Η ακμή και η παρακμή των σιδηροδρόμων

Τόνι Τζαντ «Η δόξα των σιδηροδρόμων» Facebook Twitter
Στη «Δόξα των σιδηροδρόμων» ο Τόνι Τζαντ συμπυκνώνει την ιστορία των σιδηροδρόμων και αναδεικνύει τη σημασία τους στον νεότερο πολιτισμό.
0

«Η ΠΙΟ ΑΠΟΚΑΡΔΙΩΤΙΚΗ ίσως συνέπεια της αρρώστιας μου -πιο καταθλιπτική ακόμη και από τις καθημερινές, πρακτικές εκδηλώσεις της- είναι η συνειδητοποίηση ότι δεν θα ξαναπάρω ποτέ το τρένο. Αυτή η επίγνωση πέφτει πάνω μου βαριά σαν μολυβένιο σεντόνι και με βυθίζει ακόμη πιο βαθιά στο μακάβριο συναίσθημα του τέλους που ορίζει μια αληθινά αθεράπευτη αρρώστια: καταλαβαίνεις ότι ορισμένα πράγματα δεν θα γίνουν ποτέ»…

Το παράπονο είναι του Τόνι Τζαντ. Κι είναι το μόνο που ο διακεκριμένος βρετανός ιστορικός επέτρεψε στον εαυτό του όσο πάλευε με τη σπάνια και ανίατη νευροεκφυλιστική νόσο που τον οδήγησε, στα εξηνταδύο του, το 2010, στο θάνατο. Στα δυο χρόνια που ο Τζαντ έδινε ακινητοποιημένος στο κρεβάτι αυτή την άνιση μάχη, αποκρυστάλλωσε τη συλλογική μας δυσφορία για τις μεταπολεμικές αποτυχίες της Δύσης υπερασπιζόμενος το ρόλο του κοινωνικού κράτους (βλ. «Τα δεινά που μαστίζουν τη χώρα», μετ. Κ. Κουρεμένος, Αλεξάνδρεια), ενώ παράλληλα έγραψε μια σειρά αυτοβιογραφικών κειμένων που συγκεντρώθηκαν στον τόμο «Το σαλέ της μνήμης» (“The memory chalet”, Penguin) κι ένα σύντομο δοκίμιο με τίτλο «Η δόξα των σιδηροδρόμων», το οποίο, σε μετάφραση Κ. Σκλαβενίτη και με επίμετρο του Σταύρου Ζουμπουλάκη, κυκλοφόρησε το 2013 από το ΜΙΕΤ.

Θύματα του εξαστισμού που οι ίδιοι είχαν διευκολύνει, οι σιδηρόδρομοι άρχισαν να παρακμάζουν από τη δεκαετία του ΄50, εποχή της βασιλείας των «ιδιωτικών» ταξιδιών με το αυτοκίνητο και των αστραπιαίων μετακινήσεων με το αεροπλάνο.

Στη «Δόξα των σιδηροδρόμων» ο Τόνι Τζαντ συμπυκνώνει την ιστορία των σιδηροδρόμων και αναδεικνύει τη σημασία τους στον νεότερο πολιτισμό, που δεν περιορίζεται βέβαια στη διευκόλυνση των μετακινήσεων και των μεταφορών. Οι σιδηροτροχιές αντιπροσώπευαν την κατάκτηση του χώρου, επισημαίνει, και η κατάκτηση του χώρου οδήγησε αναπόδραστα στην αναδιοργάνωση του χρόνου. Σήμερα φαντάζει δύσκολο να κατανοήσουμε τι επιπτώσεις είχε στην ανθρώπινη καθημερινότητα η εμφάνιση του πίνακα δρομολογίων στις αρχές της δεκαετίας του 1840, συνοδευόμενη από το πανταχού παρόν ρολόι του σταθμού. Κι όμως, δικά τους επακόλουθα ήταν από την καθιέρωση επίσημης εθνικής ώρας και τη διαίρεση της υφηλίου σε ωριαίες ζώνες, ως τη γενικευμένη χρήση του ρολογιού χειρός και τον προγραμματισμό των ραδιοτηλεοπτικών εκπομπών.

cover
ΚΑΝΤΕ ΚΛΙΚ ΕΔΩ ΓΙΑ ΝΑ ΤΟ ΑΓΟΡΑΣΕΤΕ: Τόνι Τζαντ, Η δόξα των σιδηροδρόμων, Μτφρ.: Κ. Σκλαβενίτης, εκδόσεις ΜΙΕΤ

Τι κι αν τα τρένα παραπέμπουν στην κίνηση; «Η πιο ορατή ενσάρκωσή τους, το σημαντικότερο δημόσιο μνημείο τους, ήταν στατικό», θυμίζει ο βρετανός στοχαστής. Στη θέση ολόκληρων συνοικιών, φτωχικών κατά κανόνα, από τη Βουδαπέστη ως το Σεντ Λούις στο Μιζούρι, ανυψώθηκαν εμβληματικά οικοδομήματα, ο αρχιτεκτονικός σχεδιασμός των οποίων ποίκιλε από το γοτθικό ρυθμό ή το μπαρόκ ως τον νεοκλασικισμό, τεκμήρια όλα τους των εμπορικών φιλοδοξιών της κάθε πόλης αλλά και ενσαρκώσεις των ονείρων για ψυχαγωγία και απόδραση που έτρεφαν οι επισκέπτες τους. Ήδη από την πρώτη γενιά της διοίκησης των σιδηροδρόμων ήταν απολύτως σαφές πως οι τελευταίοι θα δημιουργούσαν ανάγκες στις οποίες μόνο οι ίδιοι θα μπορούσαν ν’ ανταποκριθούν, σημειώνει ο Τζαντ. Διόλου τυχαίο που οι συρμοί και σταθμοί αποτέλεσαν το θέμα ή το φόντο των σύγχρονων εικαστικών τεχνών για γενιές και γενιές, πέραν των άπειρων λογοτεχνικών και κινηματογραφικών αναφορών.

Θύματα του εξαστισμού που οι ίδιοι είχαν διευκολύνει, οι σιδηρόδρομοι άρχισαν να παρακμάζουν από τη δεκαετία του ΄50, εποχή της βασιλείας των «ιδιωτικών» ταξιδιών με το αυτοκίνητο και των αστραπιαίων μετακινήσεων με το αεροπλάνο. Οι κυβερνήσεις τούς αντιμετώπιζαν ως ασύμφορο αν και αναπόφευκτο βάρος στον κρατικό προϋπολογισμό, καταργώντας τις γραμμές που έκριναν ασύμφορες. Κι ενώ στην ηπειρώτικη Ευρώπη το μεγαλύτερο μέρος της σιδηροδρομικής υποδομής διασώθηκε «χάρη στην κουλτούρα των δημόσιων παροχών», οι δυνάμεις της αγοράς στις ΗΠΑ στάθηκαν ανελέητες.

Να όμως που από το 1990 κι έπειτα οι δημόσιες επενδύσεις για τους σιδηροδρόμους πήραν ξανά την ανηφόρα, όπως διαβάζουμε. Πέρα από τα παραδοσιακά του πλεονεκτήματα -το ότι καταναλώνει λιγότερη ενέργεια, απαιτεί λιγότερο προσωπικό, αντέχει σε όλες σχεδόν τις καιρικές συνθήκες- το σύγχρονο τρένο παρουσιάζει επιπλέον και ισχυρά περιβαλλοντικά πλεονεκτήματα. Νέοι σταθμοί, κατασκευασμένοι με κρατικά κονδύλια, όπως αυτοί της Λιόν, της Σεβίλης ή της ελβετικής Κουρ, φέρουν διάσημες υπογραφές σαν των Καλατράβα και Κούλχας, ενώ και παλιότεροι, όπως ο παρισινός Γκάρ ντε λ’ Εστ, ο λονδρέζικος Πάντινγκτον ή ο Βικτόρια στη Βομβάη, όχι μόνο γοητεύουν με την αισθητική τους αλλά, το σημαντικότερο, «εξακολουθούν να λειτουργούν με τον ίδιο ουσιαστικά τρόπο που λειτουργούσαν όταν πρωτοκατασκευάστηκαν». Κάτι που, σύμφωνα με τον Τζαντ, αποδεικνύει την ποιότητα του σχεδιασμού και της κατασκευής τους αλλά και τον παντοτινά σύγχρονο χαρακτήρα τους.

Ο σταθμός Βικτόρια στη Βομβάη, 1870 Facebook Twitter
Ο σταθμός Βικτόρια στη Βομβάη, 1870.

Και η Ελλάδα; Πού βρίσκεται σε όλα αυτά η Ελλάδα; αναρωτιέται στο επίμετρό του ο Σταύρος Ζουμπουλάκης. Η δική μας σιδηροδρομική ιστορία, όπως επισημαίνει, αρχίζει με τον Τρικούπη το 1882, με τον σχεδιασμό τριών δικτύων συνολικού μήκους 700 χιλιομέτρων και ολοκληρώνεται ουσιαστικά το 1910. «Αν κάποιος, επομένως, χρειάζεται να τεκμηριώσει την προβληματική ή ελλειμματική σχέση της νεότερης Ελλάδας με τη νεωτερικότητα», συμπληρώνει, «δεν χρειάζεται να κάνει επισταμένες έρευνες -μια επίσκεψη στο Σταθμό Λαρίσης του φτάνει». Οι ελπιδοφόρες προοπτικές για τις οποίες μιλά ο Τζαντ στη «Δόξα των σιδηροδρόμων» δεν μας αφορούν.

«Αν χάσουμε τους σιδηροδρόμους, δεν θα έχουμε χάσει απλώς ένα πολύτιμο πρακτικό εφόδιο, θα έχουμε αποδεχτεί ότι λησμονήσαμε πώς να ζούμε συλλογικά», καταλήγει στο δοκίμιό του ο Τόνι Τζαντ. Εάν αχρηστέψουμε τους σταθμούς και τις γραμμές, «θα είναι σαν ν’ αχρηστεύουμε τη μνήμη που έχουμε για το πώς μπορούμε να ζήσουμε με αυτοπεποίθηση μέσα στις πόλεις μας». Και οι επιπτώσεις μιας τέτοιας απώλειας, όπως επιμένει, «θα ξεπερνούσαν κατά πολύ το θάνατο ενός από τα πολλά μέσα μετακίνησης. Θα σήμαιναν ότι έχουμε απεμπολήσει τη σύγχρονη ζωή». Αυτή τη σύγχρονη ζωή δεν ευτυχήσαμε να γνωρίσουμε εδώ ως τώρα, και ίσως να μη γνωρίσουμε ποτέ.

ΑΓΟΡΑΣΤΕ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΕΔΩ

Βιβλίο
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Το πίσω ράφι/ Καζούο Ισιγκούρο «Μη μ’ αφήσεις ποτέ»

Το πίσω ράφι / Πώς ορίζεται μια «αξιοπρεπής» ζωή;

Στο «Μη μ' αφήσεις ποτέ» ο Βρετανός συγγραφέας Καζούο Ισιγκούρο φτιάχνει ένα σύμπαν απίστευτης σκληρότητας και θεσμοθετημένης αδικίας, όπου η απανθρωπιά γίνεται αποδεκτή ως μέρος του συστήματος, όχι ως κάτι τερατώδες.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
Η Σύλβια Πλαθ έλεγε την αλήθεια της, και τη διεκδικούσε

Το Πίσω Ράφι / Η Σύλβια Πλαθ μετέτρεψε το προσωπικό της τραύμα σε ποιητικό υλικό

Στην αποκατεστημένη έκδοση της εμβληματικής συλλογής «Άριελ» η Αμερικανίδα ποιήτρια μιλά για θέματα όπως ο θάνατος, η αυτοκαταστροφή, η γυναικεία ταυτότητα, η μητρότητα, η πατρική εξουσία, η οργή, η ερωτική προδοσία, κι όλα αυτά σε μια γλώσσα που βγάζει σπίθες, κοφτή, πυκνή, επιθετική, με βίαιες εικόνες και απροσδόκητες μεταφορές.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
Μαγειρεύοντας για τους δικτάτορες

Βιβλίο / Τι τρώνε οι δικτάτορες; Ένα βιβλίο γράφει την ιστορία της όρεξής τους

Ταξιδεύοντας σε τέσσερις ηπείρους για τέσσερα χρόνια, ο Βίτολντ Σαμπουόφσκι εντόπισε τους πιο ασυνήθιστους μάγειρες του κόσμου, καταγράφοντας κομβικές στιγμές της ιστορίας του 20ού αιώνα μέσα από το φαγητό.
M. HULOT
Μέσα στον γοητευτικό κόσμο των χαμάμ

Βιβλίο / Μέσα στον γοητευτικό κόσμο των χαμάμ

Το βιβλίο «Με τους Ευρωπαίους περιηγητές στα χαμάμ της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας» φωτίζει όψεις αυτών των χώρων, τους ανθρώπους που σύχναζαν εκεί και τις κοινωνικές συνθήκες που επικρατούσαν, όπως και τον ρόλο τους στη ζωή της Ανατολής.
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ
Στα «Νέα» μου έλεγαν: «Πότε θα φύγεις για να πάρουμε αύξηση;»

Συνέντευξη / Μικέλα Χαρτουλάρη: «Στα ΝEA με ρωτούσαν πότε θα φύγω για να πάρουν αύξηση»

Από τις χρυσές εποχές των εφημερίδων και τις «Κεραίες της εποχής μας» έως το «Βιβλιοδρόμιο», τις συγκρούσεις, το μπούλινγκ και την έξοδο από τα «Νέα», η Μικέλα Χαρτουλάρη μιλά για τη δημοσιογραφία ως στάση ζωής, για την αριστερά, την εξουσία καθώς και για όλα όσα δεν συγχωρεί και δεν ξεχνά.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΤΑΖΟΠΟΥΛΟΣ
Δεσποτικό: το ιερό του Απόλλωνα αλλάζει τον αρχαιολογικό χάρτη των Κυκλάδων

Βιβλίο / Δεσποτικό: το ιερό του Απόλλωνα αλλάζει τον αρχαιολογικό χάρτη των Κυκλάδων

Απέναντι από την Αντίπαρο, ένα ακατοίκητο νησί φέρνει σταδιακά στο φως ένα από τα σημαντικότερα αρχαϊκά ιερά του Αιγαίου. Το νέο λεύκωμα «Δεσποτικό. Φωτογραφίες και ιστορίες» συμπυκνώνει περισσότερα από είκοσι χρόνια συστηματικής ανασκαφικής έρευνας και αναστήλωσης.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΤΑΖΟΠΟΥΛΟΣ
«Η Αρχαία Ρώμη είναι παρεξηγημένη στη χώρα μας»

Βιβλίο / «Η Αρχαία Ρώμη είναι παρεξηγημένη στη χώρα μας»

Πόση Ρώμη υπάρχει ακόμη στην Ευρώπη, την Εγγύς Ανατολή, τη Βόρεια Αφρική και την Ελλάδα; Ο μεταφραστής και επιμελητής της ελληνικής έκδοσης της «Ρωμαϊκής Ιστορίας», Σωτήρης Μετεβελής, μιλά για τη μεγαλύτερη αυτοκρατορία του αρχαίου κόσμου και την κληρονομιά που άφησε πίσω της.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ