«Η Αθήνα όλη είναι ξερή. Δεν έχει ούτε ένα φύλλο. Γύρω από τον Άγιο Ελευθέριο (δίπλα στη Μητρόπολη) όμως, που πρέπει να φαίνεται, είναι ζούγκλα από φυτά. Αμαζόνιος» έλεγε ο Πέρης Ιερεμιάδης κάθε φορά που περνούσε απ' έξω. Έκανε διάφορα διαβήματα για την «απελευθέρωση» του ναού που είναι φτιαγμένος από αρχαίες πέτρες και η αλήθεια είναι πως σήμερα είναι ορατός από κάθε μεριά. Λάτρης του φυσικού περιβάλλοντος. «Το τοπιάκι, η θέα από το ταξίδι μας. Λίγη θάλασσα και λίγα βουναλάκια... Πώς να 'ναι αυτό το τοπιάκι όπου να φαίνεται πόσο φευγάτοι είμαστε...» αλλά και των λαϊκών αρχιτεκτονημάτων, ο ζωγράφος και εικαστικός Ιερεμιάδης ήθελε πάντα να αντιστέκεται στην αλλοίωση που επέφερε η σύγχρονη κοινωνία σε καθετί ωραίο. Γεννήθηκε στην Αθήνα στις 15 Ιουνίου του 1939. Ο πατέρας του, Μίλτος, καταγόταν από την Προύσα της Μικράς Ασίας και ήταν από τα ιδρυτικά στελέχη της Αθλητικής Ένωσης Κωνσταντινουπόλεως (ΑΕΚ). Από κει ο Πέρης θα αποκτήσει μια ιδιαίτερη σχέση με τα σπορ και ως αθλητής αλλά κυρίως ως δεινός σχολιαστής ποδοσφαιρικών και όχι μόνο αγώνων. Πίσω από κάθε πάσα έβλεπε τη νοοτροπία, τον πολιτισμό, τα μύχια πάθη και τις συνωμοσίες κάθε εθνότητας.

Πολύ μικρός ταξίδεψε στην Αφρική, όπου και έκανε τις πρώτες τάξεις του δημοτικού, στο Καμερούν. Ταλαιπωρήθηκε από διάφορες αρρώστιες, ακόμα και τύφο. Επέστρεψε στην Ελλάδα όπου τελείωσε, εσωτερικός, το εξατάξιο γυμνάσιο της σχολής Χατζιδάκι. Το 1957 ξανάφησε την Ελλάδα για το Παρίσι. Φοίτησε στη Σχολή Καλών Τεχνών στο τμήμα της ζωγραφικής. Σύχναζε στα τυπογραφεία όπου τύπωνε ο άλλος μεγάλος Έλληνας, ο Τεριάντ, το περιοδικό «Verve», μιλούσε για φιλοσοφία και τέχνη, κάτι που ποτέ δεν χόρτασε στη ζωή του. Έζησε στο Παρίσι έντεκα περίπου χρόνια δουλεύοντας ως σχεδιαστής σε γραφεία αρχιτεκτόνων και μηχανικών. Εκεί απέκτησε και το πρώτο του παιδί, την Κατίνα. Μετακόμισε στη Γερμανία, όπου για δύο χρόνια ζούσε στα περίχωρα της Φρανκφούρτης συντροφιά με τη Γιούλη Δεληγιάννη. Θρυλικές έχουν γίνει οι περιγραφές τους για τη ζωή στο Μέλανα Δρυμό. Πριν γυρίσει οριστικά στην Ελλάδα το 1972, πέρασε και ένα οχτάμηνο στη Ρώμη. Στην Αθήνα απέκτησε άλλο ένα παιδί, τον Μίλτο. Βιοποριζόταν για πολλά χρόνια, ως συνεργάτης σε αρχιτεκτονικά γραφεία, σε εργασίες διακόσμησης καθώς και σε εκδοτικούς οίκους (εκδόσεις τέχνης, χάρτες). Θεωρείτο αυθεντία στην επιλογή χρωμάτων και την εφάρμοσε σε ξενοδοχειακά συγκροτήματα και στην ανακαίνιση μεγάλου μοναστηριακού οικήματος στην Ορμύλια Χαλκιδικής. Καταπιάστηκε ιδιαίτερα με το έργο δύο σπουδαίων καλλιτεχνών, του Γιαννούλη Χαλεπά και του Δημήτρη Πικιώνη. Επιμελήθηκε μια περίτεχνη έκδοση με θέμα το έργο του Χαλεπά και το 2005 φρόντισε μια έκθεση γι' αυτόν στο Ίδρυμα Τηνιακού Πολιτισμού.

Εξέθεσε αρκετά αργά (1977 και 1979) μικρά σχέδια στις Νέες Μορφές. Πρώτη μεγάλη ατομική έκθεση πραγματοποίησε το 1982 στην ίδια γκαλερί. Ακολούθησαν αρκετές ακόμα - Γκαλερί Ιόνη (1989-1991), Γαλλικό Ινστιτούτο Πειραιά, Άστρα (1993, 1995, 2004, 2006) και η τελευταία τον Ιανουάριο του 2007 στο Art Gallery Café στη Βούλα. Ο ίδιος δεν επιθυμούσε να καταταχτεί σε κάποιο καλλιτεχνικό ρεύμα. Απεχθανόταν τη μανιέρα. Αντλούσε την έμπνευσή του από κομμάτια της ζωής. Η φύση, βάρκες, Άι Γιώργηδες, λουλούδια και άλλα απλά, απτά θέματα, που εκφράζουν μια άρρηκτη συνοχή με το ελληνικό στοιχείο, αποτελούν τη θεματολογία του. «Αντί να κλείσει τα πράγματα σε μια τέλεια σύνθεση, που, ορίζοντάς τα, θα τα απονέκρωνε εντός της και θα τα μετέβαλε σε είδωλα, ο Ιερεμιάδης τα εκθέτει σε αυτό που τα καίει και τα γεννάει» γράφει ο Ηλίας Παπαγιανόπουλος. «Ένας δραστικός τεχνίτης παλαιάς κοπής που μας χάριζε τον εαυτό του στα χοντρά κουφάρια καϊκιών, στις αρχαίες καλλιγραφίες, στις πανηγυρικές φιγούρες της διαρκώς αναζητούμενης πληρότητας, στους λιτούς, λαϊκούς χάρτες, στο διακοσμητικό πνεύμα των μεγάλων πνευματικών πολιτισμών» συμπληρώνει ο Αντώνης Ζέρβας. «Η ζωγραφική του Π.Ι., "μικρή", γήινη, απτή, εμπράγματη, δίνει σημασία στο ίδιο το ζωγραφικό πράγμα, στην πράξη, στο αφήγημα και στο αφηγούμενο εξίσου» αναφέρει ο Νίκος Ξυδάκης, για να καταλήξουμε στον ίδιο τον Ιερεμιάδη: «Σαν ένα μπουρίνι κρατάει η ζωή. Πώς μπορεί άραγε να παρασταθεί ο χώρος, δηλαδή ο χρόνος. Γι' αυτό μένει μια τομή μόνο που μπορείς να κάνεις, ή κάνεις κάτι τελείως ακίνητο, διπλωμένο στον εαυτό του...».

Εκτός από το ζωγραφικό του έργο, αρκετές ήταν και οι συνεργασίες του σε εκδοτικά εγχειρήματα. Κόσμησε με σχέδιά του το παλαμικό τεύχος (αρ. 14) του «Εκηβόλου». Σχεδίασε το σήμα των εκδόσεων Το Ροδακιό και του Θεάτρου Σφενδόνη, όπου «ζωγράφισε» στην παράσταση Λίγο απ' όλα του αγαπημένου του Καραγκιόζη με τα σκηνικά και τα κοστούμια του, εικονογράφησε τις Μεταφράσεις του Καρυωτάκη. Από το 1995 αποτέλεσε την εικαστική ψυχή του περιοδικού «Ερουρέμ» (αργότερα «Ίνδικτος») και συνεργάστηκε στενά με τον εκδότη της Ινδίκτου Μανόλη Βελιτζανίδη.

Σ' ένα τσαρδί τσομπάνηδων στο ερημονήσι των Πεταλιών στην Εύβοια περνούσε τα καλοκαίρια του σαν σύγχρονος Ροβινσώνας, παλεύοντας με τις οχιές και τους αγριόγατους. Τον τελευταίο χρόνο της ζωής του τον πέρασε στους Βλάχηδες στην Αίγινα κοντά στη Σοφία Σκούρα. Μακριά από τις τρομερές ιστορίες που λέγονταν γι' αυτόν -π.χ. ότι έβραζε τα παπούτσια του για να μαλακώσει το δέρμα και έραβε πουκάμισα από στρωματσόπανο και αλευρόσακους για να έχει γνήσιο μπαμπάκι- και κουρασμένος από τη λευχαιμία. Ζωγράφιζε πια μόνο με χώμα. Δεν ήθελε ποτέ φαρμακευτική αγωγή. «Στα χρώματά μου δεν βάζω χημικά», έλεγε, «θα βάλω στο σώμα μου;». Θεωρούσε ανέκαθεν πως «η πιο μεγάλη υποχρέωση του ανθρώπου είναι η συνάντηση με το θάνατο». Η «συνάντηση» αυτή έγινε στις 12 Μαΐου του 2007. Στην κηδεία του ζωγράφου, οι πολλοί φίλοι και συγγενείς μπερδεύτηκαν στις δύο εκκλησιές και προς στιγμήν ξεκίνησαν να συμμετάσχουν σε ακολουθία άλλου. Τη συγκίνηση έσπασαν κάποια χαμόγελα και η ατάκα «ε, αυτό είναι Πέρης!».

Ο Πέρης Ιερεμιάδης άφησε πίσω του μια κόρη, την Κατίνα, που ζει στο Παρίσι και έναν γιο, τον Μίλτο, που ζει στην Αθήνα.