Γεννήθηκα στη Σαλονίκη, στο σπίτι της μαμής, μια βραδιά που έριχνε απίστευτο χιόνι, και η μητέρα μου έπρεπε να περπατήσει αμέσως μετά μέχρι το σπίτι, γιατί ήταν Κατοχή. Αυτή η εικόνα με εντυπωσίασε όταν μου την περιέγραψαν ως παιδάκι, είχε κάτι συμβολικό και ελπιδοφόρο για τη ζωή μου και μια αγνότητα που με οδήγησε προς την τέχνη. Ο πατέρας μου δούλευε ως μουσικός, σαξοφωνίστας, θεωρούνταν από τους καλύτερους των Βαλκανίων, αλλά τα χρήματα που έβγαζε ήταν πενιχρά. Ωστόσο η Θεσσαλονίκη ήταν μια εύπορη πόλη που κατοικούνταν από Αρμένιους, Εβραίους, ανθρώπους από τα Βαλκάνια, κι αυτή η οικονομική ευχέρεια έδινε ευκαιρίες να γίνουν μεγάλες μπάντες, ορχήστρες στα πρότυπα του Ντιουκ Έλινγκτον και άλλων μεγάλων της τζαζ, μουσικής που μεσουρανούσε εκείνη την εποχή στην Αμερική. Στις φωτογραφίες έβλεπα τον πατέρα μου και μια ορχήστρα τριάντα μελών ντυμένων πολύ ωραία, με σμόκιν, κι αυτό στα μάτια ενός παιδιού ήταν πολύ εντυπωσιακό. Εκείνη την εποχή ήταν συνηθισμένο να ακολουθήσεις το επάγγελμα των γονιών σου, έτσι η μοίρα μας και των τριών αδελφών ήταν να γίνουμε μουσικοί. Ήταν δεδομένο ότι θα γίνω μουσικός και όταν ο μπαμπάς μου με ρώτησε τι όργανο θα ήθελα να μάθω να παίζω, βιολί ή πιάνο, είπα «πιάνο», επειδή οι συνεργάτες του που έπαιζαν βιολί και έρχονταν στο σπίτι είχαν ένα σημάδι στον λαιμό, εκεί που ακούμπαγε το βιολί. Στα μάτια ενός μικρού παιδιού αυτό φαινόταν πολύ ενοχλητικό, πολύ αντιαισθητικό, έτσι επέλεξα να γίνω πιανίστας.
Δεν θα άλλαζα τίποτα. Τα πήγα πολύ καλά, έκανα μεγάλη οικογένεια, είμαι με τη Μαρία, με αγαπάει ο κόσμος, όπου κι αν πάω ακούω καλές κουβέντες, είμαι αυθεντικός.
• Από έξι χρονών άρχισαν τα μαθήματα στο ωδείο, στην κλασική μουσική. Μόλις προχώρησα λιγάκι, ο πατέρας μου μού είπε: «Γιώργο, εκτός απ’ την κλασική υπάρχει και ένα είδος μουσικής, η τζαζ, την οποία κατέχω και θα σου τη μάθω». Κι επειδή οι κλασικοί συνθέτες ήταν όλοι πανομοιότυποι, αλλά εγώ ήμουν ανήσυχος, μου άρεσε πολύ αυτό το παιχνίδισμα που είχε η τζαζ με τον σύγχρονο ρυθμό και προόδευσα πολύ γρήγορα. Δώδεκα χρονών ήμουν ένας περιζήτητος πιανίστας της τζαζ.
• Ήρθα στην Αθήνα 18 χρονών γιατί ήθελα οπωσδήποτε να φύγω από τη Θεσσαλονίκη, με οποιονδήποτε τρόπο. Ήξερα ότι αν έμενα εκεί δεν θα προόδευα στη μουσική, έτσι έφυγα με λαϊκή ορχήστρα, με μπουζούκια, προκειμένου να μπορέσω να επιβιώσω τον πρώτο καιρό που θα ήμουν στην Αθήνα. Τραγουδιστής ήταν ο Πάνος Γαβαλάς, μαέστρος ήταν ο μπουζουξής Χάρης Λεμονόπουλος, ο οποίος έπαιζε και βιολί. Κατεβήκαμε με το τρένο και πιάσαμε αμέσως δουλειά σε ένα καλοκαιρινό μαγαζί που ήταν κοντά στη Νεράιδα, αλλά το μαγαζί δεν «πήγε» και σταματήσαμε σε μια βδομάδα. Εκείνη την εποχή όποιος μουσικός έμενε χωρίς δουλειά πήγαινε στο Καφενείο των Μουσικών στην Ομόνοια. Ο Μουζάκης, που έπαιζε στη Νεράιδα, έμεινε για κάποιον λόγο χωρίς πιανίστα, κι επειδή την εβδομάδα που έπαιζα πέρναγαν οι μουσικοί του και άκουγαν το πιάνο, κάποιος είπε στον Μουζάκη για μένα. Ήρθε στο Καφενείο των Μουσικών και φώναξε «υπάρχει εδώ κάποιος Χατζηνάσιος;». Έτσι πήγα στην ορχήστρα του στη Φαντασία. Μεγάλος δάσκαλος ο Μουζάκης, έμεινα μαζί του περίπου πέντε χρόνια, μέχρι που πήγα φαντάρος. Ήταν η ωραιότερη εποχή τότε στην Αθήνα. Μάζεψα κάποια λεφτά, νοίκιασα πιάνο και έφερα όλη την οικογένειά μου στην Αθήνα. Μετά αγόρασα με συναλλαγματικές σπίτι στους γονείς μου και το πλήρωνα μέχρι να το ξεχρεώσω.
• Όταν ήμουν φαντάρος, έπαιξα ένα διάστημα με την ορχήστρα του Λαβράνου. Παρότι τους είπα ότι ήμουν μουσικός, με έριξαν στα άρματα μάχης και με έστειλαν στον Έβρο, ίσως και επειδή είχε παρέμβει η μετέπειτα πεθερά μου, που ήξερε τη σχέση μου με τη Μαρία και δεν με ήθελε για γαμπρό της. Η αλήθεια είναι ότι δεν ήμουν κι ένας γαμπρός προνομιούχος, δεν ήθελαν τότε οι γονείς να παίρνουν τα κορίτσια τους μουσικούς, να ξενυχτάνε το βράδυ κ.λπ. Στον Έβρο με είδαν γνωστοί μου μουσικοί από τη Θεσσαλονίκη, μου είπαν «Γιώργο, τι δουλειά έχεις εσύ εδώ, μαυροσκούφης;» και μεσολάβησαν να πάρω έναν χρόνο απόσπαση στην μπάντα του Γ’ Σώματος Στρατού, όπου χτυπούσα το τύμπανο στις παρελάσεις. Εκείνη την περίοδο έδωσα τραγούδια και διαγωνίστηκα στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, διηύθυνα και τη μεγάλη ορχήστρα της ΕΡΤ. Μετά, για ένα μεγάλο διάστημα ήρθα στην ΥΕΝΕΔ, στην Αθήνα. Παράλληλα, έπαιζα με τον Λαβράνο στα Αστέρια, κι ευτυχώς είχε αυτοκίνητο και μετά τη δουλειά με έφερνε στην πύλη, οπότε κοιμόμουν από τις 4 μέχρι τις 6-7 που ήταν το προσκλητήριο. Ήμουν όμως τόσο ευτυχής που δεν με πείραζε.
• Το πώς ξεκίνησα να συνθέτω είναι μεγάλη ιστορία. Μέσα στην οδύνη αυτή με τη Μαρία που της έλεγαν «δεν θα πάρεις μουσικό», έπρεπε να βρεθεί μια λύση: να αποδείξω στους γονείς της, στα ξαδέλφια της που ήταν πολιτικοί μηχανικοί και στον θείο της που ήταν δήμαρχος ότι δεν είναι ένα επιπόλαιο φλερτ, ότι υπήρχε αγάπη, μαγνητισμός, έλξη μεταξύ μας και ότι είχα σοβαρό σκοπό. Της είπα «κοίταξε, για να μη χωρίσουμε, θα προσπαθήσω να γράψω τραγούδια». Ήδη είχα μια πρόταση από τον Σπύρο τον Ράλλη, ο οποίος κάποια στιγμή είδε ότι έπαιζα σε ορχήστρες ηχογραφήσεων όπου ήταν άλλοι συνθέτες, και με έπαιρναν ως πιανίστα, αλλά με εκμεταλλεύονταν. Με ρώταγαν: «Γιώργο, τι εισαγωγή να βάλουμε εδώ πέρα, τι ακόρντο, μπορείς να μας βοηθήσεις; Είναι καλό το φινάλε ή έχεις να προτείνεις κάτι καλύτερο;». Μου λέει, λοιπόν, εκείνος: «Γιατί είσαι κορόιδο; Γιατί δεν γράφεις τα δικά σου κομμάτια και φτιάχνεις των άλλων;». Εγώ δεν σκεφτόμουν ποτέ ότι έχω χάρισμα να γράφω τραγούδια, γι’ αυτό του είπα «δεν έχω στίχους, δεν έχω και κανέναν γνωστό να μου δώσει». «Θα σου φέρω εγώ», μου λέει και μου φέρνει στίχους της Σέβης Τηλιακού, που ήταν η σύζυγός του. Μου έδωσε τρία κομμάτια, ένα από τα οποία ήταν το «Κρίμα το μπόι σου», που ήταν η πρώτη μου επίσημη σύνθεση κι έγινε αμέσως επιτυχία. Ξεκίνησε και μου ζητούσε κι άλλα, κι έτσι μπήκα στη σύνθεση. Έφτασα στο σημείο να μη χρειάζεται να δουλεύω το βράδυ κι οι συνάδελφοί μου, που έπαιζα μαζί τους, νόμιζαν ότι το έκανα για να πάρω μεγαλύτερο μεροκάματο. Μου έλεγαν «θα σου δώσουμε τα διπλά λεφτά», εγώ όμως το έκανα γιατί ήθελα να με δουν διαφορετικά οι γονείς της Μαρίας.
• Παράλληλα με τον δίσκο «Κρίμα το μπόι σου» έκανα και ενορχηστρώσεις για άλλους τραγουδιστές και συνθέτες κι έβγαζα λεφτά. Είχα και τις οικονομίες μου από τις προηγούμενες δουλειές και σιγά-σιγά χτίστηκε αυτό το πράγμα. Ήρθαν και τα πρώτα ποσοστά από τους δίσκους, μετά ποσοστά από την εταιρεία και την εταιρεία δικαιωμάτων, κι έτσι ο Χατζηνάσιος ως συνθέτης βρήκε τον δρόμο του.
Μαρινέλλα - «Κρίμα το μπόι σου»
• Είχα γράψει και κάποια άλλα κομμάτια τα οποία είχαν βγει σε εταιρείες που δεν ήταν γνωστές προτού κυκλοφορήσει το «Κρίμα το μπόι σου», αλλά αυτό θεωρώ το πρώτο single που κυκλοφόρησα επίσημα. Το τραγούδησε κι η Μαρινέλλα, είχε μεγάλη σημασία αυτό. Ωστόσο, την έναρξη της καριέρας μου δεν τη σηματοδότησαν τα singles αλλά το άλμπουμ «4-5-3» που έκανα το 1972 με τον Κόκοτα, τον Διονυσίου και τη Γαλάνη. Τότε όλα ομαλοποιήθηκαν σε σχέση με την οικογένεια της Μαρίας, είδαν ότι έφερα εις πέρας μια κατάσταση. Είπα στον πεθερό μου «δεν μπορώ να κάνω αυτήν τη στιγμή δύο οικογένειες γιατί έχω να ξεχρεώσω το σπίτι που πήρα στους γονείς μου· μόλις το ξεχρεώσω θα παντρευτούμε με τη Μαρία» και αυτό του έκανε μεγάλη εντύπωση. Τήρησα την υπόσχεσή μου, με τη Μαρία είμαστε μαζί πάνω από μισό αιώνα.
Γιώργος Χατζηνάσιος • «4. 5. 3» [1972]
• Έκανα κλασικές σπουδές στα ωδεία και στο Παρίσι για σολίστας, αλλά ήξερα από πολύ νωρίς ότι δεν επρόκειτο να γίνω σολίστας. Είχα το παράδειγμα ενός πολύ καλού πιανίστα Σαλονικιού, του Χάρη Καλέα –κι αυτός μαθητής της Ανθούλας Χυδίρογλου– που πήγε στη Βιέννη αλλά ξέμεινε από λεφτά και πήγαινε στα matinée με τις ορχήστρες που έπαιζαν στα πάρκα για να ψυχαγωγήσουν τα παιδάκια. Όταν ρώτησα τον μπαμπά μου «μπορώ να πάω έξω;» –γιατί αν δεν πας έξω, δεν υπάρχει περίπτωση να έχεις εγγυήσεις για να γίνεις σολίστας–, μου είπε «δεν έχουμε λεφτά, Γιώργο, ούτε γνωριμίες να σε προωθήσουν». Στο μεταξύ, εγώ λάτρευα και την τζαζ πάρα πολύ, και η τζαζ είναι αυτοσχεδιασμός, δηλαδή συνθέτεις ανά πάσα στιγμή με το όργανό σου, έτσι, αφού έμαθα σε αυτό, δεν μπορούσα να σκεφτώ να γίνω σολίστας στην κλασική μουσική. Και ως χαρακτήρας δεν ξέρω αν θα μπορούσα να είμαι, γιατί είναι ερημίτες οι σολίστες, δεν έχουν ζωή, ούτε καν παντρεμένοι δεν είναι. Όσοι πραγματικά ξεχωρίζουν είναι αναγκασμένοι να ταξιδεύουν κάθε εβδομάδα, κάθε μήνα, συνέχεια, σε διάφορα μέρη, μελετούν συνέχεια, από το πρωί μέχρι το βράδυ. Λόγω περιστάσεων έγινα συνθέτης και ανακάλυψα χαρίσματα που είχα τα οποία δεν θα είχα ανακαλύψει αν δεν είχα βρεθεί σε ανάγκη. Ο σπουδές μου με βοήθησαν στα έργα που έκανα, στο «Χρονικόν της Αλώσεως», με τη συμφωνική που διηύθυνα, στην «Ωδή στον Μεγαλέξανδρο», στον «Ελ Γκρέκο», στην όπερα.
• Έβγαλα εφτά στιχουργούς, που δεν τους ήξερε ούτε η μάνα τους. Τους συνθέτες οι εταιρείες, περισσότερο η Columbia, τους υπερασπιζόταν περισσότερο απ’ τους τραγουδιστές και τους έδιναν οι ίδιοι οι παραγωγοί της εταιρείας στίχους που ανακάλυπταν από διάφορες συναναστροφές. Εμένα δεν με υποστήριξε κανείς γιατί δεν άρχισα καλά, ξεκίνησα με ένα τραγούδι του συρμού. Αυτό έπρεπε να κάνω όμως για να κολακεύσω την εταιρεία, γιατί αν έκανα δυσκολίες, αυτά που ξέρω, τα δύσκολα της τζαζ κ.λπ., θα έλεγαν «άσ’ τον αυτόν, την έχει ψωνίσει». Δεν μπορούσα να προσεγγίσω τους μεγάλους, τους επίλεκτους στιχουργούς, αλλά με προσέγγισαν στην πορεία οι ίδιοι, αφού δούλεψα με τους εφτά αυτούς στιχουργούς, και κατάλαβαν ότι μπορούσα και με πιο μέτρια πράγματα να κάνω επιτυχίες. Με τον πιο στενό μου συνεργάτη στους στίχους, που τον ανακάλυψα όταν ήταν 18 χρονών, τον Γιώργο Κανελλόπουλο, με τον οποίο γράψαμε και το τραγούδι «Με λένε Γιώργο», κάναμε μια σειρά από τραγούδια τα οποία γίνονταν επιτυχίες απανωτά, το ένα μετά το άλλο. Μετά η Columbia τον παγίδεψε έτσι ώστε να μη με τροφοδοτεί –ο Μακράκης τού έκανε συμβόλαιο αποκλειστικότητας κι έγινα έξαλλος– γιατί δεν με προειδοποίησε καν, και είχα γράψει και κομμάτια τα οποία δεν είχαν κυκλοφορήσει. Έπρεπε να βρω το αντίπαλο δέος και βρήκα τον Μιχάλη Μπουρμπούλη, με τον οποίο κάναμε τεράστιες επιτυχίες. Μετά έβγαλα τον Καρνάτσο, τον Βρεττό...
Γιώργος Χατζηνάσιος & Μανώλης Μητσιάς - «Με λένε Γιώργο»
• Τη Μαρινέλλα τη γνώρισα όταν ήμουν ακόμα στη Θεσσαλονίκη. Πήγα αντικαταστάτης ενός πιανίστα όταν η Μαρινέλλα τραγούδαγε στο Πανόραμα με τον Καζαντζίδη. Έμεινα καμιά βδομάδα γιατί ήμουν μαθητής και έκανα τρία πράγματα μαζί: πήγαινα γυμνάσιο, ωδείο, και έπαιζα τα Σαββατοκύριακα στις λέσχες το απόγευμα, όταν ερχόταν ο 6ος στόλος, οι Αμερικανοί, κι έπρεπε και να μελετήσω. Η Μαρινέλλα ήταν πολύ εγκάρδια μαζί μου εκείνη την εποχή, με αγαπούσε πολύ, κι εγώ τη λάτρευα. Ήταν σπουδαία τραγουδίστρια και έκανε και δεύτερες φωνές εκπληκτικές. Μετά βρεθήκαμε στην Αθήνα και κάναμε την πρώτη επιτυχία.
• Έχω συνεργαστεί με σπουδαίες φωνές, αλλά οι σπουδαίοι τραγουδιστές δεν μετράνε μόνο ως φωνές, είναι η υπόσταση, η προσωπικότητα, η κίνηση, η έκφραση. Για να διαλέξεις έναν τραγουδιστή, πρέπει να δεις πόσα χαρίσματα διαθέτει. Νομίζω ότι το αηδόνι της παγκοσμιότητας είναι η Νάνα Μούσχουρη. Είχα τη χαρά να συνεργαστώ μαζί της στην Κύπρο όπου πήγα ένα καλοκαίρι και δούλεψα στο ξενοδοχείο Ledra Palace. Είχε έρθει και παίξαμε μαζί για πέντε μέρες με μια ορχήστρα που είχα, τους Five Friends. Τότε παίζαμε αμερικάνικα, τζαζ και τα ελληνικά του Χατζιδάκι, έτσι γνωριστήκαμε. Μετά αυτή μεγαλούργησε και έγινε διεθνής, πασίγνωστη παγκοσμίως, και ξαναβρεθήκαμε για να κάνουμε τον δίσκο «Η ενδεκάτη εντολή». Ήταν η μόνη τραγουδίστρια η οποία με κοίταγε λες και είμαι δάσκαλος και με ρώταγε «Γιώργο, σου άρεσε; Μήπως πρέπει να ξαναπώ το τραγούδι;». Ήταν κι η μόνη που όταν κάναμε τη «βάση» (πιάνο, κιθάρα, μπάσο και ντραμς) ήταν κλεισμένη μέσα σε ένα κουβούκλιο ηχομονωμένο και όση ώρα παίζαμε τα κομμάτια τραγούδαγε για να βρούμε το τελικό που θα τραγουδήσει. Φωνητικά για μένα ξεχώριζε, αλλά τη χάρη της Μαρινέλλας επάνω στην πίστα δεν μπορεί να την έχει κανείς. Ούτε την έκφραση, την εκφραστικότητα του τραγουδιού. Αυτή που αισθανόμουν καλύτερα στη συνεργασία, όμως, και με την οποία είχα καλύτερη επαφή, ήταν η Δήμητρα Γαλάνη.
• Ήμασταν τυχεροί τότε οι συνθέτες, γιατί οι τραγουδιστές είχαν προσωποποιήσει τον ήχο της φωνής τους, δεν χρειαζόταν να πει ο παραγωγός του ραδιοφώνου «τραγουδάει η Γαλάνη», «τραγουδάει ο Κόκοτας», τους καταλάβαινες, ενώ τώρα, όταν ακούω ραδιόφωνο στο αυτοκίνητο και τραγουδάει κάποιος, αν δεν πει ο παραγωγός ποιος είναι δεν μπορώ να το καταλάβω.
• Όταν γνώρισα τον Πάριο, είχε κάνει μια επιτυχία, το «Απέναντι παγκάκι» του Καλδάρα. Αμέσως μετά το χιτ με πήρε τηλέφωνο ο Μάτσας και μου είπε «Γιώργο, υπάρχει ένα κομμάτι που το έχεις δώσει στην Columbia και το ’χει πει ένα παιδί που δεν πρόκειται να κάνει τίποτα, σε παρακαλώ, θέλω να έρθει ο Γιάννης ο Πάριος να το κάνει δεύτερη εκτέλεση». Ήταν το κομμάτι «Τι θέλεις να κάνω» που είχε πει πρώτος ο Κωστής Χρήστου. Του είπα «βεβαίως, να το κάνω με τον Γιάννη», αλλά επειδή ήμουν με συμβόλαιο στην Columbia δεν μπορούσα να κάνω την ενορχήστρωση, και την έκανε ο Kλάβδας. Ωστόσο, υπήρχε ήδη η ενορχήστρωση από την πρώτη εκτέλεση. Το τραγούδι έγινε μια τεράστια επιτυχία του Πάριου, είναι από τα πιο κλασικά του κομμάτια. Δεν κάναμε πολλά πράγματα με τον Γιάννη, αλλά κάναμε μια επιτυχία το 1992 που ήταν και ο τελευταίος μου δίσκος, την «Επίθεση αγάπης», όπου υπήρχε το «Ποιος να συγκριθεί μαζί σου». Ήταν και ο τελευταίος μου δίσκος μετά την παρέμβαση του Μάτσα, όταν μου είπε «Γιώργο, δεν θα βάλουμε το όνομα του συνθέτη στο εξώφυλλο, πρέπει να σταματήσει αυτό το πράγμα», και του είπα «Μάκη, έχουμε κάνει ένα συμβόλαιο που λέει ότι πρέπει να δώσω την άδεια για το εξώφυλλο, αν δεν μ’ αρέσει, δεν βγαίνει, επομένως θα βάλεις το όνομά μου αυτήν τη φορά και δεν θα συνεργαστούμε ξανά ποτέ». Έτσι έγινε, το έβαλε μεν, αλλά με αχνά ροζ γράμματα πάνω στα μαλλιά του Πάριου και φαίνεται μόνο το «Χατζην». Απ’ το ’92 έβλεπα ότι είχε ξεθυμάνει το θέμα των συνθετών, γι’ αυτό έκανα και τα συμφωνικά έργα μετά, δεν έμεινα αδρανής.
Γιάννης Πάριος - «Τι θέλεις να κάνω;»
• Έκανα μουσική και για το θέατρο και για ταινίες και για την τηλεόραση. Η «Γλυκιά Συμμορία» του Νικολαΐδη ήταν η πρώτη μας συνεργασία, μετά κάναμε και την «Πρωινή Περίπολο». Η επιμέλεια του Νικολαΐδη ήταν τρομερ. Όταν μου έφερε το σενάριο ήταν σαν ένας πίνακας ζωγραφικής με διάφορα χρώματα, ανάλογα με το συναίσθημα της σκηνής. Δεν μου είχε ξανασυμβεί αυτό το πράγμα σε συνεργασία. Ήταν πάνω απ’ το κεφάλι μου σε όλη τη διάρκεια του στούντιο, από τις δέκα το πρωί μέχρι τις δέκα το βράδυ. Η μουσική της «Γλυκιάς Συμμορίας» είχε μεγάλη ανταπόκριση, λατρεύτηκε από τη νεολαία της εποχής, την άκουγες στα μπαράκια, σε πάρτι, στα σχολεία. Ήταν ροκ, κι εγώ τη μισούσα τη ροκ επειδή ήμουν τζαζίστας, επειδή παίζεται σε τρία ακόρντα, ενώ η τζαζ σε εκατομμύρια. Έβγαινα στα ραδιόφωνα και έλεγα «συγγνώμη, δεν είμαι ροκάς, αλλά έπρεπε να το κάνω, γιατί όταν είσαι συνθέτης κινηματογράφου παίρνεις εντολή απ’ τον σκηνοθέτη και ή τη δέχεσαι ή την αρνείσαι». Κι εγώ του είχα πει ότι θα το κάνω.
Γιώργος Χατζηνάσιος - «Γλυκιά Συμμορία»
• Έχω κάνει και όπερα και ορατόριο και συμφωνική καντάτα, αλλά είναι πολύ δύσκολο να χρηματοδοτηθούν αυτά τα είδη, δυστυχώς. Η όπερα «Ελ Γκρέκο» κατάφερα να παιχτεί δύο φορές, μία το 2015-16 στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά μέσω της Σχολής Καλών Τεχνών και μία στο Μέγαρο. Η όπερα είναι συνδυασμός πολλών τεχνών και είναι πολύ ακριβή και χρονοβόρα η παραγωγή της, δεν φτάνουν ποτέ τα λεφτά. Τώρα έχουμε κάνει προτάσεις και τη θέλουν στην Ιταλία, την Ισπανία και την Κίνα. Έχω κάνει και κάτι άλλο σπουδαίο, που δεν το ξέρει κανείς: στις αρχές της δεκαετίας του ’80 έπαιξα μπροστά σε 3.000 άτομα ζωντανά στο Παλλάς μουσική για το έργο του Φριτς Λανγκ «Metropolis», την οποία κατέγραψα και σε δίσκο. Δεν το πήρε κανείς χαμπάρι, το έβγαλε σε CD η WEA και είναι από τα πιο δύσκολα πράγματα που έχω κάνει στην καριέρα μου. Έπαιζα επί δυόμισι ώρες ασταμάτητα πάνω στις εικόνες της ταινίας. Μου ζήτησε ο Νίνος Φένεκ Μικελίδης της «Ελευθεροτυπίας» να κάνω αυτοσχεδιασμό πάνω στην ταινία για το φεστιβάλ που έκαναν, και όταν είδα την ταινία κατάλαβα ότι ήταν αδύνατο να προετοιμάσω κάτι. Στην προβολή, καθόταν ένα κοριτσάκι οχτώ χρονών μπροστά, του λέω «πες μου τρεις νότες» και μου λέει «ρε, μι, ντο». Από κει ξεκίνησα το μουσικό θέμα και αυτοσχεδιάζοντας βγήκε ολόκληρη η ταινία. Την είδα αυτή την κοπέλα μετά από χρόνια και μου είπε «ξέρετε ποια είμαι εγώ; Το κοριτσάκι που σας έδωσε τις νότες που του ζητήσατε».
O Γιώργος Χατζηνάσιος στο πιάνο, παίζει το μουσικό θέμα της Γλυκιάς Συμμορίας.
• Η λέξη «ελαφρός» είναι απαίσια, υποβαθμίζει την έννοια του αυθεντικού. Δεν ξέρω ποιος σκέφτηκε τον όρο «ελαφρολαϊκό», αλλά ήταν κάποιος που ήθελε να μειώσει την κατηγορία. Εννοεί ότι είναι ηλίθιοι αυτοί που το ακούνε; Μπορεί να φαίνονται ανόητοι κάποιοι στίχοι της εποχής, αν τους διαβάσεις σήμερα, τα αστέρια εδώ, το φεγγάρι εκεί, αλλά έτσι ήταν η εποχή. Μετά, όταν πολιτικοποιήθηκε το τραγούδι, όλα αυτά τα ξέρασε, φάνηκε ότι ήμασταν ανόητοι όλοι. Όλα στην Ελλάδα είναι πολιτική, η ζωή είναι πολιτική, αλλά στη μουσική είναι κάτεργο, σου κολλάνε μια ρετσινιά και άντε βγάλ’ τα πέρα. Οι εταιρείες χειραγωγούν τη σκέψη των δημιουργών, με την έννοια ότι έλεγαν «Γιώργο, τώρα είναι εποχή που ο κόσμος ακούει μπουζούκια. Οk, αυτό είναι ωραίο κομμάτι, αλλά δεν μπορούμε να βάλουμε και λίγο μπουζουκάκι μέσα;». Και τι να πω εγώ τότε; Δεν είχα και τις πλάτες του Ξαρχάκου με την Columbia ή του Mούτση να με υποστηρίξουν και να με προστατέψουν. Δεν μπορούσα να κάνω τον δύσκολο
• Δεν θα άλλαζα τίποτα. Τα πήγα πολύ καλά, έκανα μεγάλη οικογένεια, είμαι με τη Μαρία, με αγαπάει ο κόσμος, όπου κι αν πάω ακούω καλές κουβέντες, είμαι αυθεντικός. Αν με στριμώξεις, λέω «ναι, έκανα λάθος», δεν υπεκφεύγω, μιλάω για τον εαυτό μου ευθαρσώς. Δεν έχω κυνισμό μέσα μου, λέω ό,τι έχω να πω με τέτοιον τρόπο ώστε να μην μπορεί ο άλλος να ενοχληθεί και να καταρρεύσει. Είναι μια έμφυτη ευγένεια που έχω από μικρό παιδάκι, και είναι και κάτι περίεργο που συμβαίνει: αφοπλίζω τους ανθρώπους, δεν μου επιτίθενται.
• Μου αρέσει να βλέπω ποδόσφαιρο, είμαι Παναθηναϊκός, μου αρέσει το ψάρεμα αλλά δεν μπορώ να κουμαντάρω τη βάρκα όπως παλιά και έτσι το έχασα αυτό το χόμπι. Μου αρέσει να βλέπω ταινίες στην τηλεόραση, αλλά όχι σίριαλ, παρότι έχω γράψει τη μουσική σε πάρα πολλά. Μου αρέσει η παρέα με τους φίλους μου, να πηγαίνουμε οικογενειακώς το καλοκαίρι κάπου για μεγάλο διάστημα στην Ελλάδα. Δεν μου αρέσουν τα ταξίδια, είναι το παράπονο της γυναίκας μου αυτό. Πηγαίνω έξω όταν είναι για δουλειά, αλλά βαριέμαι να μένω σε ξενοδοχείο, και τα αξιοθέατα τα έχω δει όλα στον κινηματογράφο. Έχω κάνει άπειρα ταξίδια με τη μουσική και έχω δει σχεδόν τα πάντα. Βαριέμαι το αεροπλάνο και τα αεροδρόμια, ενώ δεν βαριέμαι το πλοίο· με ενοχλεί η ώρα της αναμονής στα αεροδρόμια.
• Με εκνευρίζει η αναίδεια, το θέμα της οδήγησης που καταντάει αφόρητη και επικίνδυνη, με το παραμικρό θα έρθει κάποιος να σου κάνει παρατήρηση, να φωνάξει, να σε μουτζώσει. Με ενοχλεί που δεν φλερτάρει ο κόσμος. Το φλερτ στο θέμα του τραγουδιού έχει μεγάλη σημασία, είναι ο πυρήνας του, τα άλλα είναι γιατί χωρίσαμε, τελειώσαμε, πονέσαμε κ.λπ. Με ενοχλεί η τεχνητή νοημοσύνη, η δεύτερη καταστροφή στη μουσική – η πρώτη ήταν η μουσική τεχνολογία που ενόχλησε πολύ τους μουσικούς των ηχογραφήσεων γιατί βγήκαν τα μηχανήματα που είχαν όλα τα όργανα και μπορούσαν, άνθρωποι που δεν έπρεπε να ανήκουν στην κατηγορία των συνθετών, να γράψουν μόνοι τους μουσική. Π.χ. Μπορεί η κόρη του σκηνοθέτη που δεν έχει ιδέα από μουσική να πάρει ένα καλό πρόγραμμα και να κάνει μουσική για την ταινία του μπαμπά της. Με ενόχλησε το ότι έγιναν όλοι μουσικοί, και ξαφνικά άκουσα τους παραγωγούς ταινιών να λένε «δεν μπορούμε να πληρώνουμε μουσικούς, βάλε τα μηχανάκια και γράψε». Και με ενοχλεί τώρα το ότι μπορούν να κάνουν φωνές και ολόκληρη ορχήστρα και συνθέσεις μέσα από την τεχνητή νοημοσύνη. Δεν χάνονται μόνο οι μουσικοί, αλλά και οι συνθέτες και οι στιχουργοί και άπαντες. Δεν χρειάζεται καν να σπουδάσεις μουσική τώρα.
• Η ζωή με έμαθε να μη σκέφτομαι τον θάνατο. Το πρώτο πράγμα που μου είπε ο μπαμπάς μου όταν άρχισα να καταλαβαίνω ήταν «Γιώργο, το μόνο σίγουρο στη ζωή είναι ότι θα πεθάνεις, όλα τ’ άλλα παίζουν». Όταν φιλοσοφήσεις λοιπόν αυτό το θέμα, όλα τ’ άλλα είναι πιο απλά. Και το άλλο είναι να έχεις τέτοια σχέση με τα παιδιά σου, ώστε όταν φύγεις από τη ζωή να μη διαλυθούν, να μην αρρωστήσουν. Κι αυτό το έμαθα απ’ τους γονείς μου, με ψυχραιμία δεχτήκαμε και εγώ και τα αδέλφια μου τον θάνατό τους. Θα ήθελα τα παιδιά μου να τραγουδάνε όταν πεθάνω και μάλλον να πάνε το βράδυ να χορέψουν.
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO