Ο αιώνιος ταξιδευτής, μυθιστοριογράφος και ταξιδιωτικός συγγραφέας περιπλανήθηκε στα πιο άβατα σημεία του κόσμου αναζητώντας το DNA των νομάδων και έζησε μια μυθιστορηματική ζωή που υπερβαίνει αυτήν που κατέγραψε στα βιβλία του. Η πρόσφατη έκδοση επιλογής από τις επιστολές του εντείνει τον μύθο, φωτίζοντας τον άνθρωπο.

 

«Νομός είναι η ελληνική λέξη για το βοσκοτόπι και ο Νομάδας είναι ο αρχηγός ή ο Γέροντας ενός κλαν που προΐσταται του καταμερισμού των νομών. Έτσι,η λέξη νομός έφτασε να σημαίνει δίκαιη διαμονή, αυτό που ορίζεται από το έθιμο - και επομένως η βάση όλου του δυτικού δικαίου. Το ρήμα νέμειν -βόσκω, οδηγώ στη βοσκή, περιφέρομαι ή απλώνομαι- έχει και μια δεύτερη έννοια, που φτάνει πίσωστον Όμηρο: μοιράζω, κατανέμω ή απονέμω - ιδιαίτερα γη, τιμή, κρέας, ή ποτό. Νέμεση είναι η απονομή δικαιοσύνης». Σε όλη του τη ζωή ο Μπρους Τσάτουιν καταδιωκόταν από την έννοια και την έρευνα του νομαδισμού, θέτοντας το ερώτημα γιατί ο άνθρωπος είναι αεικίνητος, γιατί δεν ησυχάζει, τι αναζητά. Κι αν κάποιος ήταν πιο ανήσυχος και πιο αεικίνητος απ’ οποιονδήποτε άλλο, ήταν ο ίδιος.

 

Τα ταξίδια αποτέλεσαν τον απόλυτο τρόπο ζωής, λες και το να έχει κάποιος ρίζες ήταν αμαρτία. Η Μεσόγειος, η Μέση Ανατολή, η Ασία, έμοιαζαν για εκείνον αναπόδραστο κομμάτι της ύπαρξής του.

 

Στη σύντομη ζωή του, εφευρίσκοντας χίλιες δυο δικαιολογίες, έκανε τον γύρο του κόσμου άπειρες φορές. Ένας σύγχρονος νομάς, όπως οι άνθρωποι των πρώτων κοινωνιών και των αρχαίων φυλών που επιβίωσαν μέχρι τον 20ό αιώνα και τον συνέπαιρναν τόσο πολύ. Στα αποφθέγματά του (απόσπασμα των οποίων είναι και το παραπάνω) στα Μονοπάτια τωνΤραγουδιών, το πιο πολύτιμο βιβλίο του, όχι γιατί απαραίτητα είναι το σημαντικότερο που έγραψε αλλά γιατί μιλάει για την οφειλή-τελετουργία των Αβοριγίνων της Αυστραλίας να αναζητούν μέσα από αόρατα μονοπάτια-τραγούδια των προγόνων τους την καταγωγή τους, κατάφερε να απαντήσει σε κάποιο βαθμό στα ζητήματα που τον απασχολούσαν, έχοντας αφιερώσει ολόκληρη τη ζωή του στην περιπλάνηση και στην απόδραση, στον δρόμο και στην ανακάλυψη νέων προορισμών και πολιτισμών.

 

«Ο απόλυτος παραμυθάς», κατά τον σκηνοθέτη Βέρνερ Χέρτζογκ, με τον οποίο συναντήθηκε ακριβώς όταν γύριζε ταινία στην Αυστραλία για τους αυτόχθονες, χρειάστηκε πολλά χρόνια μέχρι να κατασταλάξει επαγγελματικά, ενώ παράλληλα και από πολύ νωρίς σιγόβραζε μέσα του το φευγιό.

 

Δίπλα σε αυτό το ξωκλήσι στον Άγιο Νικόλαο στην Καρδαμύλη βρίσκεται θαμμένος ο Τσάτουιν
Δίπλα σε αυτό το ξωκλήσι στον Άγιο Νικόλαο στην Καρδαμύλη βρίσκεται θαμμένος ο Τσάτουιν

 

Κάτι, βέβαια, που για όσους τον γνώρισαν δεν είχε τόσο να κάνει με το ταξίδι όσο με την ανάγκη του να ξεφύγει από τον ίδιο του τον εαυτό και κυρίως από τη μεσοαστική ηθική της οικογένειάς του. Εκπαιδευόμενος στον οίκο δημοπρασιών Sotheby’s, στα πρώτα του βήματα αμέσως μετά το τέλος των σπουδών του στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, βρέθηκε στα δεκαεννιά του από το επαρχιακό Μπέρμιγχαμ στον γοητευτικό κόσμο της τέχνης και του χρήματος, καταλογογραφώντας έργα διάσημων καλλιτεχνών αλλά και αξιολογώντας αντικείμενα της κλασικής Ελλάδας, της αρχαίας Ρώμης και άλλων πολιτισμών. Η παρατηρητικότητα και η οξυδέρκειά του τον ανήγαγαν σε αυθεντία στους ιμπρεσιονιστές αλλά και σε ευρήματα της Μεσοποταμίας και της Αφρικής.

 

Για καλή του τύχη, ο Sotheby’s άρχισε να τον στέλνει κατευθείαν στην πηγή. Έτσι, εν έτει 1961, μόλις εικοσιενός χρόνων, πραγματοποιεί το πρώτο του επαγγελματικό ταξίδι στο Κάιρο, σηματοδοτώντας μια ατέρμονη περιήγηση στον κόσμο. Είχε ως πρότυπό του το βιβλίο The Roadto Oxiana (1933) του Ρόμπερτ Μπάιρον, το οποίο διαμόρφωσε την προσωπικότητά του και από νωρίς προδιέγραψε την πορεία του. Το 1963, ακολουθώντας τα χνάρια του πρωτοπόρου ταξιδιώτη και συγγραφέα, πραγματοποίησε ο ίδιος την πρώτη του επίσκεψη στο Αφγανιστάν. Το ιδανικό του από ‘δω και μπρος θα ήταν να χάνεται σε μέρη όπου κανένας δεν μπορούσε να τον βρει, κάτι που ερχόταν σε πλήρη αντίφαση με την άλλη του πλευρά, που τον ήθελε αθεράπευτα φιλόδοξο και κοινωνικό.

 

Αναζητώντας τους απόγονους της φυλής Σούζα στο Μπένιν,
1976.
Αναζητώντας τους απόγονους της φυλής Σούζα στο Μπένιν, 1976.

 

Τα χρόνια που ακολούθησαν τα ταξίδια αποτέλεσαν τον απόλυτο τρόπο ζωής, λες και το να έχει κάποιος ρίζες ήταν αμαρτία. Η Μεσόγειος, η Μέση Ανατολή, η Ασία, διαδρομές συνδυασμένες με επαγγελματικές υποχρεώσεις, έμοιαζαν για εκείνον αναπόδραστο κομμάτι της ύπαρξής του.

 

Το άλλο κομμάτι, εκείνο που τον ταλάνιζε και το οποίο θα παρέμενε για πολλά χρόνια μυστικό, ήταν η καλά κρυμμένη ομοφυλοφιλία του. Όχι ότι αναζητούσε σ’ αυτά τα ταξίδια ερωτικές απολαύσεις. Αντιθέτως, προσπαθούσε να υποκαταστήσει τις βαθιά ριζωμένες ενοχές του με ανθρωπολογικές και άλλες εξερευνήσεις. Όταν στα είκοσι πέντε του παντρεύτηκε την Αμερικανίδα Ελίζαμπεθ Τσάνλερ, γραμματέα του διευθυντή του Sotheby’s, παραξένεψε πολλούς, εφόσον είχαν προηγηθεί σχέσεις του με άλλες, περισσότερο εντυπωσιακές κι ευκατάστατες γυναίκες. Εκείνος, όμως, είχε βρει στο πρόσωπό της τον ιδανικό σύντροφο που θα μπορούσε είτε να τον  συνοδεύει είτε να διατηρεί την εστία στην οποία θα επέστρεφε από τις περιπλανήσεις του. Η αφοσίωσή της αποδείχτηκε αδιαπραγμάτευτη και υπήρξε το στήριγμά του σε όλες τις αντιξοότητες που αντιμετώπισε στο υπόλοιπο της ζωής του.

 

Μια πάθηση στα μάτια το 1965 δρομολόγησε τις εξελίξεις στην καριέρα του. Ο γιατρός που τον κούραρε του υπέδειξε «ανοιχτούς ορίζοντες». Αμέσως μπήκε σε ένα αεροπλάνο και προσγειώθηκε στο Σουδάν. Και εκεί ήρθε για πρώτη φορά σε επαφή με μια νομαδική φυλή, τους Beja.

 

Το πρώτο ταξίδι στο Αφγανιστάν, 1963,
Το πρώτο ταξίδι στο Αφγανιστάν, 1963,

 

Αποκάλυψη! Επέστρεψε στο Λονδίνο μέσω Κρήτης και Αθήνας κι ενώ τον επόμενο χρόνο του προσφέρθηκε μια από τις θέσεις διευθυντή, εν μέρει θεωρώντας την εργασία του υπαίτια για το οφθαλμολογικό του πρόβλημα αλλά και γιατί ένιωθε όλο και περισσότερο της έλλειψη πανεπιστημιακής μόρφωσης, παραιτήθηκε και γράφτηκε στο Πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου στο τμήμα Αρχαιολογίας. Οι οικονομικές θυσίες που χρειάστηκαν να κάνουν ο ίδιος και η Ελίζαμπεθ δεν ήταν αρκετές ώστε να του εμφυσήσουν την πειθαρχία που θα χρειαζόταν μια ακαδημαϊκή καριέρα. Εξάλλου, φανταζόταν τον εαυτό του ως έναν διάσημο διανοούμενο αρχαιολόγο, όπως ο Αντρέ Μαλρώ ή ο Αλέξανδρος Δουμάς που είχε τοποθετήσει ο Γκαριμπάλντι υπεύθυνο ανασκαφών, κι όχι ως έναν εργάτη της αρχαιολογικής σκαπάνης. Παρ’ όλα αυτά, πέρασε ένα διάστημα συμμετέχοντας σε ανασκαφές στην Τσεχοσλοβακία, αλλά η εποχή μύριζε μπαρούτι και η Άνοιξη της Πράγας ήταν προ των πυλών. Η πολιτική δεν τον αφορούσε καθόλου και ο μόνος του στόχος εφεξής ήταν μια έκθεση νομαδικών πολιτισμών που του πρότειναν να επιμεληθεί. Μετά από δυόμισι χρόνια σπουδών κι ένα ταξίδι στη Νέα Υόρκη, ανακοίνωσε ότι εγκαταλείπει το πανεπιστήμιο με σκοπό να αφοσιωθεί στο γράψιμο. Αφιερώθηκε ολόψυχα σ’ ένα βιβλίο που θα είχε τίτλο Ο εναλλακτικός νομάς και, καθώς η Αγγλία δεν τον χωρούσε, έφευγε για μεγάλα διαστήματα, διαβάζοντας και γράφοντας σε σπίτια φίλων του στην Πάτμο, στις Σπέτσες και στην Τοσκάνη. Το τελευταίο του ταξίδι στο Αφγανιστάν το πραγματοποίησε με τον ποιητή Πίτερ Λέβι, ακολουθώντας τον «δρόμο του μεταξιού». Για να χρηματοδοτήσει την τρίμηνη αυτή εκστρατεία κατέφυγε σε μια προδοσία: συνεργάστηκε με τον αντίπαλο του δικού του οίκου δημοπρασιών, Christie’s.

 

Ο Τσάτουιν στους Sotheby's, 1960. Ο ίδιος ισχυρίστηκε πως το κοφτό στυλ της γραφής του οφειλόταν στις αμέτρητες
καταγραφές αντικειμένων που έκανε εκείνη την εποχή.
Ο Τσάτουιν στους Sotheby's, 1960. Ο ίδιος ισχυρίστηκε πως το κοφτό στυλ της γραφής του οφειλόταν στις αμέτρητες καταγραφές αντικειμένων που έκανε εκείνη την εποχή.

 

Το πόνημά του αμφισβητήθηκε από όσους κλήθηκαν να πουν τη γνώμη τους και απορρίφθηκε από τους εκδότες. Άφραγκος και απελπισμένος, στα τριάντα του ενέδωσε σε μια δελεαστική πρόταση την οποία δεν ήθελε μέχρι εκείνη τη στιγμή ούτε να συζητήσει, να δημοσιογραφήσει για τους «Sunday Times», οι οποίοι του πρότειναν τη θέση συντάκτη σε θέματα τέχνης. Τα θέματα που τελικά τον απασχόλησαν συχνά ξέφευγαν εντελώς από την τέχνη και χάρη στα ιδιαίτερα ενδιαφέροντά του μια σειρά από αλλόκοτες αλλά άκρως ενδιαφέρουσες ιστορίες ήρθαν στη δημοσιότητα. Το όνομά του απέκτησε μεγάλη φήμη και ανάλογο κοινό. Εκτός από τα άρθρα, άρχισε να δημοσιεύει και δικές του φωτογραφίες.

 

Η αρθρογραφία του για μια ακόμα φορά τον ταξίδεψε στα πέρατα του κόσμου, όπως στη Ρωσία, για να συναντήσει την εξαιρετική περίπτωση του συλλέκτη Γιώργου Κωστάκη, και στην Ινδία, για ένα εκτενές άρθρο για την Ίντιρα Γκάντι που την αποκαθήλωνε, δημιουργώντας εσωτερικό πρόβλημα στην εφημερίδα. Η συνέντευξη του 1973 όμως με τον Αντρέ Μαλρώ, υπουργό Πολιτισμού στην κυβέρνηση Ντε Γκολ, έχει μείνει αξεπέραστη και ο ίδιος ταυτίστηκε απόλυτα με τον Γάλλο διανοούμενο. Μια συνάντηση στο Παρίσι με τη σημαντική σχεδιάστρια Αϊλίν Γκρέι έδωσε το έναυσμα για μια ακόμα αλλαγή καριέρας. Βλέποντας στους τοίχους του σπιτιού της χάρτες της Παταγονίας, της αχανούς περιοχής μεταξύ Χιλής και Αργεντινής, μια ανεκπλήρωτη επιθυμία της ενενηντάχρονης να ταξιδέψει εκεί τον παροτρύνει να πάει εκείνος, αφού η ίδια δεν μπορούσε πια. Και το έκανε. Πέταξε μέχρι τη Λίμα κι έστειλε τηλεγράφημα στους «Times» να μην τον ψάξουν τους επόμενους μήνες. Διέσχισε την απέραντη έκταση, συνάντησε αρκετούς από τους κατοίκους ουαλικής και γερμανικής καταγωγής και κατέγραψε τις ιστορίες τους και τις συνήθειές τους με φωτογραφική παρατηρητικότητα που κατά τον ίδιο παρέπεμπε σε μια λογοτεχνική απόπειρα της «αποφασιστικής στιγμής» του Καρτιέ Μπρεσόν.

 

Με μοναχούς του Αγίου Όρους, 1985.
Με μοναχούς του Αγίου Όρους, 1985.

 

Το Μέσα στην Παταγονία εκδόθηκε το 1977, αποσπώντας ενθουσιώδεις κριτικές: οι λάτρεις της περιπλάνησης ανακάλυπταν μια παρθένα πλευρά του πλανήτη και το τζετ σετ τον νέο του ήρωα. Χρόνια αργότερα οι ντόπιοι θα τον κατηγορούσαν ότι πολλά από αυτά που μετέφερε δεν έπρεπε να έχουν έρθει στο φως και ότι άλλα τόσα δεν ίσχυαν καν. Λίγοι είχαν καταλάβει ότι ο Τσάτουιν αυτοβιογραφούνταν, ότι δεν έκανε ταξιδιωτική λογοτεχνία αλλά μια εσωτερική αναζήτηση. Στη Νέα Υόρκη απέκτησε τη φήμη ενός απίστευτα γοητευτικού Άγγλου με εκπληκτικό χιούμορ –ο Σάλμαν Ρούσντι έλεγε ότι επρόκειτο για έναν απ' τους πιο αστείους ανθρώπους που ήξερε-, που διηγούνταν απίστευτες ιστορίες. Καθήλωσε προσωπικότητες όπως η Σόνταγκ και ο Μέιπλθορπ και συναναστράφηκε την Νταϊάνα Βρίλαντ, την Γκλόρια Βάντερμπιλτ και την Τζάκι Ωνάση.

 

Εν τω μεταξύ, για πρώτη φορά απελευθερωνόταν και ζούσε την «αποδεκτή» και κοσμοπολίτικη πλευρά της ομοφυλοφιλίας. Μέχρι εκείνη τη στιγμή την αλήθεια για τη σεξουαλικότητά του ήξεραν ελάχιστοι, συμπεριλαμβανομένων της Ελίζαμπεθ και του Αμερικανού σκηνοθέτη Τζέιμς Άιβορι. Στο κοσμικό Μανχάταν δεν ντρεπόταν να κυκλοφορεί με τους εραστές του, ενώ συνδέθηκε με έναν χαρισματικά όμορφο Αυστραλό χρηματιστή. Σημασία είχε, πάνω απ’ όλα, ότι αναγνωρίστηκε η αξία του ως συγγραφέα.

 

Στο εξής κάθε ταξίδι αποτελούσε και μια λογοτεχνική περιπέτεια. Στην πρώην Δαχομέη στην Αφρική, στο επαναστατημένο Μπενίν, ψάχνοντας τα ίχνη του θρυλικού δουλεμπόρου Ντε Σούζα, έπεσε θύμα βιασμού από μια συμμορίας. Από εκεί πέταξε στη Βραζιλία, μαγεύτηκε από τον αισθησιασμό της και όταν ολοκλήρωσε τον Αντιβασιλέα της Ουίντα, ο Χέρτζογκ τον μετέφερε στον κινηματογράφο. Στην Ουαλία, συγκινημένος από την περίπτωση δυο δίδυμων που πέρασαν ολόκληρη τη ζωή τους μαζί, άντλησε το υλικό για το Στον Μαύρο Λόφο. Αλλά ποτέ δεν εγκατέλειψε το μεγάλο του θέμα, τους νομάδες. Δεν έπαυε να αναρωτιέται τι ήταν αυτό που έκανε τον ίδιο αλλά και τους υπόλοιπους ανθρώπους αεικίνητους, γιατί είμαστε τα πιο ανήσυχα και ανικανοποίητα πλάσματα του ζωικού βασιλείου. Την απάντηση θα την έπαιρνε πολύ αργότερα. Προς αναζήτησή της, όμως, θα ταξίδευε στην Αυστραλία, στην τελευταία γωνιά του πλανήτη, που οι κάτοικοί της ήταν ανέκαθεν κυνηγοί και όχι βοσκοί ή γεωργοί. Χρειάστηκε χρόνια να ολοκληρώσει τα Μονοπάτια των τραγουδιών, που τελείωσε μαντρωμένος σ’ ένα σπίτι στην Ινδία το 1987.

 

Σπάνια φωτογραφία του Τσάτουιν στην Τοσκάνη τη δεκαετία του 1970.
Σπάνια φωτογραφία του Τσάτουιν στην Τοσκάνη τη δεκαετία του 1970.

 

Τόσο για τον ίδιο όσο και για τους αναγνώστες του αυτό το βιβλίο αποτέλεσε έργο ζωής, μιας λογοτεχνίας με ιδιαίτερη ταυτότητα, στοιχεία αυτοβιογραφικά, εθνολογικά, ρεπορτάζ, δοκιμιακά, κοσμοπολιτισμού. Αυτά τα χαρακτηριστικά απέκτησαν μεγάλη ωριμότητα στο Ουτς του 1988, όπου περιέγραψε την εμμονή ενός Εβραίου συλλέκτη πορσελάνης στην Πράγα του Ψυχρού Πολέμου γι’ αυτό το μυθιστόρημα ήταν υποψήφιος για το βραβείο Μπούκερ.

 

Όλα αυτά τα χρόνια, από τον καιρό της πρώτης του αποτυχημένης συγγραφικής απόπειρας, συχνά επέστρεφε στην Καρδαμύλη, στο σπίτι και στη συντροφιά του Πάτρικ Λι Φέρμορ και της γυναίκας του. Εκεί, κάτω από τα ελαιόδεντρα, με θέα τη θάλασσα, γαλήνευε και διαλογιζόταν. Ένα από τα διάσημα ταξίδια του Ρόμπερτ Μπάιρον ήταν και εκείνο στο Άγιον Όρος. Ήταν ένα ταξίδι το οποίο ο Τσάτουιν ανέβαλλε συνεχώς. Το πραγματοποίησε το 1985, μια εβδομάδα μετά τα γενέθλια των 45 χρόνων του. Έμεινε στη Μονή Χιλανδαρίου και βίωσε το πιο σημαντικό εσωτερικό του ταξίδι. Έγραψε στο Moleskine του, που ποτέ δεν αποχωριζόταν: «Η έρευνα για τους νομάδες είναι η αναζήτηση του Θεού... Πρέπει να υπάρχει Θεός». Μια εικόνα τον συγκλόνισε: ένας σιδερένιος σταυρός πάνω σ’ έναν βράχο που τον κτυπούσαν τα κύματα. Αποφάσισε να βαφτιστεί ορθόδοξος. Δεν θα προλάβαινε. Ακολούθησαν κι άλλα ταξίδια στο Νεπάλ, στην Κίνα, την Ινδία, την Ταϊλάνδη. Με την Ελίζαμπεθ είχαν περάσει μια περίοδο σε διάσταση, αλλά ήταν πάλι μαζί. Εκείνο που θα τους ένωνε περισσότερο απ’ οτιδήποτε ήταν η διάγνωση ότι έπασχε από AIDS. Ο οργανισμός του ολοένα εξασθενούσε, διέδιδε στους πάντες ότι είχε μολυνθεί από μια σπάνια αρρώστια του νωτιαίου μυελού από την Κίνα. Η πραγματική αιτία δεν ομολογούνταν σε κανέναν και εκλιπαρούσε να μην το μάθει ο πατέρας του. Μέχρι την τελευταία στιγμή η οικογένεια, οι γονείς και ο μικρότερος αδελφός του, δεν θα μάθαιναν τίποτα περί ομοφυλοφιλίας. Δεν παραδέχτηκε τίποτα ούτε καν στο κύκνειο άσμα του με τίτλο το απεγνωσμένο μήνυμα του Ρεμπώ από την Αιθιοπία: Τι γυρεύω εδώ; Η Ελίζαμπεθ τον φρόντισε μέχρι τέλους στο σπίτι της αγαπημένης τους φίλης και μητέρας ενός από τους εραστές του, της συγγραφέως Σίρλεϊ Κόνραν, στη Νότια Γαλλία. Εκεί, τον Ιανουάριο του 1989, σε ηλικία 49 ετών, άφησε την τελευταία του πνοή, αφήνοντας παράλληλα πίσω του σχέδια για νέα βιβλία, όπως συμβαίνει συνήθως.

 

Η νεκρώσιμη λειτουργία τελέστηκε στον ορθόδοξο ναό της Αγίας Σοφίας στο Μπέισγουοτερ του Λονδίνου και την επόμενη μέρα η Ελίζαμπεθ μετέφερε την τέφρα του στην Καρδαμύλη, δίπλα στον Άγιο Νικόλα, ένα βυζαντινό εκκλησάκι του 10ου αιώνα που είχε ανακαλύψει με τον Λι Φέρμορ. Είχε πει τότε ο Μπρους Τσάτουιν: «Οι Έλληνες πάντα φύλαγαν τις καλύτερες τοποθεσίες για τον Θεό».