Κριτική σε αδιέξοδο

Κριτική σε αδιέξοδο Facebook Twitter
Η μεγέθυνση των όρων της θεατρικής αγοράς εξελίσσεται σ' ένα παράδοξο... Εικονογράφηση: Aτελιέ / LΙFO
2

Αυτό το ανοικονόμητο που συμβαίνει στη θεατρική αγορά της Αθήνας τα τελευταία χρόνια αρχίζει πλέον να γίνεται τρομακτικό: ο αριθμός των παραστάσεων, που χρόνο με τον χρόνο αυξανόταν, φέτος θα ξεπεράσει κάθε προηγούμενο. Μαζί αυξάνονται οι κάθε λογής θεατρικές διοργανώσεις (αναλόγια νέων έργων, φεστιβάλ νέων καλλιτεχνών, περφόρμανς, stand-up comedy, θεατρικής γραφής κ.ο.κ.) όπως και οι χώροι των παραστάσεων – μέχρι και σε ταβέρνα είδα πέρσι ένα μονόπρακτο, με ήρωες ένα ζευγάρι που, υποτίθεται, έτρωγε σ' ένα τραπέζι ανάμεσα στους πελάτες!


Η χαώδης και εν πλήρει συγχύσει κατάσταση έχει να κάνει με τις εκατοντάδες νέων που αποφοιτούν κάθε χρόνο από τις δραματικές σχολές. Το κράτος αρνείται να βάλει τάξη στη λειτουργία των δραματικών σχολών, κι αν υπολογίσει κανείς και τα τμήματα δραματικών σπουδών διαφόρων ΙΕΚ, οι αριθμοί των επίδοξων ηθοποιών ξεφεύγουν πέρα από κάθε λογικό συσχετισμό. Κι ενώ όλοι οι «φτασμένοι» άνθρωποι του χώρου διαμαρτύρονται για το χαμηλό επίπεδο της εκπαίδευσης που παρέχεται, δεν είναι λίγοι αυτοί που συμμετέχουν σ' αυτή την αθλιότητα, διδάσκοντας την... εμπειρία τους.


(Πώς να χαρακτηρίσει κανείς την τηλεοπτική διαφήμιση δραματικής σχολής στην οποία εμφανίζεται μια σειρά ηθοποιών της νεότερης γενιάς, που σπούδασαν στην εν λόγω σχολή μετά τον θάνατο του ιδρυτή της, Βασίλη Διαμαντόπουλου, και η οποία κλείνει με τη Ζέτα Μακρυπούλια να λέει «Σ' ευχαριστούμε, δάσκαλε»; Η παρακμή έχει πολλές εκφάνσεις.)

Η επιπόλαιη και αυτοαναφορική ανάγκη των πολλών (που γράφουν, σκηνοθετούν και παίζουν) να «εκφραστούν» οδηγεί σ' αυτό το πλήθος μέτριων, ασήμαντων ή χωρίς στόχο παραστάσεων που επιμένει να μεγαλώνει.


Η μεγέθυνση των όρων της θεατρικής αγοράς εξελίσσεται σ' ένα παράδοξο. Γιατί αφορά αύξηση αυτοτροφοδοτούμενη, που δεν έχει να κάνει ούτε με αύξηση της ζήτησης, ούτε με άξια προσοχής, υπερχειλίζουσα καλλιτεχνική δυναμική, ούτε βέβαια με αύξηση του χρήματος που κυκλοφορεί. Πράγματι, μέσα σ' αυτό το (πραγματικό) σκηνικό γενικής κατάρρευσης, μέσα σ' αυτή την εκκωφαντική κρίση, δεν υπάρχει τίποτα ευκολότερο από το να κάνει κανείς θέατρο. Τα ενοίκια έχουν πέσει, δεν υπάρχει απαίτηση για ασφαλιστική κάλυψη και κανονική αμοιβή των εμπλεκομένων σε μια παράσταση και η πλειονότητα βολεύεται σε συμφωνίες τύπου «μοιραζόμαστε ό,τι συγκεντρώσουμε από τα εισιτήρια». Συμβαίνει αυτό που είπε κάποτε η Μάγια Λυμπεροπούλου: «απο-επαγγελματοποίηση» του θεάτρου. Το φαινόμενο έχει μια ευγενική, ρομαντική διάσταση, αυτήν της ανιδιοτελούς προσφοράς χάριν ενός ανώτερου σκοπού, της καλλιτεχνικής πράξης. Είναι, όμως, έτσι;


Σε μια ομιλία του για τον Όμιλο των Φίλων του Θεάτρου Τέχνης τον Αύγουστο του 1943, ο Κάρολος Κουν είπε, μεταξύ άλλων: «Χρειάζεται σκληρότητα και πνεύμα αγωνιστή. Για να φτάσουμε να είμαστε καλλιτέχνες άξιοι της αποστολής μας, πρέπει πρώτα να φτιάξουμε τον εσωτερικό μας κόσμο, πρέπει να πλουτίσουμε τους εαυτούς μας και να αποβάλουμε τις φτήνιες που ο καθένας μας σέρνει πίσω του. Αμαρτήματα αταβισμού, αμαρτήματα κακής διαπαιδαγώγησης, αμαρτήματα αμορφωσιάς. Η Τέχνη είναι μεγάλη. Θα την πλησιάσουμε με ευλάβεια και σεβασμό. Δεν έχουμε το δικαίωμα να την κατεβάζουμε στο ανάστημά μας. Αυτή η τάση, ιδίως στο θέατρο, είναι κάτι το συνηθέστατο. Κατά γενικό κανόνα κανένας ηθοποιός δεν θεωρεί κανέναν ρόλο πάνω από τις δυνάμεις του. Έχει σχεδόν μια έμφυτη τόλμη για το καθετί, μια τόλμη που πηγάζει από τη βαθύτερη αμάθεια και τον πιο φθηνό αριβισμό. Το όλο θέατρο, και το λέω με πόνο, χωρίς να επιρρίψω σε κανέναν μομφή, στηρίζεται σε βάσεις σαθρές. Και τo ξέρουμε λίγο-πολύ όλοι μας, όσοι εργαζόμαστε σ' αυτό. Το θέατρο, όπως εμφανίζεται, δεν είναι Τέχνη, δεν έχει σκοπό να ανυψώσει το πνευματικό επίπεδο του λαού μας, δεν επιδιώκει να μορφώσει ολοένα περισσότερους ανθρώπους ψυχικά πλατιά». Είναι λυπηρό να διαπιστώνεις ότι, 70 χρόνια μετά, σαν να μην έχει αλλάξει τίποτα.

Τι σημαίνει θέατρο; Τι αξίζει να παρουσιάζεται στο θέατρο; Καιρός να απαντήσουμε ξανά στα παλιά ερωτήματα.


Ο Κουν πρότεινε το μοντέλο της κλειστής, απολύτως αφοσιωμένης στην τέχνη του θεάτρου ομάδας, κι έγραψε Ιστορία. Εννοείται ότι στον χρόνο που μεσολάβησε οι συνθήκες ζωής και παραγωγής τέχνης άλλαξαν. Δεν ωραιοποιώ το παρελθόν, ούτε υποστηρίζω ότι το ελληνικό θέατρο δεν γνώρισε μια άνευ προηγουμένου άνθηση την εικοσαετία 1985-2005 (χονδρικά). Αλλά τα πισωγυρίσματα στον ιστορικό χρόνο είναι μάλλον συνήθη και καλό είναι να διακρίνουμε πότε η εξέλιξη είναι απλώς μεταβολή. Τώρα που πλέον εξέλιπε ο άλλος μεγάλος αφοσιωμένος που έγραψε Ιστορία, ο Λευτέρης Βογιατζής, και η σύγχυση, η ελαφρότητα και η ευκολία χαρακτηρίζουν την πλειονότητα των παραστάσεων, είναι ανάγκη να ξαναδούμε τα βασικά. Μπορεί η λέξη «αποστολή» που χρησιμοποιούσε ο Κουν να ακούγεται σήμερα ξεπερασμένη, αλλά το «κάνω μια παράσταση» δεν μπορεί να σημαίνει μόνο «έχω ανάγκη να εκφραστώ καλλιτεχνικά». Η επιπόλαιη και αυτοαναφορική ανάγκη των πολλών (που γράφουν, σκηνοθετούν και παίζουν) να «εκφραστούν» οδηγεί σ' αυτό το πλήθος μέτριων, ασήμαντων ή χωρίς στόχο παραστάσεων που επιμένει να μεγαλώνει.


Διάβασα τις κριτικές για την παράσταση Ρωμαίος και Ιουλιέτα για 2 (μεταξύ άλλων υπερβολών ότι είναι «ο καλύτερος Ρωμαίος και Ιουλιέτα που έχει παιχτεί τα τελευταία σαράντα χρόνια στο ελληνικό θέατρο») και πήγα στο θέατρο Θησείον με αυξημένες προσδοκίες. Δεν επρόκειτο για το έργο του Σαίξπηρ αλλά για μια διασκευή της ιστορίας από τον (σκηνοθέτη και μουσικό) Κώστα Γάκη και δύο νέους ηθοποιούς, την Αθηνά Μουστάκα και τον Κωνσταντίνο Μπιμπή. Η σκηνική αφήγηση (με αποσπάσματα από το αυθεντικό σαιξπηρικό κείμενο) αφορούσε το «στοίχημα» των ταλαντούχων ερμηνευτών να αποδώσουν όλους τους ρόλους με αυτοσχεδιαστική ελευθερία και ελάχιστα σκηνικά αντικείμενα. Αναμφισβήτητες υποκριτικές δυνατότητες, πολλή ζωντάνια και χιούμορ, καθόλου ποίηση, καμία συγκίνηση. Άρα;


Στο Υπόγειο του Θεάτρου Τέχνης, πάλι, παίζονται δύο ωριαία έργα: το Αλμανάκ της Μαριάννας Κάλμπαρη και το Ασκήσεις για γερά γόνατα του Ανδρέα Φλουράκη. Και τα δύο αναφέρονται στην Ελλάδα της κρίσης. Το πρώτο είναι μια μικρή, καλογραμμένη και με ενδιαφέρουσα δομή επιθεώρηση που ερμήνευσαν θαυμάσια, σκηνοθετημένοι από τον Παντελή Δεντάκη, ο Σπύρος Γραμμένος (έπαιζε και μπάσο), η Ανθή Ευστρατιάδου, η Αριάδνη Καβαλιέρου, ο Νέστωρ Κοψιδάς, η Κατερίνα Λυπηρίδου και ο Ορέστης Τζιόβας. Βέβαια, όπως ανέκαθεν συμβαίνει με τα επιθεωρησιακά έργα, η σκηνική τους αξία είναι συνδεδεμένη με την εποχή στην οποία αναφέρονται. Αύριο μόνο θεατρολογικά θα ενδιαφέρει το Αλμανάκ.


Το δεύτερο, του Ανδρέα Φλουράκη, που σκηνοθέτησε ο Γιάννης Μόσχος, εκθέτει τον εξευτελισμό που υφίστανται δύο εργαζόμενοι από τη συναισθηματικώς ανάπηρη εργοδότριά τους – υπό τον φόβο της απόλυσης, υποκύπτουν σε κάθε ταπεινωτική απαίτησή της. Επιπλέον στοιχείο σύνδεσης του έργου με την επικαιρότητα ο γιος της εργοδότριας, που μεγάλωσε με νταντάδες και ηλεκτρονικά παιχνίδια και τώρα έχει υιοθετήσει τις απόψεις της Χρυσής Αυγής. Αναρωτιέμαι τι θα έλεγε ο συγγραφέας στην παρέα του αν αυτό το έργο το είχε γράψει άλλος και ο ίδιος το παρακολουθούσε ως θεατής. Κατά τη δική μου γνώμη, πρόκειται για έργο που δεν έχει να πει κάτι, που δεν υπήρχε κάποιος λόγος για να ανεβεί.


Τι σημαίνει θέατρο; Τι αξίζει να παρουσιάζεται στο θέατρο; Καιρός να απαντήσουμε ξανά στα παλιά ερωτήματα.

2

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Μαρίσσα Τριανταφυλλίδου

Οι Αθηναίοι / Μαρίσσα Τριανταφυλλίδου: «H νέα μου ζωή άρχισε στο ΚΑΤ»

Ήρθε από την Τασκένδη, ήθελε να γίνει νευροεπιστήμονας αλλά τελικά την κέρδισε η ηθοποιία. Ένα ατύχημα έκοψε τη ζωή της στα δύο. Ξεκίνησε πάλι, δεν είδε ποτέ την αναπηρία της μοιρολατρικά και έγινε μια από τις πιο αγαπημένες ηθοποιούς της Ελλάδας. Η Μαρίσσα Τριανταφυλλίδου αφηγείται τη ζωή της στη LifO.
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ
Άρης Μπαλής

Θέατρο / Άρης Μπαλής: «Το ζήτημα είναι πώς βλέπεις το προνόμιό σου και πώς το μαζεύεις»

Ο ηθοποιός μιλάει για την πρόκληση που συνιστά το να υποδύεται έναν διάσημο συνθέτη μέσα στο περιβάλλον της δεκαετίας του ’50, στο πλαίσιο της σχέσης του με μια καταξιωμένη συνθέτρια.
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ
«Ιβάνοφ» ή «Ιβάνοφ!»: Ζοφερή κωμωδία ή ξεκαρδιστικό δράμα;

Θέατρο / «Ιβάνοφ» ή «Ιβάνοφ!»: Ζοφερή κωμωδία ή ξεκαρδιστικό δράμα;

Μια σειρά από συμβάντα που μοιάζουν καθημερινά και την ίδια στιγμή τόσο εξωπραγματικά συγκροτούν το αριστουργηματικό έργο του Τσέχοφ που κάνει πρεμιέρα στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά στις 23 Ιανουαρίου.
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ
ΕΠΕΞ Waacking: Ο street χορός της κουίρ κοινότητας σε ένα φεστιβάλ στην Αθήνα

Χορός / Το waacking είναι γκέι, στρέιτ, κουίρ, αγκαλιάζει τα πάντα

Χορογράφος και βασική συνεργάτιδα της Μαρίνας Σάττι, η Ειρήνη Δαμιανίδου διοργανώνει το πανευρωπαϊκό φεστιβάλ Follow the Waack, συστήνοντας στο ελληνικό κοινό το είδος που γεννήθηκε στα αμερικανικά γκέι κλαμπ.
M. HULOT
Γιατί ο «Οιδίποδας» κάνει απανωτά sold-out;

The Review / Γιατί ο «Οιδίποδας» κάνει απανωτά sold-out;

Μετά τον θρίαμβο σε Λονδίνο και Νέα Υόρκη, ο Ρόμπερτ Άικ σκηνοθετεί με Έλληνες ηθοποιούς τη σύγχρονη διασκευή της τραγωδίας του Σοφοκλή στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση – και ο θρίαμβος συνεχίζεται, με παράταση των παραστάσεων ως τις αρχές Φεβρουαρίου. Η Βένα Γεωργακοπούλου συζητά με τη Στεφανία Γουλιώτη για το έργο και την παράσταση, τον σκηνοθέτη και το ρίσκο που συνιστούν πάντα οι διασκευές αρχαίου δράματος.
ΒΕΝΑ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
Όταν ο Αγγελάκας συναντά τον Μικρό Πρίγκιπα

Θέατρο / Γιάννης Αγγελάκας: «Έχουμε τσαλαπατήσει το παιδί μέσα μας»

Το σύμπαν του «Μικρού Πρίγκιπα» και του δημιουργού του, Αντουάν ντε Σεντ Εξιπερί, ζωντανεύει στη σκηνή της Στέγης από τον Έλληνα τραγουδοποιό με στόχο να υπενθυμίσει την αξία της χαμένης μας παιδικότητας.
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ
Γιώργος Κοτσιφάκης

Χορός / Γιώργος Κοτσιφάκης: «Θέλω και στη ζωή να κάνω όσα συμβαίνουν στη σκηνή»

Του είπαν «δεν θα γίνει χορευτής με τίποτα» – σήμερα θεωρείται από τους καλύτερους χορευτές της Ευρώπης. Ξεκίνησε την καριέρα του συμμετέχοντας στο «2» του Δημήτρη Παπαϊωάννου, και σήμερα κάνει διεθνή περιοδεία με το «My fierce ignorant step».
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ
Ο takis ξεκίνησε από το Κιάτο και έφτασε στα κορυφαία θέατρα του κόσμου

Θέατρο / Ο takis ξεκίνησε από το Κιάτο και έφτασε στα κορυφαία θέατρα του κόσμου

Έχει υπογράψει μερικά από τα πιο τολμηρά ανεβάσματα των τελευταίων ετών. Έφτασε στην πεντάδα υποψηφιοτήτων των Διεθνών Βραβείων Όπερας 2025. Ποιος είναι ο ταλαντούχος Έλληνας σκηνογράφος και ενδυματολόγος;
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ

σχόλια

2 σχόλια
Συμφωνώ για τα σχόλια περί πολλών και ανούσιων παραστάσεων… θα ήθελα να κάνω κάποιες ερωτήσεις στη γεμάτη βεβαιότητες αρθρογράφο: Γιατί είναι τόσο κακό τελικά να γίνονται πολλές παραστάσεις; Γιατί είναι τόσο κακό τελικά να γίνεται μια παράσταση σε μια ταβέρνα; Η τέχνη θέλει πράξη, ο κάθε καλλιτέχνης χρειάζεται να τολμάει, να δοκιμάζει, να αποτυγχάνει. Εκτός και αν όλοι οι καλλιτέχνες θα πρέπει να περιμένουν να κάνουν τέχνη μέσα από τα μεγάλα θέατρα και τους ελληνικούς θεσμούς που μόνο κάποιοι έχουν πρόσβαση. Τι σας ενοχλεί να γράφει ο κόσμος; Να παίζει; Να σκηνοθετεί; Πού είναι το κακό; Σας υποχρεώνει κανείς να πάτε να δείτε αυτό που ετοιμάσανε; Δεν αμφισβητώ ότι υπάρχει πολύ πράγμα εκεί έξω που δεν έχει λόγο ύπαρξης. Πώς αλλιώς όμως νομίζετε δημιουργείται η τέχνη; Μόνο με καταξιωμένα έργα και σημαντικές παραστάσεις; Ποιος σας λέει ότι μέσα σε αυτούς τους καλλιτέχνες που τόσο εύκολα απαξιώσατε με αυτό το άρθρο δεν υπάρχουν και κάποιοι που έχουν πραγματικά κάτι να πουν αλλά δεν μπορούν ούτε μέσα από το εθνικό ούτε μέσα από τη στέγη. Μην βαράτε τους καλλιτέχνες. Ήδη τρώμε αρκετό ξύλο… Αφήστε μας να προσπαθούμε. Δεν ενοχλούμε κανέναν.
Δεν θα μπορούσα να συμφωνήσω περισσότερο με το πρώτο μέρος του κειμένου σας. Τις συγκεκριμένες παραστάσεις δεν τις έχω δει ακόμα, οπότε δεν μπορώ να εκφέρω άποψη. Ωστόσο, η πλειοψηφία των παραστάσεων κινείται από μέτριες και κάτω. Ακόμα και γνωστοί και καταξιωμένοι καλλιτέχνες καταφεύγουν σε εύκολες λύσεις. Και αν υπάρχει πρόβλημα μια φορά για τους ηθοποιούς, για τους σκηνοθέτες το πρόβλημα, δυστυχώς, πολλαπλασιάζεται.Θα προσθέσω ότι η κρίση δεν μπορεί να είναι δικαιολογία για κάθε προχειρότητα. Ο Κουν ίδρυσε το Θέατρο Τέχνης μέσα στην Κατοχή. Δεν νομίζω ότι είχε περισσότερα μέσα απ' ό,τι οι σημερινοί δημιουργοί. Κακά τα ψέματα. Όσα όνειρα κι αν έχουν οι απόφοιτοι των δραματικών σχολών, έγκριτων και μη, κάποια στιγμή θα πρέπει να πάρουν απόφαση το αυτονόητο: δεν μπορούν να κάνουν όλοι καλλιτεχνική καριέρα, γιατί πολύ απλά δεν έχουν όλοι το ταλέντο να την κάνουν. Ο δρόμος στην καλλιτεχνική πληρότητα - και δεν λέω επιτυχία - είναι στενός και γεμάτος κακουχίες. Φυσικά και υπάρχουν κάποιοι που σημείωσαν επιτυχίες με "πλάγιους τρόπους". Αλλά δεν είναι η πλειοψηφία - τουλάχιστον στο θέατρο - και δεν έχουν διάρκεια. Η καλλιτεχνική επάρκεια απαιτεί διαρκή δοκιμασία του εαυτού, διάβασμα και πολλή, πολλή, πολλή δουλειά, κάποιες φορές με αναπόφευκτη ταλαιπωρία για να κερδίσει κανείς τα προς το ζην, αφού τέχνη και βιοπορισμός δεν ταυτίζονται πάντα.