Ο Πάρις, ο φωτογράφος, μού είπε ότι ξέρει ένα νεαρό ζευγάρι με ωραία αισθητική, που έχει ένα πολύ κουλ σπίτι. «Κλείσε άμεσα, είμαστε οπαδοί του coolness», του απαντάω.
Το σπίτι είναι στη Βούλα. Ανέβαινα και ανέβαινα, και δεν μπορούσα να φανταστώ ότι η Βούλα έχει τέτοιο ύψωμα. Είναι σαν να βρίσκομαι σε βουνό. Εδώ πάνω φυσάει άλλος αέρας, έχει πεύκα και φύση ανυπότακτη. Δεν το λες θαλασσινό τοπίο.
Ο Αλέξανδρος και η Σοφία είναι νέοι και έχουν ένα όμορφο μωράκι που μόλις έγινε ενός έτους. Το σπίτι τους είναι μίνιμαλ και πραγματικά κουλ, όπως ακριβώς το περιέγραψε ο Πάρις.
Είναι ένα σπίτι με όλες τις αρετές της επικούρειας φρόνησης, που συνιστά συνετές και απλές απολαύσεις. Μοιάζει να έχουν κρατήσει μόνο το απολύτως χρήσιμο και το απαραίτητο, τις αρχές του σκανδιναβικού ντιζάιν και τη λιτότητας των γιαπωνέζικων σπιτιών. Αποπνέει καθαριότητα και ξεκούραση, σε κάνει να νιώθεις πως ανασαίνεις αβίαστα.
«Τι είναι για εσάς το σπίτι;» Ο Αλέξανδρος, που λείπει όλη μέρα, νιώθει πώς το σπίτι είναι ο χώρος όπου ηρεμεί μετά το τρέξιμο και την ένταση. Η Σοφία το νιώθει σαν την ασφάλεια και την αγκαλιά της.
Το πρώτο πράγμα που παρατηρώ είναι ότι στο σπίτι επικρατεί απόλυτη τάξη, ενώ θα περίμενε κανείς ένα σπίτι με ένα μωρό ενός έτους να μοιάζει με βομβαρδισμένο. Η Σοφία γελάει: «Καθάριζα μέχρι τις τέσσερις το πρωί. Με ένα μικρό παιδί είναι αδύνατον να επικρατεί απόλυτη τάξη», λέει. «Ε, ναι», απαντάω, «αλλιώς θα ήσασταν εξωγήινοι».
«Πώς βρεθήκατε εδώ ψηλά;», τους ρωτάω. Ο Αλέξανδρος και η οικογένειά του μετακόμισαν εδώ όταν εκείνος ήταν δώδεκα χρονών. Αγόρασαν το σπίτι και μετακόμισαν από τον Πειραιά. Τότε ήταν εντελώς ερημιά. Το μόνο που βρήκαν εδώ ήταν μια αγέλη άγριων σκυλιών, θυμάται. Αυτός ο χώρος που μένουν τώρα, ήταν ελεύθερος, ανεξάρτητος απ’ το πατρικό σπίτι, περνούσε σαν σκυτάλη από αδερφό σε αδερφό, σαν εργένικη εστία.
«Είμαστε τρία αγόρια. Πρώτα εγκαταστάθηκε ο μεγάλος μου αδερφός, αργότερα παντρεύτηκε κι έφυγε. Μετά το πήρε ο μεσαίος και αργότερα πέρασε σε μένα, που είμαι ο μικρότερος».
Ο καθένας, λέει, διακοσμούσε το σπίτι ανάλογα με το προσωπικό του γούστο. Έτσι, κάθε φορά έμοιαζε εντελώς διαφορετικό. Ο Αλέξανδρος θυμάται ότι όταν εγκαταστάθηκε ήταν σαν να το έχτισε σχεδόν απ’ την αρχή. Είναι σαν ένα άλλο σπίτι.
Τη Βούλα την αγαπάει και του αρέσει. Βρίσκει ότι έχει μόνο αρετές και του φαίνεται υπέροχο ότι ενώ όλη μέρα είναι κοντά στη θάλασσα, σε λίγα λεπτά είναι σαν να βρίσκεται σε βουνό. Απολαμβάνει αυτή την ηρεμία.
Το σπίτι είναι 150 τετραγωνικά, αλλά μοιάζει μεγαλύτερο – ίσως αυτή η αίσθηση να δημιουργείται χάρη στον εξωτερικό χώρο και την πισίνα. Τους ρωτάω αν συμβουλεύτηκαν διακοσμητή και γελάνε και οι δυο. «Διακοσμητής; Τι είναι αυτό;» λένε με μια φωνή. Ο Αλέξανδρος μου εξηγεί ότι έχουν την αλυσίδα Όβεν brunch spot και όταν έφτιαξε το πρώτο μαγαζί, που ήταν βέβαια πολύ μικρό, κατάλαβε ότι μάλλον το είχε με τη διακόσμηση.
Είναι κάτι έμφυτο που ανακάλυψε ότι του έβγαινε χωρίς προσπάθεια. «Έβλεπα φωτογραφίες, έλεγα στους μαστόρους πώς είχα το μυαλό μου το καθετί και το προσαρμόζαμε». Η Σοφία συμπληρώνει ότι ταξιδεύουν μαζί πολύ στο εξωτερικό και επισκέπτονται σπίτια με ιδιαίτερο ντιζάιν και μουσεία – το ντιζάιν είναι και των δύο το μεράκι.
Τους λέω ότι παρατηρώ πως το σπίτι δεν έχει καμιά αντίκα, τίποτα παλιό. Δεν τους αρέσουν τα γεμάτα σπίτια, ούτε τα πράγματα που αλλάζουν χέρια. «Από το πατρικό δεν έχετε τίποτα;» ρωτάω. Κουνάνε και οι δύο αρνητικά το κεφάλι. «Τις κάψατε τις γέφυρες», σχολιάζω σαν να ’μαι ο Φρόιντ.
Τους ρωτάω για τα έπιπλα. Είναι όλα από το Myran, γιατί εκεί βρίσκουν κομμάτια σκανδιναβικής αισθητικής χωρίς να χρειάζεται να τα παραγγέλνουν από το εξωτερικό. Τα περισσότερα είναι της εταιρείας Frama, όπως και η τραπεζαρία, που μου αρέσει πολύ. Κάθομαι στην ντιζάιν πολυθρόνα, την υπέροχη Spanish Chair της Fredericia, και διαπιστώνω ότι είναι πολύ αναπαυτική. Τους λέω ότι «φλερτάρω» κι εγώ χρόνια μαζί της.
Τα φωτιστικά τα έχουν φέρει απ’ τη Νέα Υόρκη. Τα κεραμικά είναι από διάφορες χώρες που επισκέπτονται. Τους αρέσει από κάθε χώρα να φέρνουν και κάτι και συχνά επιλέγουν κεραμικά χρηστικά αντικείμενα.
Η Σοφία θέλει όλα να είναι τακτοποιημένα – την ξεκουράζει, λέει, η τάξη. Την κουζίνα τη σχεδίασαν μαζί με τον Αλέξανδρο. Είχαν δει φωτογραφία από ένα διαμέρισμα στο Παρίσι σε ένα βιβλίο. Διάλεξαν εκείνοι και το μάρμαρο. Το περιγράφουν σαν να ’ναι κάτι πολύ εύκολο: «Το είδαμε, το φτιάξαμε». Τους προτείνω, αν κάνω ανακαίνιση, να την αναλάβουν. Δέχονται με γέλια. Η κουζίνα τους μοιάζει να ’ναι ακόμα με το σελοφάν, εντελώς αχρησιμοποίητη. «Με πέντε μαγαζιά εστίασης που έχουν και φαγητό, όχι, δεν μαγειρεύουμε», λέει ο Αλέξανδρος. «Λέω στη Σοφία πως αν με δει κάποια μέρα να μαγειρεύω, κάτι δεν θα πηγαίνει καθόλου καλά», συμπληρώνει αστειευόμενος.
«Τι είναι για εσάς το σπίτι;» τους ρωτάω. Ο Αλέξανδρος, που λείπει όλη μέρα, νιώθει πώς το σπίτι είναι ο χώρος όπου ηρεμεί μετά το τρέξιμο και την ένταση. Η Σοφία το νιώθει σαν την ασφάλεια και την αγκαλιά της. Τους αρέσει να αράζουν στους καναπέδες, να ακούνε μουσική και να βλέπουν ταινίες.
Παρατηρώ ότι το σπίτι δεν έχει πολλή τέχνη. Μου λένε ότι την αγαπούν και οι δύο πολύ, αλλά δεν θέλουν μεταξοτυπίες ή έργα που απλώς γεμίζουν τους τοίχους. Θέλουν να μπορέσουν να αποκτήσουν αυθεντικά έργα των καλλιτεχνών που τους αρέσουν. «Όλα θα γίνουν», λέει ο Αλέξανδρος.
«Έλα να δεις το υπόλοιπο σπίτι», με παροτρύνει η Σοφία. Ανοίγει τις πόρτες και παθαίνω πλάκα. Γιατί, πώς να το πω; Είναι εντελώς αντισυμβατικές πόρτες, δεν υπάρχει κανένας διάδρομος, κανένα χολ. «Δεν μας αρέσουν τα χολ, ούτε οι χώροι αναμονής», λένε. «Κατευθείαν στο ψητό», σχολιάζω.
Το υπνοδωμάτιό τους, με το δικό του μπάνιο, είναι σαν λουξ δωμάτιο ξενοδοχείου. Μ’ αρέσουν πολύ τα ξενοδοχειακά σπίτια, τους λέω, να μοιάζει το σπίτι σαν ευρύχωρο δωμάτιο ξενοδοχείου, και το δικό τους μου δίνει ακριβώς αυτή την αίσθηση.
Το παιδικό δωμάτιο είναι χάρμα οφθαλμών, κι αυτό μίνιμαλ, με γήινα χρώματα, αλλά ταυτόχρονα χαρούμενο. Επειδή είμαι μαξιμαλίστρια, το μίνιμαλ συνήθως μου φαίνεται αποστειρωμένο, αυτό το σπίτι όμως βρίσκω ότι έχει έναν χαρούμενο μαξιμαλισμό.
Εντυπωσιακός είναι και ο κήπος του σπιτιού με την πισίνα και τον ωραίο χριστουγεννιάτικο στολισμό. Παρατηρώ πως ακόμα και τα στολίδια είναι λιτότατα, δεν ξεφεύγουν από την όλη αισθητική. Βρίσκω εντυπωσιακό το ότι, αν και τόσο νέοι, ξέρουν καλά τι τους αρέσει και τι όχι.
Φεύγω απ’ το κουλ σπίτι του κουλ ζευγαριού νιώθοντας πως βρισκόμουν σε κάποιο σκανδιναβικό σπίτι στο βουνό – λίγα στενά πιο κάτω όμως εμφανίστηκε η θάλασσα κι ένας ήλιος θεραπευτικός. Νιώθω κι εγώ κουλ!