Οι Εκκλησιάζουσες του Αριστοφάνη που παρουσιάζει το Θέατρο του Νέου Κόσμου στην Επίδαυρο στις 17 και 18 Αυγούστου είναι ένα έργο που συνδέει όσο κανένα άλλο τους αρχαίους Αθηναίους με τους σημερινούς. Η διαφθορά, η ρεμούλα αλλά και η άρνηση του πολίτη ν’ ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του, το βόλεμα και η ανευθυνότητά του θίγονται λες και το έργο θέλει να σατιρίσει τη σύγχρονη εποχή, και μάλιστα τις ζοφερές καταστάσεις που ζούμε τα τελευταία χρόνια. Ο σκηνοθέτης Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος εξηγεί: «Όταν διάλεξα το έργο πριν από δύο χρόνια οι εξελίξεις δεν ήταν τόσο κατακλυσμιαίες, όσο είναι τώρα. Ωστόσο, η πολιτική παρακμή και η κρίση με έκαναν να θέλω να το ανεβάσω. Πάντα έχω μια πολιτική σκέψη όταν επιλέγω κάποιο έργο και θέλω, μέσω του θεάτρου, να λειτουργώ ως ενεργός πολίτης.

Όχι κάνοντας ένα θέατρο διδακτικό, αλλά θέτοντας ερωτήματα, χωρίς να δίνω απαντήσεις. Την εποχή που γράφτηκαν οι Εκκλησιάζουσες υπήρχε επίσης πολιτική παρακμή και ο Αριστοφάνης έκανε μια υπόθεση: πώς θα ήταν, αν έπαιρναν την εξουσία οι γυναίκες; Μιλάμε για μια εποχή που οι γυναίκες δεν είχαν καθόλου δικαιώματα και δεν συμμετείχαν καν στα κοινά. Δηλαδή, η υπόθεσή του ήταν τελείως ουτοπική.

Όσο, δε, για την ομοιότητα των καταστάσεων, επειδή δεν πιστεύω στη συνέχεια του αίματος, έχω να πω ότι πατούμε την ίδια γη, έχουμε τον ίδιο ήλιο πάνω από το κεφάλι μας, οπότε πολλά από εκείνα που απασχολούσαν τους αρχαίους είναι τα ίδια που απασχολούν κι εμάς. Γι’ αυτό μ’ ενδιέφερε μια σύγχρονη μετάφραση κι έτσι την ανέθεσα σ’ έναν συνεργάτη μου και νέο άνθρωπο, τον Βασίλη Μαυρογεωργίου».

Στο έργο οι γυναίκες όχι μόνο παίρνουν με ένα τέχνασμα που σκαρφίζονται την εξουσία αλλά εγκαθιδρύουν την κοινοκτημοσύνη, που παραμένει ουτοπική ακόμα και σήμερα, πόσο μάλλον το 392 π.Χ. που γράφτηκε το έργο. Ο Θεοδωρόπουλος λέει: «Αν κάτι απέτυχε στην πρόταση, είναι ότι οι άνθρωποι δεν πρέπει να γίνονται όμοιοι αλλά ίσοι. Αυτό δεν το έχει πάρει υπ’ όψιν της η ιστορία στον τρόπο που εφαρμόστηκε στην ανατολική Ευρώπη και γι’ αυτόν το λόγο έχει ουτοπικές διαστάσεις. Από τη μια μ’ ενδιαφέρει πολύ ο πολιτικός λόγος της Πραξαγόρας, από την άλλη οι γυναίκες που ασκούν σήμερα εξουσίαπου για να τα βγάλουν πέρα μέσα στην ανδροκρατούμενη κοινωνία, μεταμφιέζονται εσωτερικά σε άντρες. Αποκτούν αντρική νοοτροπία,

αφήνοντας στην άκρη τα προτερήματά τους, όπως η ευαισθησία και η θηλυκότητα. Έτσι, η δικιά μας Πραξαγόρα έχει προφητικές ιδιότητες.

Ταξιδεύει στους αιώνες, φτάνει μέχρι τις μέρες μας, βλέπει τις γυναίκες με αξιώματα και γι’ αυτό συμβουλεύει τις συντρόφισσές της να μη χάσουν τις αξίες τους, όπως οι γυναίκες του 20ού αιώνα». Αυτό σημαίνει ότι έχουν προστεθεί στίχοι που αφορούν τη σύγχρονη πραγματικότητα; «Ναι, υπάρχει μια τέτοια μικρή παρέμβαση, αλλά δεν υπάρχει και παράσταση του Αριστοφάνη που να μην κάνει σύγχρονες αναφορές.

Αυτά που εμείς προσθέσαμε ανήκουν σ’ ένα ενιαίο ύφος λόγου, γι’ αυτό προτιμήσαμε τον όρο "απόδοση" και όχι "μετάφραση". Έτσι ώστε να λειτουργεί η Πραξαγόρα ως προφήτισσα. Αν ζούσε ο Αριστοφάνης σήμερα, δεν θα μπορούσε να αγνοήσει τον ρόλο της γυναίκας».

Σε μια ξεκαρδιστική σκηνή, όπου ηλικιωμένες γυναίκες διεκδικούν ερωτικά, λόγω της κοινοκτημοσύνης, έναν νέον άντρα που υποδύεται ο Γιώργος Πυρπασόπουλος, τις γριές ερμηνεύουν οι Κώστας Κόκλας, Παντελής Δεντάκης και Στράτος Χρήστου, που αντίστοιχα κρατούν τους αντρικούς πρωταγωνιστικούς ρόλους. Ο σκηνοθέτης εξηγεί τον λόγο: «Σ’ αυτή την πιο αθυρόστομη σκηνή -από τις πλέον τολμηρές του παγκόσμιου ρεπερτορίου- θέλησα να χρησιμοποιήσω άντρες, γιατί ποτέ δεν μου άρεσε να βλέπω ηλικιωμένες ηθοποιούς να κάνουν τις πεινασμένες σεξουαλικά γυναίκες. Με τον πιο απλό, καρναβαλίστικο τρόπο, με μια ρόμπα και μια μαντήλα, παίζουν τις γριές, κάτι που δεν υποτιμάει τις γυναίκες και λειτουργεί υπέρ της κωμωδίας. Και πάλι, όχι με το εύκολο "τραβεστιλίκι", παρά με τον τρόπο των λαϊκών καρναβαλιών της Αγιάσου και του Τυρνάβου, όπου οι άντρες φοράνε γυναικεία ρούχα, αλλά παραμένουν μασκαρεμένοι άντρες και δεν υποδύονται τις γυναίκες. Άλλωστε, στην εποχή του Αριστοφάνη οι ηθοποιοί ήταν αποκλειστικά άντρες και έπαιζαν με μάσκες».

Πραξαγόρα είναι η Δάφνη Λαμπρόγιαννη, τα σκηνικά και τα κοστούμια έκανε ο Άγγελος Μέντης, τη μουσική ο Θάνος Μικρούτσικος και τις χορογραφίες η Αγγελική Στελλάτου.