Η Ρέιτσελ Βάις καταπίνει την οθόνη στο «Dead Ringers» του Amazon Prime

Η Ρέιτσελ Βάις καταπίνει την οθόνη στο «Dead Ringers» του Amazon Prime Facebook Twitter
H Μπερτς θέλει μέσα από τη διασκευή της να μιλήσει κατά κύριο λόγο για τη μητρότητα και για τη θηλυκή εμπειρία, για τους ρόλους που καλείται να υποδυθεί μια γυναίκα και για την αυτοδιάθεσή της.
0

Στον πόλεμο του streaming τα διάφορα στρατόπεδα θα χρησιμοποιήσουν ό,τι έχουν και δεν έχουν στο οπλοστάσιό τους ώστε να αποσπάσουν περισσότερους συνδρομητές από τον αντίπαλο. Κι επειδή το brand name οποιασδήποτε μορφής εγγυάται έναν minimum εξασφαλισμένο αριθμό ενδιαφερομένων, βλέπουμε ολοένα και περισσότερες ταινίες να υφίστανται τηλεοπτικά ριμέικ, ακολουθώντας το format της τηλεοπτικής σειράς. Πού και πού προκύπτει και κανένα «Fargo» που συλλαμβάνει έκτακτα το κοενικό ιδίωμα και αποδεικνύεται άξιο λόγου, αλλά τα σχετικά εγχειρήματα συνήθως είναι σαν το «American Gigolo», το οποίο στοιχηματίζουμε ότι σε έναν χρόνο από τώρα θα έχει ξεχάσει ότι συνέβη ακόμα και ο πρωταγωνιστής του, o Τζον Μπέρνθαλ.

Το «Dead Ringers» (1988), βασισμένο στο βιβλίο «Twins», το οποίο με τη σειρά του είχε αντλήσει έμπνευση από την αληθινή ιστορία δύο δίδυμων γυναικολόγων στη Νέα Υόρκη, από πολλούς θεωρείται η καλύτερη ταινία του Κρόνενμπεργκ. Απέριττο, ώριμο, πολυσήμαντο, αποτελούσε το επόμενο στάδιο της εξέλιξης της φιλμογραφίας του Κρόνενμπεργκ στον καιρό του, σε αντιστοιχία, θαρρείς, με τους ήρωές του, που σταδιακά μεταμορφώνονται, όταν ένα εξωτερικό ερέθισμα ξυπνά κάτι που βρίσκεται μέσα – στην πραγματικότητα η κρονενμπεργκική μεταμόρφωση είναι ενδογενής, ο εξωτερικός παράγοντας είναι το πρόσχημα και όχι το αίτιο. Οι διάλογοι, η διεύθυνση των ηθοποιών, το ύφος του έργου, η mise-en-scene, όλα συντελούν στη δημιουργία ενός φιλμικού σύμπαντος που δεν εντάσσεται στον πραγματικό κόσμο, δεν αποτελεί μέρος ενός φανταστικού αλλά ούτε και συνιστά προϊόν υποκειμενικής αφήγησης. Είναι, αν θέλετε, μια συνειδησιακή απεικόνιση της πραγματικότητας, για τους φίλους του Λακάν θα μπορούσαμε να πούμε ότι σχετίζεται με το φαντασιακό. 

Συνειδητοποιούμε ότι γράφουμε για τη σειρά σαν να αποτελούσε μια σύνθετη, κρονενμπεργκική διανοητική κατασκευή, ενώ στην πραγματικότητα πρόκειται για μυθοπλασία ευρύτερης κατανάλωσης, πάντα στο πλαίσιο της επονομαζόμενης premium τηλεόρασης – κοινώς, δεν είναι σειρά για binge-watching, δείτε τα ένα-ένα τα επεισόδια.

Για να το θέσουμε πιο απλά, μοιάζει σαν ο φακός του Κρόνενμπεργκ, που μέχρι τότε κατέγραφε τις εξωτερικές παρενέργειες της μετάλλαξης των ηρώων του, να διείσδυσε – διόλου τυχαία η επιλογή του ρήματος– μέσα τους και να έφερε το μέσα έξω, αλλά με έναν τρόπο λιγότερο προφανή (και σχηματικό) από αυτόν του Άστερ στο πρόσφατο «Beau is afraid», για παράδειγμα. Είναι κι αυτός ένας λόγος που το ιατρικό προσωπικό φορά κόκκινες στολές – το κόκκινο κυριαρχεί στο εσωτερικό του οργανισμού μας, άρα το «μέσα» έχει έρθει έξω.  Από κει και πέρα, η ερμηνεία της ταινίας μπορεί να είναι ψυχαναλυτική, μπορεί να είναι ρομαντική,  μπορεί να είναι φεμινιστική, μπορεί να είναι και κοινωνιολογική – όλες τους είναι βάσιμες και συνυπάρχουν, άλλωστε τα σπουδαία κινηματογραφικά έργα είναι πολυεπίπεδα. 

Η Ρέιτσελ Βάις καταπίνει την οθόνη στο «Dead Ringers» του Amazon Prime Facebook Twitter
Η Ρέιτσελ Βάις πλάθει από το μηδέν δύο ολότελα ξεχωριστούς, σύνθετους χαρακτήρες με διακυμάνσεις, μεταβολές και εξέλιξη, χωρίς να καταφεύγει σε μια μονοσήμαντη, επαναλαμβανόμενη μανιέρα.

Θα θέλαμε να επεκταθούμε, αλλά αφορμή για το παρόν κείμενο είναι το τηλεοπτικό ριμέικ της ταινίας υπό τη μορφή μιας μίνι-σειράς έξι επεισοδίων, το οποίο ευτυχώς δεν ανήκει στις περιπτώσεις «Αmerican Gigolo». Το «Dead Ringers» του Amazon ξεκαθαρίζει τις προθέσεις του και την κατεύθυνση στην οποία θα κινηθεί από την αρχή. Οι άντρες ήρωες στο πρωτότυπο εδώ γίνονται γυναίκες, διατηρώντας τα ονόματα Μπέβερλι και Έλιοτ. Στην πρώτη σκηνή βρίσκονται σε ένα diner και συζητούν, όταν ένας αρσενικός πελάτης τούς απευθύνει τον λόγο και τις ρωτά αν «ισχύει αυτό που λένε για τις δίδυμες», αφήνοντας εμφανείς σεξουαλικούς υπαινιγμούς. Με έναν σαρκαστικό τρόπο, που θα μπορούσε να έχει ξεπηδήσει από γραπτά της Φίμπι Γουόλερ-Μπριτζ, οι δύο αδελφές τον βάζουν στη θέση του, υποδεικνύοντας με το καλημέρα σε εμάς τους θεατές ότι το στοιχείο της μαύρης κωμωδίας θα είναι έντονο και ότι οι άνδρες και, κατ’ επέκταση, το ανδρικό βλέμμα δεν έχουν θέση σε αυτή την ιστορία. Όσα θα παρακολουθήσουμε είναι γυναικεία υπόθεση.

Showrunner και head writer της σειράς είναι η Άλις Μπερτς, θεατρική συγγραφέας εγνωσμένης αξίας, σεναριογράφος της «Lady Macbeth» και του «The Wonder» στο σινεμά, του «Normal People» και κάποιων επεισοδίων του «Succession» στην τηλεόραση. Βλέποντας το όνομα του Σον Ντέρκιν στη σκηνοθεσία των δύο πρώτων επεισοδίων (και του μεγαλύτερου μέρους του τελευταίου), αναμέναμε κάτι με τη σφραγίδα του –εσείς, της A24 oι εραστές, αναζητήστε οπωσδήποτε το «The Nest» του, ένα παραγνωρισμένο διαμαντάκι με ατμόσφαιρα διαρκούς απειλής αλλά και με ψαχνό, όχι μόνο στυλ–, μα διαπιστώσαμε ότι τα δημιουργικά ηνία έχει η πένα της Μπερτς κι εκείνος απλώς εικονογραφεί το σενάριο που έγραψε η δεύτερη μετά του συγγραφικού επιτελείου της. Μόνο στο τελευταίο επεισόδιο, όπου ένα ανατριχιαστικά επαναλαμβανόμενο «baby sister» στοιχειώνει τον ηχητικό σχεδιασμό της ταινίας, βλέπεις μια αλλοίωση της πραγματικότητας, μια υποκειμενικότητα συναφή με το «Martha, Marcy, Mae, Marlene» του σκηνοθέτη. 

Ακόμα κι έτσι, καταλαβαίνεις τη διαφορά στο τρίτο και στο τέταρτο επεισόδιο, τη σκηνοθεσία των οποίων έχουν αναλάβει άλλοι. Η αφήγηση πλατειάζει, χάνεται η αιτιώδης συνάφεια στη διαδοχή των σκηνών, κοινώς θυμίζουν λίγο περισσότερο τηλεόραση. Στο πέμπτο επεισόδιο η σειρά ανακάμπτει, καθώς η Καρίν Κουσάμα, που το υπογράφει σκηνοθετικά, επιστρατεύει  την ικανότητά της στην άντληση σασπένς από την αμηχανία της παρουσίας σε οικιακές συναθροίσεις και τραπεζώματα –ψάξτε το «Invitation» (2015) της ίδιας–, έχει, δε, και μια ατμοσφαιρική φαντασματική σεκάνς που ανοίγει τη θεματική «πόρτα» της εκμετάλλευσης της μαύρης φυλής, μα η Μπερτς την αφήνει έτσι μισάνοιχτη και προχωρά παρακάτω. 

Η Ρέιτσελ Βάις καταπίνει την οθόνη στο «Dead Ringers» του Amazon Prime Facebook Twitter
Είναι κι αυτός ένας λόγος που το ιατρικό προσωπικό φορά κόκκινες στολές – το κόκκινο κυριαρχεί στο εσωτερικό του οργανισμού μας, άρα το «μέσα» έχει έρθει έξω.

Γενικά, η Μπερτς θέλει μέσα από τη διασκευή της να μιλήσει κατά κύριο λόγο για τη μητρότητα και για τη θηλυκή εμπειρία, για τους ρόλους που καλείται να υποδυθεί μια γυναίκα και για την αυτοδιάθεσή της, ταυτόχρονα, όμως, ανοίγει κι άλλα, πολλά μέτωπα, από το προνόμιο και τον φόβο του γήρατος ως τη λευκή ενοχή και τον σοσιαλμιντιακό δυισμό, τα οποία ξεχνά στη συνέχεια. Μεγάλο κρίμα, ειδικά για το τελευταίο, σκέψου πώς θα αναδεικνυόταν η σύγκρουση μεταξύ του Εγώ –η εξωστρεφής, καπάτσα Μπέβερλι– και του Υποκειμένου –η συνεσταλμένη Έλιοτ– μέσα από το δίπολο ψηφιακή - «αναλογική» ζωή. 

Όπως γίνεται σαφές, πάντως, ανεξαρτήτως κριτικής αποτίμησης και συγκρίσεων που αδικούν τη σειρά, η τελευταία έχει λόγο ύπαρξης ως διαφορετικό πλάσμα από τον κινηματογραφικό προκάτοχό της. Ακόμα και η κατάληξή της είναι διαφορετική. Ως φαν του οπερατισμού ο Κρόνενμπεργκ «βλέπει» αναπόφευκτη τραγωδία, το Υποκείμενο δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς την κατασκευή της εικόνας του, εκείνη δεν μπορεί να το αφήσει να αγαπήσει και να αγαπηθεί από κάποιον άλλο, η σύγκρουση μεταξύ τους γεννά σύγχυση, η ευτυχία είναι αδύνατο να προσεγγιστεί και η κατάληξη μόνο μοναχική και θλιβερή μπορεί να είναι – αν σκεφτείς ότι η ταινία συμπίπτει με την καθολική εδραίωση του ριγκανισμού και του επιθετικά ατομικιστικού και ναρκισσιστικού μοντέλου που πρέσβευε, ορίστε και το πολιτικό σχόλιο. Η Μπερτς επιλέγει έναν γλυκόπικρο συμβιβασμό, με το Υποκείμενο να αποδέχεται την αδυναμία του να υπάρξει ευτυχισμένο και να δίνει το πηδάλιο στο «τέλειο» Εγώ, ώστε να μπορέσει να ζήσει μια ζωή χαρισάμενη – γεμάτη χαρά, που χαρίστηκε όμως– πάντα, όμως, υπό τον φόβο της έλευσης του λογαριασμού όσων θυσιάστηκαν γι' αυτήν της την «τελείωση» και της αναγκαστικής πληρωμής του.

Συνειδητοποιούμε ότι, επηρεασμένοι –ίσως και προκατειλημμένοι– από την κινηματογραφική αναφορά, γράφουμε για τη σειρά σαν να αποτελούσε μια σύνθετη, κρονενμπεργκική διανοητική κατασκευή, ενώ στην πραγματικότητα πρόκειται για μυθοπλασία ευρύτερης κατανάλωσης, πάντα στο πλαίσιο της επονομαζόμενης premium τηλεόρασης – κοινώς, δεν είναι σειρά για binge-watching, δείτε τα ένα-ένα τα επεισόδια. Έχει πλάκα, σπάει πλάκα με τους προνομιούχους, που είναι και της μόδας εσχάτως, γίνεται kinky με έναν σαρδόνιο τρόπο, είναι ένα πιο εξωστρεφές θέαμα, όπως προκύπτει και από την πραγματική αιχμή του δόρατός του, τη διπλή ερμηνεία της Ρέιτσελ Bάις, που αφήσαμε επίτηδες για το τέλος. 

Η Ρέιτσελ Βάις καταπίνει την οθόνη στο «Dead Ringers» του Amazon Prime Facebook Twitter
Η Βάις προσθέτει στο βιογραφικό της ακόμα μία εμφάνιση που ενισχύει το προφίλ μιας αγαπητής φιγούρας στην queer κοινότητα. 

Σε αντίθεση με τον Τζέρεμι Άιρονς, που ήταν πιο μετρημένος και μεριμνούσε ώστε ενίοτε να μην μπορείς να διακρίνεις ποιον δίδυμο βλέπεις, και να εξυπηρετηθεί η αμφισημία του οράματος του σκηνοθέτη του, δεν υπάρχει δευτερόλεπτο στη σειρά της Μπερτς που να μην καταλαβαίνεις αν έχεις μπροστά σου την Μπέβερλι ή την Έλιοτ. Η Ρέιτσελ Βάις πλάθει από το μηδέν δύο ολότελα ξεχωριστούς, σύνθετους χαρακτήρες με διακυμάνσεις, μεταβολές και εξέλιξη, χωρίς να καταφεύγει σε μια μονοσήμαντη, επαναλαμβανόμενη μανιέρα. Η σειρά είναι αυτό που λέμε actor showcase, σενάριο και σκηνοθεσία πριμοδοτούν τη Βάις, της δίνουν διαρκώς μεγάλες σκηνές, φέρνουν στο προσκήνιο το ερμηνευτικό της επίτευγμα και εκείνη προσαρμόζεται επιδέξια, ανάλογα με τις απαιτήσεις της σκηνής. Ναι, δεν υπάρχει λεπτότητα, αλλά δεν ζητήθηκε και ποτέ, το αίτημα προς την ηθοποιό ήταν να καταπιεί την οθόνη κι εκείνη όχι μόνο την καταβροχθίζει αλλά μοιάζει να ζητά να της φέρουν κι άλλες δεκαπέντε άμεσα, για να τις κατεβάσει στη στιγμή. Προσθέτει στο βιογραφικό της, δε, ακόμα μια εμφάνιση που ενισχύει το προφίλ μιας αγαπητής φιγούρας στην queer κοινότητα. 

Δεν ξέρουμε ποιοι άλλοι διεκδικητές τηλεοπτικών ερμηνευτικών βραβείων μπορούν να προκύψουν στη συνέχεια, αλλά στην περίπτωση της Βάις δεν έχουν απλώς να κατατροπώσουν έναν ισχυρό αντίπαλο – το έργο τους ίσως να έχει δυσκολία ανάλογη με μια υποθετική προσπάθεια του Ορφέα Ελευθερούπολης να αποκλείσει από ποδοσφαιρική διοργάνωση τη Μάντσεστερ Σίτι.

Οθόνες
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

PARALLEL TALES

Ανταπόκριση από τις Κάννες / «Παράλληλες Ιστορίες»: Η Ιζαμπέλ Ιπέρ σε ένα σοφιστικέ ψυχολογικό δράμα

Ο Ασγκάρ Φαραντί εμπνέεται από τον Κισλόφσκι φτιάχνοντας μια διεισδυτική, αν και αργοκίνητη ταινία παράλληλων ιστοριών πάνω στο αγαπημένο του θέμα της δυαδικότητας.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
TEENAGE SEX AND DEATH IN CAMP MIASMA ΟΡΓΑΣΜΟΣ ΚΑΙ ΣΙΝΕΦΙΛ HORROR ΜΕ ΤΗΝ ΤΖΙΛΙΑΝ ΑΝΤΕΡΣΟΝ

Ανταπόκριση από τις Κάννες / Οργασμός και σινεφίλ horror με την Τζίλιαν Άντερσον

Μετά το «I saw the TV Glow», το Τζέιν Σέμπρουν έρχεται στις Κάννες με το «Teenage sex and death at Camp Miasma», ένα δοκίμιο πάνω στο slasher από τη σκοπιά του fan του είδους και με την προοπτική της queer ανατροπής.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
Πίτερ Τζάκσον, Το “Κακό Γούστο” δικαιώνεται στις Κάννες

Ανταπόκριση από τις Κάννες / Πίτερ Τζάκσον: Το «Κακό Γούστο» δικαιώνεται στις Κάννες

O Aμερικανός κινηματογραφιστής έλαβε τον τιμητικό Χρυσό Φοίνικα για το σύνολο της καριέρας του, μια διάκριση που, όπως είπε ο ίδιος χαριτολογώντας, δεν φανταζόταν ποτέ ότι θα έπαιρνε.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
«Τζένη Τζένη»: Σαν να μην πέρασε μια μέρα

The Review / «Τζένη Τζένη»: Σαν να μην πέρασε μια μέρα

Αναμενόμενη και δικαιολογημένη η μεγάλη επιτυχία της παράστασης που ανεβάζει στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά ο Νίκος Καραθάνος. Η Βένα Γεωργακοπούλου κουβεντιάζει με τον Χρήστο Παρίδη για το δύσκολο σκηνικό εγχείρημα, θυμούνται το παλιό ελληνικό σινεμά αλλά και το θρυλικό συγγραφικό δίδυμο Γιαλαμά-Πρετεντέρη.
ΒΕΝΑ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
«Σουέλ»: Το μυθιστόρημα της Ιωάννας Καρυστιάνη γίνεται ταινία

Οθόνες / «Σουέλ»: Το μυθιστόρημα της Ιωάννας Καρυστιάνη γίνεται ταινία

Είκοσι χρόνια μετά την κυκλοφορία του, το βραβευμένο λογοτεχνικό έργο γίνεται ταινία από τον Αλέξανδρο Βούλγαρη. Η LiFO βρέθηκε στα γυρίσματα και στην κοινή τους συνέντευξη, μητέρα και γιος, μιλούν για τη συνεργασία τους και τη μεταφορά του στον κινηματογράφο.
M. HULOT
«Μην πυροβολείτε τα ελληνικά blockbusters!»

The Review / «Μην πυροβολείτε τα ελληνικά blockbusters!»

«Βαλκανιζατέρ», «Ευτυχία», «Φόνισσα», «Υπάρχω», «Τελευταία Κλήση». Πίσω από τα μεγαλύτερα ελληνικά blockbusters βρίσκεται ο Διονύσης Σαμιώτης. Ποιο είναι το μυστικό του που φέρνει τον κόσμο στις αίθουσες; Υπάρχει μια «σχολή Σαμιώτη»; Τι πιστεύει για τον σημερινό ελληνικό κινηματογράφο;
ΒΕΝΑ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
Ο πόλεμος στο επίκεντρο του 79ου Φεστιβάλ Καννών

Ανταπόκριση από τις Κάννες / Τι θα δούμε στο 79ο Φεστιβάλ Καννών

Η φετινή διοργάνωση φιλοδοξεί να αποτυπώσει την τρέχουσα γεωπολιτική αστάθεια, φέρνοντας στο επίκεντρο ιστορικές συρράξεις, από τον Α’ και Β’ Παγκόσμιο μέχρι τον Ψυχρό Πόλεμο.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
Ο διάβολος φοράει Prada 2

Οθόνες / «Ο Διάβολος φοράει Prada 2»: Είδαμε την πιο αναμενόμενη ταινία της χρονιάς

Επανέρχονται οι αρχικοί συντελεστές, αλλά το ενδιαφέρον μετατοπίζεται από τη μόδα, και την εντύπωση που προκαλεί, στη «δολοφονία» της δημιουργικότητας και του ταλέντου σε μια εποχή συγχωνεύσεων και πολιτιστικών εκπτώσεων.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
Όταν η Κέιτ συνάντησε τον Λούσιαν

Οθόνες / Όταν η Κέιτ Μος συνάντησε τον Λούσιαν Φρόιντ

Τέλη Μαΐου βγαίνει στις βρετανικές αίθουσες τo «Moss & Freud» που αποτυπώνει τη σχέση της Κέιτ Μος με τον Λούσιαν Φρόιντ: το μοντέλο εξομολογήθηκε το όνειρό του να ποζάρει στον ζωγράφο και λίγους μήνες μετά προέκυψε το «Γυμνό Γεύμα» που πωλήθηκε για 5 εκατ. ευρώ.
ΣΤΕΛΛΑ ΛΙΖΑΡΔΗ
Στο «Apex» η Σαρλίζ Θερόν συνεχίζει το ταξίδι της στην υπέρβαση

Οθόνες / Μόνο η Σαρλίζ Θερόν επιβιώνει από το «Apex»

Σε μια ταινία που περιφρονεί τη λογική και αποθεώνει την ομορφιά της, η Νοτιοαφρικανή ηθοποιός επιβεβαιώνει την προτίμησή της σε ρόλους περίπου «εξωγήινων» ηρωίδων που θέλουν να παίζουν με τους δικούς τους όρους.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
Ντιν Ταβουλάρης (1932-2026): Ο «Νονός» της σύγχρονης σκηνογραφίας

Απώλειες / Ντιν Ταβουλάρης (1932-2026): Ο «Νονός» της σύγχρονης σκηνογραφίας

Ήταν ένας από τους ελάχιστους ελληνικής καταγωγής που βραβεύτηκε με Όσκαρ. Αληθινός αρχιτέκτονας του νέου αμερικανικού σινεμά, αγαπημένος συνεργάτης του Κόπολα, conceptual καλλιτέχνης του production design ισορροπούσε πάντα ιδιοφυώς μεταξύ Τέχνης και τεχνικής.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
«Michael»: Είδαμε την ταινία για τη ζωή του Michael Jackson

Οθόνες / «Michael»: Είδαμε την ταινία για τη ζωή του Michael Jackson

Με αφορμή την παγκόσμια πρεμιέρα της βιογραφίας του στο Βερολίνο, είδαμε πρώτοι πώς ο σούπερ σταρ βρήκε το κουράγιο να δραπετεύσει από τον πατέρα του και θυμηθήκαμε τη συναυλία που σύστησε τη σκηνική του ιδιοφυΐα σε όλον τον πλανήτη.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
«Μεγάλα Λάθη»: Μια σειρά που ξεκινάει άσχημα, αλλά μετά το βρίσκει

Οθόνες / «Μεγάλα Λάθη»: Μια σειρά που ξεκινάει άσχημα, αλλά μετά το βρίσκει

Το νέο σίριαλ του Netflix είναι φασαριόζικο, προβλέψιμο και κάπως κουραστικό. Αν όμως αντέξεις τα πρώτα επεισόδια, ανταμείβει την υπομονή σου με χιούμορ, ανατροπές και έναν Νταν Λέβι που ξέρει πώς να μετατρέπει την οικογενειακή δυσλειτουργία σε απολαυστικό χάος.
M. HULOT
ΝΑΤΑΛΙ ΜΠΑΪ, Η ΧΑΜΟΓΕΛΑΣΤΗ ΚΥΡΙΑ ΤΟΥ ΓΑΛΛΙΚΟΥ ΣΙΝΕΜΑ (1949-2026)

Οθόνες / Ναταλί Μπάι: Η χαμογελαστή κυρία του γαλλικού σινεμά (1948-2026)

Έξυπνη, ενστικτώδης και αστεία, κυριάρχησε τη δεκαετία του '80 στο γαλλικό σινεμά, μετρώντας συνεργασίες με τους Τριφό, Γκοντάρ, Ταβερνιέ αλλά και 4 Σεζάρ, χωρίς ποτέ να χάσει την κοριτσίστικη καρδιά που τη διέκρινε από την αρχή της καριέρας της.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ