ΣΤΟ ΚΛΑΣΙΚΟ ΤΟΥ ΠΛΕΟΝ ΕΡΓΟ, Επιτήρηση και Τιμωρία (1975), ο Γάλλος φιλόσοφος Μισέλ Φουκό κάνει μια διάκριση ανάμεσα στις «κοινωνίες κυριαρχίας» της μοναρχικής, προκαπιταλιστικής Δύσης και τις «πειθαρχικές κοινωνίες», οι οποίες τις αντικατέστησαν στο τέλος του 18ου αιώνα. Οι πρώτες βασίζονται στην εξίσωση του κοινωνικού σώματος με τον βασιλιά, έτσι ώστε κάθε παραβίαση του νόμου να νοείται ως επίθεση στο πρόσωπο του μονάρχη. Η αποκατάσταση της τάξης απαιτεί την ορατή και βάναυση τιμωρία του ενόχου. Μορφές θεαματικής βίας, όπως δημόσιοι βασανισμοί και εκτελέσεις, επιδεικνύουν τη δύναμη της κυριαρχίας και εγγυώνται την υποταγή του πληθυσμού μέσω του φόβου¹.
Παρά το γεγονός ότι η εξουσία έχει μεταλλαχθεί, προχωρώντας πέρα από αυτές τις μορφές, στην επιβολή της νόρμας μέσα απ’ την αστυνόμευση σωμάτων και ταυτοτήτων, κι ακόμα παραπέρα, στον διάχυτο έλεγχο μέσα απ’ την κυκλοφορία σε ρυθμιζόμενα περιβάλλοντα, βλέπουμε τη θεαματική βία της κυριαρχίας να επιστρέφει εμφατικά. Τη στιγμή που η κρίση του κλίματος, «της οικονομικής ανάπτυξης και του παγκόσμιου καθεστώτος των συνόρων» σηματοδοτεί «ότι η παρούσα τάξη δεν [μπορεί πλέον] να εγγυηθεί “την καλή ζωή” για όσους βρίσκονται στο καπιταλιστικό κέντρο», τα κράτη του πυρήνα στρέφονται όλο και περισσότερο σ’ έναν συνδυασμό «στρατιωτικής υποταγής στο εξωτερικό και ασφαλειοποιημένου τρόμου στο εσωτερικό» για να επιβιώσουν. Εγκαταλείπουν, συνεπώς, τα τελευταία ίχνη δημοκρατικής πολιτικής και φιλελεύθερων κανονιστικών αρχών και στρέφονται σε θεαματικές μορφές βίας, «που μετριάζουν την αντίσταση με το να συντηρούν το παρουσιαστικό της κυριαρχίας»².
Η εκτέλεση της Γκουντ συνιστά μια χαρακτηριστική μορφή θεαματικής βίας, που προσπαθεί να εγγυηθεί την επιβίωση της παρούσας τάξης μέσω του εκφοβισμού, την ώρα που οι συνθήκες νομιμοποίησής της καταρρέουν.
Πώς αλλιώς μπορούμε να κατανοήσουμε την απαγωγή του Μαδούρο και της Φλόρες τα ξημερώματα της 3ης Ιανουαρίου, αν όχι ως μια κίνηση εντυπωσιασμού, μια επίδειξη ισχύος, ένα μήνυμα προς όποια ξένη χώρα ή όποιον κάτοικο των ΗΠΑ θα ήθελε να αμφισβητήσει την κυβέρνηση: «Αν μπορούμε να κάνουμε αυτό, χωρίς συνέπειες, σ’ έναν αρχηγό κράτους, φαντάσου…». Οι απειλές ενάντια στη Γροιλανδία παίζουν έναν αντίστοιχο ρόλο, όπως φυσικά κι η στήριξη των δυτικών κρατών, με εσωτερικές αντιδράσεις που καταστέλλονται και, ξανά, ατιμωρησία, στη γενοκτονία των Παλαιστίνιων. Για τους πολίτες της Δύσης, η Γάζα δεν αποτελεί «μια μεμονωμένη περίπτωση ή ένα γεγονός που αντίκειται στον συλλογισμό μας, [αλλά] ένα ακραίο εργαστήριο της ατιμωρησίας» του κράτους, «ένα μάθημα εξουσίας»³.
Αυτή η θεαματική βία δεν περιορίζεται στην εξωτερική πολιτική των κρατών του πυρήνα. Περνάει στο εσωτερικό, ως κρατική τρομοκρατία της «ασφάλειας», καθώς «η ατιμωρησία που κατακτήθηκε εκτός συνόρων στρέφεται προς τα μέσα και οι τεχνικές, τα αφηγήματα κι οι θεσμοί που συγκροτήθηκαν για να νομιμοποιήσουν την εξωεδαφική βία» επιστρέφουν (Sylvain George). Έτσι, οι μισθοφόροι και φασιστικοί πολιτοφύλακες της ICE απάγουν και δολοφονούν μετανάστες, μιμούμενοι τις επιχειρήσεις τού αμερικανικού στρατού στη Μέση Ανατολή, ενώ όσοι αντιστέκονται αντιμετωπίζονται ως «εγχώριοι τρομοκράτες», όπως αποκάλεσε ο Τραμπ τη Ρενέ Νικόλ Γκουντ.
Η ίδια η εκτέλεση της Γκουντ συνιστά μια χαρακτηριστική μορφή θεαματικής βίας, που προσπαθεί να εγγυηθεί την επιβίωση της παρούσας τάξης μέσω του εκφοβισμού, την ώρα που οι συνθήκες νομιμοποίησής της καταρρέουν. «[Η αρχή της θανατοπολιτικής] δεν στοχεύει πλέον μόνο τους μετανάστες. Επιτιθέμενοι σε μια πολίτη-παρατηρήτρια, η ICE και η εξουσία που την καλύπτει στέλνουν ένα μήνυμα προς όλους: δεν υφίσταται πλέον ιδιότητα, δικαίωμα ή παρουσία που να εγγυάται, de facto, προστασία απέναντι στην κρατική βία όταν η τελευταία κρίνει ότι η τάξη –η δική της τάξη– διαταράσσεται» (Sylvain George).
Ωστόσο, αυτή η στρατηγική επιστροφής στη θεαματική βία είναι εξαιρετικά επισφαλής και ενδέχεται να υπονομεύσει τους στόχους της, επιταχύνοντας την κατάρρευση του status quo. Ο Φουκό σημειώνει ότι ένας απ’ τους λόγους εγκατάλειψης της κυριαρχικής εξουσίας ήταν η εσωτερική της αδυναμία: αφενός, η ορατότητα της βίας (δημόσια εκτέλεση/βασανισμός) σημαίνει ότι ο λαός μπορεί να νιώσει συμπόνια για το θύμα και να ταυτιστεί με αυτό∙ αφετέρου, όταν η τιμωρία νοείται ως «εκδίκηση» απ’ τον βασιλιά ή το κράτος, μια ποινή που μοιάζει εσφαλμένη ή υπερβολική ανοίγει τον δρόμο για αμφισβήτηση των θεσμών και αντίποινα ενάντια σ’ εκείνους απ’ τον λαό. Σ’ αυτές τις στιγμές, το κράτος εμφανίζεται, όχι ως καθολική, αόρατη δύναμη (το ουδέτερο πεδίο πάνω στο οποίο παίζονται οι ανταγωνισμοί των επιμέρους φατριών), αλλά ως ένας ακόμα «παίκτης», μια συμμορία η οποία μπορεί να ηττηθεί, καθώς ο εμφύλιος πόλεμος αναλαμβάνει εντονότερες και πιο απτές μορφές.
Η κατάσταση στη Μινεσότα είναι ενδεικτική. Έπειτα απ’ την εκτέλεση της Γκουντ, η Πολιτεία μήνυσε την υπουργό Εσωτερικής Ασφάλειας και στελέχη της Υπηρεσίας Μετανάστευσης, ενώ ο κυβερνήτης Τιμ Γουόλς προετοίμασε την Εθνοφρουρά για να «προστατέψει τους πολίτες». Το υπουργείο Δικαιοσύνης έχει αρχίσει έρευνες εναντίον του Γουόλς και του δημάρχου της Μινεάπολης για παρεμπόδιση της ICE, ενώ ο Τραμπ απειλεί ότι θα χρησιμοποιήσει το «Insurrection Act» για να στείλει στρατεύματα με αρμοδιότητες επιβολής του νόμου στη Μινεσότα.
Μεγαλύτερη σημασία απ’ τις λεκτικές και νομικές κόντρες των πολιτικών έχει η αυτοοργάνωση των κατοίκων κι οι τοπικές αντιστάσεις που κορυφώνονται. Στη Μινεάπολη, πολίτες φτιάχνουν «ICE watch-groups», που παρακολουθούν την παρουσία οχημάτων κι ανδρών της κυβέρνησης και ειδοποιούν τους γείτονές τους∙ ακτιβιστές διαδηλώνουν δυναμικά, όσο το θερμόμετρο κινείται ανάμεσα στους -20 και -30 βαθμούς Κελσίου∙ ένας νεοναζί influencer κυνηγιέται από πλήθη και ξεφτιλίζεται∙ στις 23 Γενάρη, η πόλη παραλύει από γενική απεργία με το σύνθημα «ICE out»∙ στις 24, η ICE σκοτώνει δεύτερο κάτοικο, τον διαδηλωτή Άλεξ Πρέτι∙ ακολουθούν οδοφράγματα και, στις 26, ο Τραμπ κάνει ένα βήμα πίσω, αποσύροντας κάποιους πράκτορες της ICE από την πόλη.
Η κατάσταση παραμένει ανοιχτή, αλλά φαίνεται πως, τόσο στη Μινεάπολη, όσο κι αλλού, παρατηρούμε μια αλλαγή παραδείγματος: τριάντα πέντε χρόνια έπειτα από την ανακήρυξη της μόνιμης αμερικανικής κοινωνικής ειρήνης του «τέλους της ιστορίας», οι κάτοικοι του γερασμένου Νέου Κόσμου μπαίνουν με ιλιγγιώδη ταχύτητα σε πιο βάναυσους και ιστορικούς καιρούς.
¹ Michel Foucalt. (2011). Επιτήρηση και τιμωρία, (μτφρ. Τάσος Μπέτζελος). Πλέθρον.
² Ian Allan Paul. (2026). Εννέα θέσεις για την παρούσα και τη μέλλουσα τάξη, (μτφρ. Μανώλης Ψ.). Hangover.
³ Sylvain George. (2026). Ρενέ Νικόλ Γκουντ ή το έγκλημα του βλέμματος, (μτφρ. Σπύρος Στάβερης). LiFO.
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.