστειλε ο εκτελεστικός διευθυντής της Ποστ Ματ Μάρεϊ προς τους δημοσιογράφους της εφημερίδας – απολυμένους και μη – χρησιμοποίησε ως δικαιολογία για το μαζικό και πρωτοφανές πετσόκομμα, τη γνωστή επωδό («το οικοσύστημα της πληροφορίας και των ειδήσεων έχει αλλάξει ριζικά»), σημειώνοντας επίσης την «σοβαρή πτώση» των αναζητήσεων (search traffic) που οδηγούν στον ιστότοπο της εφημερίδας και κατηγορώντας μια σειρά από περιστάσεις και παράγοντες για την θλιβερή, όσο και «αναγκαστική» αυτή εξέλιξη. Την ίδια μέρα σχεδόν, ο Μπέζος εξασφάλιζε τον πλήρη εναγκαλισμό της κυβέρνησης Τραμπ μέσω της επίσημης επίσκεψης του υπουργού Άμυνας (ή «Πολέμου» όπως συχνά αναφέρεται) Πιτ Χέγκσεθ στις εγκαταστάσεις της διαστημικής εταιρείας του, της Blue Origin, προκειμένου να απογειωθεί η εταιρική τους σύμπραξη σε νέα, αστρονομικά επίπεδα. Την ίδια ώρα, η ανταποκρίτρια της εφημερίδας στο μέτωπο της Ουκρανίας (μία από τις εκατοντάδες των απολυμένων) διάβαζε στο κινητό της το mail που την πληροφορούσε ότι οι υπηρεσίες της δεν ήταν πλέον απαραίτητες.