Κριτική για τη «Φαίδρα» του Δημήτρη Καραντζά: Οι φυλακές της επιθυμίας

Οι φυλακές της επιθυμίας Facebook Twitter
Στην παράσταση η σωματικότητα επιβάλλεται στην ποιητικότητα τεχνητά και ισοπεδωτικά. Φωτ.: Γκέλυ Καλαμπάκα
0

Να λαχανιάζει και να ασθμαίνει, δρασκελώντας τα λαγκάδια, παρά να ιδροκοπά, κυνηγώντας τον ποδόγυρο μιας φούστας. Να γεύεται τα σκληρά κι ακατέργαστα χαχανητά των συντρόφων του, παρά τα δαντελωτά και ανεξιχνίαστα θηλυκά γέλια. Να θωπεύει το τραχύ τρίχωμα των κάπρων, παρά τις μαλακές γυναικείες μπούκλες. Ν’ ακούει τα βογκητά των άγριων χοίρων που ξεψυχούν σφαγιαζόμενοι στα χέρια του, παρά τις κραυγές γυναικών που θα παραδίδονταν, αν το επεδίωκε, ηδονικά στα χάδια του. Να είναι κυνηγός, παρά θήραμα. Να γνωρίζει την επικράτεια της δράσης του, παρά να χάνεται σε απάτητα μονοπάτια μιας άγνωστης χώρας.

Στόμα κλειστό, βλέμμα κοφτερό, όσφρηση αλάθευτη: ο αμόλυντος υπηρέτης της αειπάρθενου Αρτέμιδος λαχταρά να σαρώνει ελάφια, να αρπάζει και να μη συν-αρπάζεται, νικητής στη μυρτιά να βυθίζεται, αγκαλιά με κλαδιά να ονειρεύεται, στον κόλπο της Φύσης να λικνίζεται – απόρθητος από ανεξέλεγκτα πάθη, αναλλοίωτος από λέξεις αγάπης, αρνητής του ανθρώπινου έρωτα, επιθυμεί με τα δέντρα να συνομιλεί και με το χορτάρι να ενώνει την ψυχή του, με όλες τις παλλόμενες φυτικές και ζωικές ροές να ποτίζει το κορμί του.

Σώματα χωρίς παλμό, φυλακισμένα σε ανέμπνευστες φόρμες, ανίκανα να μιλήσουν στη γλώσσα τους, υποταγμένα σε μια γλώσσα «φορεμένη», εξωτερική, κατασκευασμένη από τη νόηση και μάλιστα από τις κυρίαρχες σημασιοδοτήσεις, αυτές ακριβώς που η υψηλή ποίηση της Τσβετάγιεβα αγωνίζεται να υπερβεί.

Αυτό το αγόρι πάει κι ερωτεύεται η Φαίδρα: απελπισμένη στη μοναξιά της, φλεγόμενη στην παρθενία της, αποζητώντας με παραφορά να ακουμπήσει την επιθυμία της κάπου, θα «σκοντάψει» επάνω στο κάλλος του θετού γιου της και θα απολέσει την ισορροπία της. Ζαλισμένη θα βρεθεί να παραδέρνει στο δάσος, κατειλημμένη από τον ίλιγγο ενός συσσωρευμένου, ασφυκτικού πόθου που εκρήγνυται μέσα της ηχηρά, όσο κι αν τον φιμώνει.

Ένα βλέμμα, ένα βήμα, η μυρτιά, κάτι τόσο λίγο τη χωρίζει τώρα από το χάος, στο οποίο και θα ολισθήσει, επιχειρώντας ατελέσφορα να φέρει εις πέρας την άτεγκτη μητρική εντολή. Γιατί είναι η δεύτερη μητέρα της, η Τροφός, εκείνη που θα στείλει την υπνωτισμένη Φαίδρα στον χαμό της. Εκείνη θα κουρδίσει τη μονάκριβη «κόρη» της, ώστε να εκπληρώσει μια επιθυμία (τη δική της;) απαγορευμένη, αιμομικτική, πανταχόθεν καταδικασμένη. Το γάλα θα γίνει –ήταν εξαρχής– φαρμάκι.

φαιδρα Facebook Twitter
Τοποθετημένοι πίσω από μια παραλληλόγραμμη «οθόνη», μαυροφορεμένες φιγούρες σε άσπρο άσπιλο φόντο ‒με μια «νεκρή φύση» στο κέντρο‒, οι ηθοποιοί της παράστασης ξεκινούν την αφήγηση μιλώντας ακατάληπτα ο ένας «πάνω» στον άλλον, απευθύνοντας τα άτακτα και αδιαμόρφωτα «θέλω» τους προς το μέρος μιας «νεκρής φύσης». Φωτ.: Ανδρέας Σιμόπουλος

«Από τη νιότη σου παίρνω τροφή / όπως κάποτε τροφή έπαιρνες με το γάλα μου [...] Τώρα ήρθε η σειρά σου... Και για τις δυο μας θα ’ναι τα κρίματά σου / και για τις δυο τα αγκαλιάσματα,/ οι ηδονές και οι πόνοι...» λέει η Τροφός στην καθηλωμένη Φαίδρα.

Ως ήμισυ αυτού του αφύσικου «τέρατος» –δυο γυναίκες με ένα σώμα–, ως όργανο μηχανικά εμψυχωμένο από μια αλλότρια δύναμη, η Φαίδρα θα καταφθάσει στον τόπο της μοιραίας συνάντησης, ούσα ήδη «σκιάς σκιά», για να καλέσει τον Ιππόλυτο όχι σε ένα, έστω βέβηλο, ερωτικό σμίξιμο αλλά στον θάνατο: «Άλλον ύπνο ονειρεύομαι για μας, ύπνο χωρίς ξύπνημα», θα του πει.

Από τι, λοιπόν, φλέγεται η Φαίδρα της Τσβετάγιεβα; Αν ο έρωτας είναι ζωή, τότε γιατί ξεραίνονται τα φύλλα από την ανάσα της, καθώς κρυφοκοιτάζει γεμάτη ζήλια την παρέα των κυνηγών; Γιατί καλεί τον Ιππόλυτο στο νεκρικό κρεβάτι και όχι στο κρεβάτι του πόθου;

«Ποια είμαι; Τι είμαι;» αναρωτιέται, αναδυόμενη από το παραλήρημά της η Φαίδρα. Καταβροχθισμένη από την Τροφό, ούτε ποια είναι ούτε τι θέλει γνωρίζει: άλλη «ονοματίζει» τον εραστή της (όπως είχε ορίσει κάποτε και τον σύζυγο της ), άλλη γράφει το γράμμα της επιθυμίας της, άλλη προστάζει και σκηνοθετεί τη μαύρη ερωτική σκηνή του τέλους της.

φαιδρα Facebook Twitter
Φωτ.: Ανδρέας Σιμόπουλος

Αλλά και ο Άλλος της, ο ακατονόμαστος, αυτός που ούτε ο ίδιος δεν μπορεί να πει (δεν ξέρει;) το όνομά του, αυτός που αυτοπροσδιορίζεται ως «γιος της Αμαζόνας», ο πετρόκαρδος συνεχιστής του μητρικού μίσους, ο αδιαμφισβήτητος κληρονόμος της φαρέτρας της, αυτός ο αδιαφοροποίητος από τη μητέρα-φύση, αυτός που αποζητά ως παρτενέρ τις απρόσωπες δυνάμεις της χλωροφύλλης και τους ωρυόμενους σκύμνους, ποιος είναι και τι, τελικά, επιθυμεί ο Ιππόλυτος;

Η Φαίδρα ζηλεύει («και τα τομάρια ακόμη»), ο Ιππόλυτος μισεί. Ο ένας αρνείται κάθε άνθρωπο και η άλλη, αποστεγνωμένη από ίδια βούληση, επιθυμεί τον θάνατο. Και τι μπορεί να εισπράξει, εκφέροντας αυτήν τη «δανεική» επιθυμία και εναποθέτοντάς την στα πόδια του Ιππόλυτου, που εξ ορισμού αδυνατεί να την ικανοποιήσει, αν όχι την απόρριψη;

Τοποθετημένοι πίσω από μια παραλληλόγραμμη «οθόνη», μαυροφορεμένες φιγούρες σε άσπρο άσπιλο φόντο ‒με μια «νεκρή φύση» στο κέντρο‒, οι ηθοποιοί της παράστασης ξεκινούν την αφήγηση μιλώντας ακατάληπτα ο ένας «πάνω» στον άλλον, απευθύνοντας τα άτακτα και αδιαμόρφωτα «θέλω» τους προς το μέρος μιας «νεκρής φύσης».

Σ’ αυτόν τον (καταγωγικό) κόσμο, ως πρώτο ισχυρό (ναρκισσιστικό ή κατοπτρικό) δίπολο αναδύεται εκείνο του Ιππόλυτου και ενός συντρόφου του κυνηγού: ο δεύτερος, ενώ μιλά γονατιστός μπροστά στον πρώτο, επιδίδεται σε μια μίμηση πεοθηλασμού. Αφαιρεί τα ρούχα του, αποκαλύπτει τη γύμνια του, «σνιφάρει» την κοιλιά του, ό,τι κι αν κάνει, όμως, ο νεαρός πρίγκιπας από την Τροιζήνα δεν μοιάζει να πολυσυγκινείται.

φαιδρα Facebook Twitter
Η Φαίδρα και η Τροφός, αυστηρές, βλοσυρές, απαράλλαχτα ντυμένες, με ολόιδιες, μακριές φούστες και σφιχτές πλεξούδες (υπάρχει κάτι πάνω τους που δεν ασφυκτιά;), συμπαρασύρονται σ’ έναν αγωνιώδη χορό. Φωτ.: Ανδρέας Σιμόπουλος

Εξίσου κατοπτρικό είναι και το δεύτερο ισχυρό δίδυμο του δράματος: η Φαίδρα και η Τροφός, αυστηρές, βλοσυρές, απαράλλαχτα ντυμένες, με ολόιδιες, μακριές φούστες και σφιχτές πλεξούδες (υπάρχει κάτι πάνω τους που δεν ασφυκτιά;), συμπαρασύρονται σ’ έναν αγωνιώδη χορό.

Τα κατοπτρικά ζεύγη συσπώνται, αναρριχώνται, τσουγκρίζουν τα κεφάλια τους σαν ελάφια που μονομαχούν, σκάβουν τα σώματά τους, τρώνε σπλάχνα ζώων, θηλάζουν, θηλάζονται και πεοθηλάζουν.

Συστηματικά και επίμονα, ο σκηνοθέτης, μαζί με τον υπεύθυνο κινησιολογίας Τάσο Καραχάλιο, επιχειρεί, μάλλον, να παρουσιάσει επί σκηνής κάτι από την καταγωγική, ζωώδη συνθήκη του σώματος που επιθυμεί… Αυτό, όμως, δεν είναι καθόλου απλό. Γιατί ενώ στη θεωρία η χορογράφηση της ζωώδους επιθυμίας φαντάζει ερεθιστική πρόκληση, στην πράξη ανακύπτουν πολλά εμπόδια, που αν δεν υπερπηδηθούν, μπορούν να οδηγήσουν σε αδέξιο αποτέλεσμα.

Γιατί τίποτε δεν αφυδατώνει την επιθυμία του θεατή περισσότερο από την κυριολεξία. Όταν ο ερωτισμός μεταφράζεται μέσα από τις πιο στερεοτυπικές εικόνες του, πολλές απώλειες ακολουθούν.

Δεν είναι μόνο το προφανές, το εύκολο, το αυτονόητο των δράσεων αυτών. Γίνεται ακόμη χειρότερο, όταν οι τελευταίες επιστρατεύονται ως εικονογράφηση του λόγου: αν η Τροφός περιγράφει το πώς βύζαινε τη Φαίδρα και την ίδια στιγμή οι ηθοποιοί αναπαριστούν σκηνικά αυτήν ακριβώς την εικόνα, τότε καταργείται η αξία του λόγου, η σημασία εκβιάζεται να παραδοθεί σε μια μονοσήμαντη ορατότητα, η φαντασία πλήττεται θανάσιμα. Αν το κείμενο λέει «τ’ αγρίμι ξεντερίζει» και ο ηθοποιός μάς το δείχνει, νιώθουμε αίφνης εγκλωβισμένοι σε μια σκηνική πράξη που αυτοαναιρείται. Η κυριολεξία καταργεί τη μεταφορά – και πώς μπορεί να αναπνεύσει η ποίηση χωρίς μεταφορά; Το νόημα πνίγεται απ’ τον σφιχτό εναγκαλισμό του με την ταυτοσημία.

φαιδρα Facebook Twitter
Υποκριτικά διασώζεται μονάχα ο Κωνσταντίνος Αβαρικιώτης, έτσι όπως εμφανίζεται ως ένας τα πανθ’ ορών Θησέας, παρών εν τη απουσία του, μια φιγούρα σχεδόν ιερατική, μια φωνή απαλλαγμένη από πάθη, έμπλεη στωικής κατανόησης και συγχώρεσης, μια φωνή που σηκώνει φευγαλέα το βάρος μας και μας ανακουφίζει. Φωτ.: Ανδρέας Σιμόπουλος

Στην παράσταση η σωματικότητα επιβάλλεται στην ποιητικότητα τεχνητά και ισοπεδωτικά. Ο Μερλό-Ποντί έλεγε ότι η σεξουαλικότητα εξακτινώνεται από τη σωματική περιοχή σαν μια μυρωδιά, σαν ένας ήχος. Δεν έχει να κάνει με το γυμνό ή το ντυμένο στήθος –πανταχού παρόν στην παράσταση– αλλά με μια αίσθηση που αποπνέουν τα πράγματα, τα σώματα, οι ομιλίες.

Δυστυχώς, εδώ όλα συντελούν στο αντίθετο αποτέλεσμα, το πάγωμα της σεξουαλικότητας και των ροών της: σώματα χωρίς παλμό, φυλακισμένα σε ανέμπνευστες φόρμες, ανίκανα να μιλήσουν στη γλώσσα τους, υποταγμένα σε μια γλώσσα «φορεμένη», εξωτερική, κατασκευασμένη από τη νόηση και μάλιστα από τις κυρίαρχες (συχνά στερεοτυπικές) σημασιοδοτήσεις, αυτές ακριβώς που η υψηλή ποίηση της Τσβετάγιεβα αγωνίζεται να υπερβεί.

Δυσάρεστες τονικότητες και στριφνά ηχοχρώματα εκπέμπονται από το ντουέτο Φαίδρας (Στεφανία Γουλιώτη) και Τροφού (Αλεξία Καλτσίκη), σε σημείο που αισθανόμαστε ότι παρακολουθούμε δύο ισότιμα ισχυρές γυναίκες να λογομαχούν αδιέξοδα. Όσο για τον Ιππόλυτο (ως... παραιτημένο τον είδε ο σκηνοθέτης και έτσι τον ερμήνευσε ο Μιχάλης Σαράντης), ουδέποτε αισθανθήκαμε τον σύνδεσμό του με τη Φύση – εκτός αν θεωρήσουμε αρκετό ως πρoς την επίτευξη αυτού του στόχου ένα τομάρι χοίρου ανάρριχτα.

Μ’ αυτά και μ’ αυτά, δεν καταλάβαμε τι καινούργιο κόμισε η Τσβετάγιεβα στη Φαίδρα της (αν και αξίζει να σημειωθεί εδώ η εξαιρετική μετάφραση του Χρήστου Χρυσόπουλου). Ακόμα και οι δεδηλωμένες προθέσεις του δημιουργού για «την ανεύρεση ενός εαυτού λίγο πολύ πιο ζωώδους» και περί του «πώς μπορούμε να ξαναθυμηθούμε τη σχέση μας με τη φύση» ή του πώς οι ήρωες «καταστρέφουν τη φύση, κάνουν δηλαδή αυτό που κάνουμε κι εμείς» δεν νομίζω πως διαυγάστηκαν δραματουργικά.

Δεν ξέρω αν θα είχε ενδιαφέρον μια Φαίδρα με οικολογικές ανησυχίες, πιθανότατα όχι. Αλλά και η εναλλακτική που βιώσαμε δεν είμαι σίγουρη ότι αφύπνισε είτε τα ζωικά είτε τα άλλα μας ένστικτα.

(Υποκριτικά διασώζεται μονάχα ο Κωνσταντίνος Αβαρικιώτης, έτσι όπως εμφανίζεται ως ένας τα πανθ’ ορών Θησέας, παρών εν τη απουσία του, μια φιγούρα σχεδόν ιερατική, μια φωνή απαλλαγμένη από πάθη, έμπλεη στωικής κατανόησης και συγχώρεσης, μια φωνή που σηκώνει φευγαλέα το βάρος μας και μας ανακουφίζει.)

φαιδρα Facebook Twitter
Αν το κείμενο λέει «τ’ αγρίμι ξεντερίζει» και ο ηθοποιός μάς το δείχνει, νιώθουμε αίφνης εγκλωβισμένοι σε μια σκηνική πράξη που αυτοαναιρείται. Η κυριολεξία καταργεί τη μεταφορά – και πώς μπορεί να αναπνεύσει η ποίηση χωρίς μεταφορά; Το νόημα πνίγεται απ’ τον σφιχτό εναγκαλισμό του με την ταυτοσημία. Φωτ.: Ανδρέας Σιμόπουλος

«Φαίδρα» της Μαρίνας Τσβετάγιεβα

Θέατρο Προσκήνιο (Καπνοκοπτηρίου 8, Αθήνα, 210 8256838)

Τετ. 20:00, Πέμ.-Παρ. 21:00, Σάβ. 18:00 & 21:00, Κυρ. 19:00

Σκηνοθεσία: Δημήτρης Καραντζάς

Παίζουν: Κωνσταντίνος Αβαρικιώτης, Στεφανία Γουλιώτη, Αλεξία Καλτσίκη, Νίκος Μάνεσης, Μιχάλης Σαράντης

Μετάφραση: Χρήστος Χρυσόπουλος

Σύμβουλος μετάφρασης: Έλενα Ριζίκοβα

Διασκευή: Θεοδώρα Καπράλου

Βοηθοί σκηνοθέτη: Γκέλυ Καλαμπάκα, Παναγιώτης Γκιζώτης

Σκηνικό: Μαρία Πανουργιά

Κοστούμια: Ιωάννα Τσάμη

Μουσική: Γιώργος Πούλιος

Κίνηση: Τάσος Καραχάλιος

Φωτισμοί: Λευτέρης Παυλόπουλος

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.

Το νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.

Θέατρο
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Ανέστης Αζάς: «Πρέπει ν' αφήσουμε πίσω μας την αντρίλα»

Θέατρο / Ανέστης Αζάς: «Πρέπει ν' αφήσουμε πίσω μας την αντρίλα»

Ο διακεκριμένος σκηνοθέτης ανεβάζει μια παράσταση για τον πατέρα, όσα γνωρίζουμε για την ανατροφή, την πατριαρχία, το διαφορετικό μεγάλωμα αγοριών και κοριτσιών και πώς επηρεάζονται οι ζωές και οι κοινωνίες από αυτήν τη συνθήκη.
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ
Μαρίσσα Τριανταφυλλίδου

Οι Αθηναίοι / Μαρίσσα Τριανταφυλλίδου: «H νέα μου ζωή άρχισε στο ΚΑΤ»

Ήρθε από την Τασκένδη, ήθελε να γίνει νευροεπιστήμονας αλλά τελικά την κέρδισε η ηθοποιία. Ένα ατύχημα έκοψε τη ζωή της στα δύο. Ξεκίνησε πάλι, δεν είδε ποτέ την αναπηρία της μοιρολατρικά και έγινε μια από τις πιο αγαπημένες ηθοποιούς της Ελλάδας. Η Μαρίσσα Τριανταφυλλίδου αφηγείται τη ζωή της στη LifO.
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ
Άρης Μπαλής

Θέατρο / Άρης Μπαλής: «Το ζήτημα είναι πώς βλέπεις το προνόμιό σου και πώς το μαζεύεις»

Ο ηθοποιός μιλάει για την πρόκληση που συνιστά το να υποδύεται έναν διάσημο συνθέτη μέσα στο περιβάλλον της δεκαετίας του ’50, στο πλαίσιο της σχέσης του με μια καταξιωμένη συνθέτρια.
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ
«Ιβάνοφ» ή «Ιβάνοφ!»: Ζοφερή κωμωδία ή ξεκαρδιστικό δράμα;

Θέατρο / «Ιβάνοφ» ή «Ιβάνοφ!»: Ζοφερή κωμωδία ή ξεκαρδιστικό δράμα;

Μια σειρά από συμβάντα που μοιάζουν καθημερινά και την ίδια στιγμή τόσο εξωπραγματικά συγκροτούν το αριστουργηματικό έργο του Τσέχοφ που κάνει πρεμιέρα στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά στις 23 Ιανουαρίου.
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ
ΕΠΕΞ Waacking: Ο street χορός της κουίρ κοινότητας σε ένα φεστιβάλ στην Αθήνα

Χορός / Το waacking είναι γκέι, στρέιτ, κουίρ, αγκαλιάζει τα πάντα

Χορογράφος και βασική συνεργάτιδα της Μαρίνας Σάττι, η Ειρήνη Δαμιανίδου διοργανώνει το πανευρωπαϊκό φεστιβάλ Follow the Waack, συστήνοντας στο ελληνικό κοινό το είδος που γεννήθηκε στα αμερικανικά γκέι κλαμπ.
M. HULOT
Γιατί ο «Οιδίποδας» κάνει απανωτά sold-out;

The Review / Γιατί ο «Οιδίποδας» κάνει απανωτά sold-out;

Μετά τον θρίαμβο σε Λονδίνο και Νέα Υόρκη, ο Ρόμπερτ Άικ σκηνοθετεί με Έλληνες ηθοποιούς τη σύγχρονη διασκευή της τραγωδίας του Σοφοκλή στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση – και ο θρίαμβος συνεχίζεται, με παράταση των παραστάσεων ως τις αρχές Φεβρουαρίου. Η Βένα Γεωργακοπούλου συζητά με τη Στεφανία Γουλιώτη για το έργο και την παράσταση, τον σκηνοθέτη και το ρίσκο που συνιστούν πάντα οι διασκευές αρχαίου δράματος.
ΒΕΝΑ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
Όταν ο Αγγελάκας συναντά τον Μικρό Πρίγκιπα

Θέατρο / Γιάννης Αγγελάκας: «Έχουμε τσαλαπατήσει το παιδί μέσα μας»

Το σύμπαν του «Μικρού Πρίγκιπα» και του δημιουργού του, Αντουάν ντε Σεντ Εξιπερί, ζωντανεύει στη σκηνή της Στέγης από τον Έλληνα τραγουδοποιό με στόχο να υπενθυμίσει την αξία της χαμένης μας παιδικότητας.
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ
Γιώργος Κοτσιφάκης

Χορός / Γιώργος Κοτσιφάκης: «Θέλω και στη ζωή να κάνω όσα συμβαίνουν στη σκηνή»

Του είπαν «δεν θα γίνει χορευτής με τίποτα» – σήμερα θεωρείται από τους καλύτερους χορευτές της Ευρώπης. Ξεκίνησε την καριέρα του συμμετέχοντας στο «2» του Δημήτρη Παπαϊωάννου, και σήμερα κάνει διεθνή περιοδεία με το «My fierce ignorant step».
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ