Carel Fabritius, «Η Καρδερίνα», 1654. Μουσείο Mauritshuis, Χάγη
Carel Fabritius, «Η Καρδερίνα», 1654. Μουσείο Mauritshuis, Χάγη

 

Αρκεί μια ματιά στο εξώφυλλο, στο μικρό πτηνό που ξεπηδάει μέσα από τη σκισμένη σελίδα, για να αντιληφθεί κανείς την προγραμματική εξαγγελία της επικής σχεδόν Καρδερίνας: ένα όμορφο πλάσμα και συνάμα ένα σύμβολο αθωότητας δεσπόζει στον μικροσκοπικό πίνακα του Φαμπρίτσιους. Ο πίνακας αυτός που συνοψίζει μαζί την αγιότητα και τη διαφθορά διαπερνά όλη την αφήγηση, γίνεται ταυτόχρονα η λύτρωση και η καταστροφή για τον μικρό Θίο Ντέκερ και τελικά ταυτίζεται με το σημείο όπου η ζωή συναντά κυριολεκτικά τον θάνατο. Η «Καρδερίνα» καταφέρνει αυτό που επιχειρεί το ίδιο το βιβλίο ως αφήγημα: να ανακαλύψει τον χαμένο κόσμο της αθωότητας που στέρησε από τον ήρωα τόσο πρόωρα ο θάνατος αλλά και να θυμίσει στον αναγνώστη τον χαμένο κόσμο της λογοτεχνίας που έμεινε κρυμμένος κάτω από στοίβες θεωριών, αναλύσεων και παράδοξων θέσεων για το πώς πρέπει να συγκροτείται η αποσπασματική, έκκεντρη αφήγηση και πώς όχι. Η λογοτεχνία οφείλει να επιστρέψει στις ρίζες της και η αθωότητα να βρει το νήμα της αρχέγονης έκφρασής της.


Όλα αυτά η Ταρτ τα εκφράζει στις σελίδες της με μια ακήρατη απλότητα που πρεσβεύει ότι ένα βιβλίο πρέπει να γράφεται, να διαβάζεται και να απο-καλύπτεται με την ανεξήγητη και αβίαστη αμεσότητα που έχουν η λεπτομέρεια ενός πίνακα, η ένταση του χρώματος, η πρώτη φρεσκάδα της ημέρας. Επιστροφή στις ρίζες και στην πρώτη εκείνη απόλαυση που έφερε τον κόσμο κοντά στα μεγάλα έργα τέχνης και τον έκανε να κοιτάζει από τις λάσπες στ' αστέρια. Αν κάτι κάνει η σχοινοτενής έως εξαντλητική χρήση της πένας της Ταρτ, είναι να αποκαλύπτει τα πράγματα στην πρωθύστερη και αρχέγονη καταγωγή τους – όπως αντίστοιχα συμβαίνει με το Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο του Προυστ, που επαναφέρει το σύμπαν στην πρωτόγνωρη αμεσότητά του. «Διεκδικώ με το βιβλίο μου το δικαίωμα στην παιδική και ξέφρενη απόλαυση που νιώθει ο αναγνώστης όταν γυρνάει με αγωνία τις σελίδες» επέμενε εκ των υστέρων η Ταρτ, εξηγώντας σε δημοσιογράφο του BBC το μανιφέστο της. Αυτό εντέλλεται τελικά και η ίδια η λογοτεχνία: μέχρι να τη χωρίσει ο θάνατος, θα μπορεί να αναζητάει το χαμένο νόημα στα πράγματα μέσα από τη μεταφορική σκέψη, με τον συμβολισμό της μυθοπλαστικής διαδικασίας.


Αντίστοιχα και ο Θίο Ντέκερ, ένα ορφανό που περνάει διά πυρός και σιδήρου για να καταλήξει να δοκιμάσει κάθε είδους εμπειρία και να περάσει με άνεση στην παρανομία, εμμένει στην ενατένιση της αιώνιας ομορφιάς που η ζωή προσπαθεί να του στερήσει με κάθε τρόπο. Μέχρι να συμβεί –πολύ νωρίς, είναι αλήθεια– το απροσδόκητο συμβάν του θανάτου, είχε σχεδόν τα πάντα: ένα όμορφο διαμέρισμα στο Μανχάταν, μια καλόβολη κι αγαπησιάρα μάνα, πολλαπλές πολιτιστικές αναφορές κι εμπειρίες και όλες τις περγαμηνές για να διαπρέψει. Μετά, όμως, την τραγικότερη αυτή απώλεια της ζωής του, το μόνο που έμεινε να του θυμίζει τη χαμένη αθωότητα είναι ο πίνακας που καταφέρνει να κλέψει από το τραγικό συμβάν στο μουσείο. Και η αλήθεια είναι ότι μόνο ένας πρωταγωνιστής που αμφισβητεί τόσο την υλική ευτέλεια, το καθημερινό, την υλικότητα του βιώματος, μπορεί να βρει καταφύγιο και παρηγοριά σε έναν πίνακα. Κι αυτός ο παράδοξος και ιδιότυπος ιδεαλισμός διαπερνά κάθε στιγμή της ζωής του. Ακόμη και στο Λας Βέγκας, στην ατελείωτη terra incognita του τζόγου και της χαμέρπειας, στα ξενύχτια τα ποτισμένα με πλαστικές τροφές και ναρκωτικά, ο ήρωας ζει τον πλατωνικό του έρωτα με τον φίλο του τον Μπόρις. Μέσα στις πιο άγριες σκέψεις εκείνος θα αναζητήσει τη στιγμή όπου η ομορφιά συναντά τον έρωτα και η λογοτεχνική επιταγή τον φετιχισμό της λεπτομερούς αφηγηματικής διαδικασίας. Κάθε αίσθηση, κάθε σωματική ανταπόκριση, έχουν σημασία για τον Θίο και την Ταρτ. Και είναι αυτή που ως παντοδύναμη συγγραφέας θα μεταμορφώσει το πιο διεφθαρμένο αποπαίδι –τον Πολωνό, ουκρανικής καταγωγής, μετανάστη φίλο–σε αστείρευτη πηγή έμπνευσης για τον έφηβο πρωταγωνιστή της, ξεμπερδεύοντας μια και καλή με τις φυλετικές ή αισθητικές προκαταλήψεις.

 

Με άλλα λόγια, αυτό που θέλει να πει και διεκδικεί η Ταρτ είναι ότι ακόμα και στο πιο σκληρό αφήγημα που καταγράφει τις τραγικές στιγμές που βιώνει ένας άνθρωπος του σήμερα –ένα ανέστιο ορφανό χωρίς έρμα και χωρίς πατρίδα, ριγμένο χωρίς στεγανά στην αγριότητα της σύγχρονης μεγαλούπολης– θα βρει κανείς τη δική του διέξοδο προς την αιωνιότητα και την ομορφιά.

 

Είτε χειμώνα, είτε καλοκαίρι, οι μέρες ήταν εκτυφλωτικές. Ο αέρας της ερήμου έκαιγε τα ρουθούνια μας κι έγδερνε τον λαιμό μας. Όλα ήταν αστεία, όλα μας έκαναν να γελάμε. Μερικές φορές, ακριβώς πριν από τη δύση του ήλιου, τη στιγμή που το γαλάζιο του ουρανού άρχιζε να σκουραίνει σε βιολετί, είχαμε εκείνα τα μανιασμένα, ηλεκτρικά φορτισμένα σύννεφα που παρέπεμπαν σε πίνακα του Μάξφιλντ Πάρις να κατρακυλάνε λευκόχρυσα προς την έρημο, σαν τη θεϊκή αποκάλυψη που οδήγησε τους Μορμόνους στη Δύση. "Govorite medlenno", έλεγα, "Μιλήστε αργά", και "Povtorite, pozhaluysta", "Επαναλάβετε παρακαλώ". Αλλά ήμασταν τόσο συντονισμένοι μεταξύ μας, ώστε δεν χρειαζόταν να μιλάμε, αν δεν είχαμε όρεξη. Πνιγμένοι στα γέλια, είχαμε τον τρόπο να συνεννοούμαστε με ένα ανασήκωμα του φρυδιού ή μια σύσπαση των χειλιών. Τα βράδια τρώγαμε καθισμένοι οκλαδόν στο πάτωμα, αφήνοντας λιγδερές δαχτυλιές στα βιβλία μας. Οι κακές διατροφικές μας συνήθειες μας οδήγησαν στον υποσιτισμό, με ανοιχτές καφετιές κηλίδες στα μπράτσα και στα πόδια μας – σημάδια αποβιταμίνωσης, αποφάνθηκε η σχολική νοσοκόμα που μας έκανε από μια οδυνηρή ένεση στον πισινό και μας έδωσε από ένα χρωματιστό μπουκαλάκι με μασώμενα δισκία βιταμινών».


Ακόμη και οι πιο αποσυνάγωγες διαδικασίες και οι πιο οδυνηρές προοπτικές –δυο παιδιά ορφανά και απροστάτευτα, τέκνα κακοποιημένων πατεράδων, εγκαταλελειμμένα στο έλος της παρανομίας και των ουσιών– μπορούν και να ανακαλύπτουν τη μαγεία της ομορφιάς. Σε κάθε φευγαλέα στιγμή, όπως στα μύχια κάθε ψυχισμού, φωλιάζει μια αθανασία που ούτε καν υποψιαζόμαστε. Και μέσα από το κατράμι κάθε οδυνηρής εμπειρίας μπορεί να ανακαλύψει κανείς την αιωνιότητα που υποφώσκει αινιγματικά. Θέλοντας να ερμηνεύσει τη ζωή του ως ένα γαϊτανάκι οριακών εμπειριών, χωρίς όμως τη δραματοποίηση που θα ταίριαζε σε τόσο άσχημες περιστάσεις, ο Θίο, ως πρωτοπρόσωπος αφηγητής, γίνεται ο ιστορικός των εξάρσεων που ποτέ δεν βιώθηκαν. Εξού και το ότι ακόμη και στις πιο τραγικές στιγμές αναζητάει την παρηγοριά της αθωότητας και της ομορφιάς: τη στιγμή του θανάτου της μητέρας του ανακαλύπτει τον έρωτά του για την κοκκινομάλλα με το παιδικό όνομα Πίπα που στιγματίζει ολόκληρη τη ζωή του, τη στιγμή του θανάτου του πατέρα του συνειδητοποιεί τον κρυφό του και σχεδόν αδήλωτο έρωτα για τον κολλητό του Μπόρις, την ώρα που εισέρχεται στον κόσμο της παρανομίας χαίρεται με το παιχνίδι της εξαπάτησης που του επιτρέπουν τα ψευδεπίγραφα έργα τέχνης. Κανένα από τα περιστατικά της ζωής του δεν γίνεται αποκύημα ενός ωμού ρεαλισμού, αλλά μιας υπέροχης λογοτεχνικής συνθήκης – κι αυτός είναι ο λόγος που οι κριτικοί επέμεναν ότι η Καρδερίνα μοιάζει τόσο με τον Ντίκενς. Ωστόσο, υπάρχουν κι άλλοι λόγοι που το μυθιστόρημα της Ταρτ ανήκει στα κατάστιχα της πιο υψηλής αφηγηματικής συνθήκης: αν ένας κοινωνιολόγος κατέγραφε τις ταξικές μετατοπίσεις που βιώνει ο ήρωας στο βιβλίο, μεταπηδώντας από τα αστραφτερά σαλόνια του Μανχάταν –κι αυτά ωστόσο φορτωμένα με αρρώστια και οδυνηρά μυστικά– στην αλήθεια των δρόμων ή ένας ανθρωπολόγος εξηγούσε τις πολιτισμικές διαφορές από τη μια πόλη στην άλλη, ένας λογοτέχνης όπως η Ταρτ θυσιάζει το απτό και το εύλογο στην ομορφιά της αθωότητας. Περισσότερο από την ταξικότητα που διαπνέει τα αφηγήματα του Ντίκενς, η Ταρτ παρασύρεται από την αμεσότητα που κρύβουν τα παραμύθια που άκουγε από μικρή στον αμερικανικό Νότο. Μέσα στις σελίδες της υπάρχουν λεπτοκεντημένοι οι άγριοι συμβολισμοί της νότιας αφήγησης, το νοτισμένο χώμα, τα ηλιοβασιλέματα που ενέπνεαν οι γκοθ θρύλοι και δοξασίες. Πίσω από την Καρδερίνα της κρύβονται οι αιματοβαμμένες σελίδες του Εν Ψυχρώ του Καπότε, οι αλλόκοτες αλληγορικές μετατοπίσεις του Φώκνερ, η υγρασία που φωλιάζει στις ψυχές και ποτίζει βαθιά την ιδιοσυγκρασία κάθε λογοτέχνη της περιοχής (χαρακτηριστικό το παράδειγμα του έργου Καλοκαίρι και Καταχνιά του Τένεσι Ουίλιαμς). Εξού και το ότι κάθε εναλλαγή του καιρού ή του περιβάλλοντος διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο για τον ψυχισμό. Κάθε λεπτομέρεια μετράει γιατί είναι το μέτρο που κρίνει την αυθεντικότητα των ανθρώπων και των πραγμάτων. Έτσι αναμοχλεύεται η χαμένη αθωότητα και φωτίζεται για πάντα η αλήθεια:


«Αλλά δεν μπορούσα. Ήταν αληθινός. Το ήξερα, ακόμη και μέσα στο μαύρο σκοτάδι. Ανάγλυφη πινελιά με κίτρινη πινελιά στη φτερούγα και πούπουλα χαραγμένα με το πίσω μέρος του πινέλου. Ένα σπάσιμο στην πάνω αριστερή γωνία που δεν υπήρχε πριν, αμελητέα ζημιά το πολύ δυο χιλιοστών, αλλά κατά τα άλλα αψεγάδιαστο. Εγώ είχα αλλάξει, αλλά ο πίνακας ούτε στο ελάχιστο. Κι όπως τρεμόπαιζαν πάνω του σε λωρίδες τα φώτα, είχα την αλλόκοτη αίσθηση ότι η δική μου ζωή ήταν, συγκριτικά, μια απροσχεδίαστη κι εφήμερη έκρηξη ενέργειας, ένας συριγμός βιολογικού στατικού ηλεκτρισμού το ίδιο τυχαίος όσο κι οι φανοστάτες που περνούσαμε με ταχύτητα».


Στο απόσπασμα που απέδωσε με μεταφραστική οξυδέρκεια η Χριστιάννα Σακελλαροπούλου αποκαλύπτεται η σωτήρια χρήση της μεταφοράς που εξάγει το αιώνιο από το απτό και το τετριμμένο. Μέσα από την απάτη και τη φαινομενικότητα των κοσμικών συγχρωτισμών και των εκρηκτικών έως βίαιων συμβάντων, η εκλέπτυνση και το πνεύμα της Ταρτ αφήνουν την εντύπωση μιας αδυσώπητης αυτάρκειας. Έτσι, ο ήρωάς της δεν είναι μόνο ένας σύγχρονος survivor αλλά και αυτός που ό,τι και αν συμβεί θα επιστρέφει στο πλεονέκτημα της αθωότητας που του χάρισε για πάντα η τέχνη. Το συγκεκριμένο και το βιωμένο έχουν σημασία γιατί ακόμη και στην πιο απογυμνωμένη τους αλήθεια ευνοούν τη βαθύτητα και την αθανασία. Με άλλα λόγια, αυτό που θέλει να πει και διεκδικεί η Ταρτ είναι ότι ακόμα και στο πιο σκληρό αφήγημα που καταγράφει τις τραγικές στιγμές που βιώνει ένας άνθρωπος του σήμερα –ένα ανέστιο ορφανό χωρίς έρμα και χωρίς πατρίδα, ριγμένο χωρίς στεγανά στην αγριότητα της σύγχρονης μεγαλούπολης– θα βρει κανείς τη δική του διέξοδο προς την αιωνιότητα και την ομορφιά. Αυτό είναι το δικαίωμα που μας προσφέρει αμεσολάβητα, άμεσα και απλά η Καρδερίνα, ακόμα και στην ανελέητη υπερβολή της. Με την εξαντλητική λεπτομέρεια των χιλίων σχεδόν σελίδων η Ντόνα Ταρτ δεν έσωσε τον πρωταγωνιστή της αλλά τις ίδιες τις ζωές μας.