Ο Ντοστογιέφσκη σε μια από τις λίγες σωζόμενες φωτογραφίες του
Ο Ντοστογιέφσκη σε μια από τις λίγες σωζόμενες φωτογραφίες του

 

Η μοίρα όσων μεταφράζουν αριστουργήματα μπορεί να μην έχει το κύρος και τη μαγεία των ίδιων των έργων, πλην όμως της ανήκει μια φωτεινότατη ακτίνα δέους και αφοσίωσης. Στα καθ’ ημάς το όνομα του Ντοστογιέβσκη παραμένει αδιαχώριστο από το όνομα του μεταφραστή του Άρη Αλέξάνδρου, ο οποίος γύρισε στην ελληνική τα περισσότερα έργα του Ρώσου μυθιστοριογράφου και τώρα -χάρη σ’ ένα χειρόγραφο που βρέθηκε στα χαρτιά του και παραδόθηκε από τη σύζυγό του Καίτη Δρόσου στον Κώστα Γκοβόστη- μας ανακοινώνει, τρόπον τινά, την άποψή του για το μεγάλο έργο του Ρώσου.

 

Ο Αλεξάνδρου γεννήθηκε στις 24 Νοεμβρίου 1922 στην Πετρούπολη. Ο πατέρας του Βασίλης Βασιλειάδης (ή Ιβάνονιτς) ήταν Έλλην Πόντιος που κατέφυγε στη Ρωσία για να γλιτώσει από την επιστράτευσή του στον οθωμανικό στρατό. Μιλούσε ρώσικα, γαλλικά και αγγλικά και ψωμιζόταν εργαζόμενος σε κάποια γαλλική τράπεζα. Μετά την Επανάσταση οι τράπεζες κρατικοποιήθηκαν, αλλά ο Βασιλειάδης δεν υπάκουσε στο νέο καθεστώς. Ο εμφύλιος είχε ήδη αρχίσει, οπότε μαζί με την εσθονικής καταγωγής σύζυγό του Πωλίνα Άντοβνα Βίλγκεμσον μετακόμισαν στη Μόσχα. Εκεί έζησαν ως το 1928, οπότε ο Βασιλειάδης αποφάσισε να κατέλθει στην Ελλάδα, παρά τις σφοδρές αντιρρήσεις της γυναίκας του.

 

Όσο για τον Άρη, αρχίζει η περιπέτειά του με τα γράμματα, τη συγγραφή, τη μύηση στην Αριστερά, τη σύγκρουσή του και την παραίτησή του από το ΚΚΕ, την εξορία του στη Μακρόνησο, τη δήλωσή του και την ανάκλησή της, που του κόστισε επιπλέον δύο χρόνια εξορίας. Το ’59 παντρεύεται τη γυναίκα της ζωής του Καίτη Δρόσου και το 1967 διέφεύγει στο Παρίσι για ν’ αποφύγει τη σύλληψη. Εκεί έκανε ακόμη και τον χαμάλη για να επιβιώσει και βέβαια ολοκλήρωσε το Κιβώτιο (1975), το οποίο είχε αρχίσει να γράφει το 1966. Ο Άρης πέθανε από καρδιακή προσβολή στις 2 Ιουλίου του 1978 και  ετάφη στο παρισινό νεκροταφείο Thiais.

 

Ενδεικτικά θα πρέπει να σημειώσουμε ότι η αλλαγή του ονόματος (από Βασιλειάδης σε Αλεξάνδρου) οφείλεται στο απλό γεγονός ότι στον Γκοβόστη εργαζόταν κι άλλος Βασιλειάδης.

 

Η παρατήρηση του Αλεξάνδρου για την απουσία ύφους του Ντοστογιέβσκη δεν μπορεί να σχολιαστεί από όσους δεν κατέχουν τη ρωσική γλώσσα. Αξίζει, ωστόσο, ως σκέψη. Ο μεταφραστής είχε μπροστά του ένα κείμενο άνευ ροής, άνευ οιασδήποτε λογοτεχνικής φροντίδας, ενώ από την άλλη κυριαρχούσε η εμφατικότητα, η υπερβολή και ο ζυγιασμένος συσχετισμός ανάμεσα στα γεγονότα και στη βαρύτητα των λέξεων. Εξ αυτού του λόγου παρακινημένος ο Άρης «είχε συνεχώς την τάση να επεμβαίνει στο κείμενο». Ο λόγος; Ένιωθε ότι αν άφηνε το κείμενο ως είχε, υπήρχε φόβος να του προσάψουν ότι είναι αδέξιος μεταφραστής. Βέβαια, η σκέψη ότι ο Ντοστογιέβσκη έγραφε συχνά στο πόδι για τα προς το ζην (τον Παίκτη λέγεται ότι τον έγραψε σε χρόνο μηδέν) ήταν μια εξήγηση, αλλά δεν κάλυπτε την ουσία αυτού του απλησίαστου έργου. Αντίθετα, όταν θα διαγνώσει τη θεατρικότητα των μυθιστορημάτων, είναι προφανές ότι βρίσκεται πολύ κοντά στην αλήθεια:

 

«Μεταφράζοντας, είχα την αίσθηση πως έπρεπε ν’ αποδώσω θεατρικό έργο και όχι μυθιστόρημα. Οι ήρωες βρίσκονταν πάντα (ή σχεδόν) υπό το κράτος της οργής, της απελπισίας, της απόγνωσης, της μέθης, του ερωτικού παροξυσμού, σπανίως της χαράς, με δύο λόγια υπό το κράτος έντονης συναισθηματικής φορτίσεως που τους έσπρωχνε ν’ ανοίξουν την καρδιά τους και να προβούν σε εξομολογήσεις “αναποδογυρίζοντας την ψυχή τους τα μέσα έξω” συνειδητοποιώντας συνήθως τη γελοιότητά τους, αυτοταπεινούμενοι και αυτοτιμωρούμενοι. Ο λόγος τους ήταν θεατρικός ακόμα και με τη στενότερη έννοια της λέξης, με την έννοια δηλαδή ότι ένας έμπειρος ηθοποιός θα μπορούσε κάλλιστα να παίξει τον αντίστοιχο ρόλο, χωρίς να χρειάζεται σκηνοθετικές υποδείξεις. Σε ορισμένες περιπτώσεις, μάλιστα, υπάρχουν ακόμα και οι υποδείξεις που λέμε, όπως λόγου χάρη στην περίπτωση του Μαρμελάντοβ που αφηγείται στον Ρασκόλνικοβ τα βάσανά του: “Έδωσε μια με τη γροθιά του στο μέτωπο, έσφιξε γερά τα δόντια, έκλεισε τα μάτια κι ακούμπησε βαριά με τον αγκώνα στο τραπέζι”».

 

Τι αποδεικνύουν όλα αυτά; Απλούστατα ότι ο Ντοστογιέβσκη είχε διαβάσει με πάθος τον Χόφμαν, όπου οι σκοτεινές καταστάσεις (διάβαζε Ο διπλός άνθρωπος) ήταν τυπικά μοτίβα, είχε εντρυφήσει στο ρομαντικό μυθιστόρημα [όπου πάντα ρίχνεται ένα χαστούκι (διάβαζε Δαιμονισμένοι και χαστουκομπουνιά του Σάτοφ σε βάρος του Σταυρόγκιν), όπως άλλωστε είχε διαβάσει με πάθος τον Γκόγκολ (ο Ντέβουσκιν είναι αντιγραμμένος Γκόγκολ)]. Δικαιολογημένα οι «εχθροί» του Ντοστογιέβσκη έλεγαν, όταν κυκλοφόρησε ο Φτωχόκοσμος: Πώς άφησαν να εκδοθεί ένα έργο που είναι προϊόν λογοκλοπής; Ωστόσο, κανείς από τους κατηγόρους του, ούτε ο μέγας Μπελίνσκι, δεν υποψιάστηκαν ότι αυτός ο ταραγμένος νέος θα έφτανε τόσο μακριά ώστε ν’ αναδειχτεί σε πνευματικό πυλώνα της χώρας του. Ο Ντοστογιέβσκη έγραφε στον αδελφό του: «Διάβασα όλο τον Χόφμαν στα ρωσικά κι όσα δεν βρήκα σε μεταφράσεις στα γερμανικά (;)... Έχω ένα σχέδιο: να γίνω τρελός...».

 

Με ορθό πνεύμα ο Αλεξάνδρου αναδιφά την καταγωγή των Ντοστογιέβσκη. Προέρχονταν από παμπάλαια λιθουανική οικογένεια, που το όνομά της αναφέρεται από τον 16ο αιώνα σε έγγραφα της νοτιοδυτικής Ρωσίας. Σε αναφορά του 1506 το όνομα καταγράφεται στα λιθουανικά αρχεία, όπου το χωριό Ντοστόγιεβο παραχωρείται σε κάποιον Ντανίλ Ιρτύς με καταγωγή ταταρική κι από την ονομασία του χωριού οι υποταχτικοί δανείστηκαν την επωνυμία τους. Στα τέλη του 16ου αιώνα κάποια Μαρία Στεφάνοβνα Ντοστογιέβσκαγια κατηγορήθηκε για τον φόνο του άντρα της Στάνισλαβ Κάρλοβιτς. Το 1634 ένας άλλος Ντοστογιέβσκη κατηγορήθηκε για τον φόνο ενός αξιωματικού, χωρίς να χάσει την εύνοια του του Γιαν Καζιμίρ, βασιλιά της Πολωνίας. Κάποιος Φιοντόρ Ντοστογιέβσκη υπήρξε πληρεξούσιος και φίλος του πρίγκιπα Κούρμπσκη, που είχε στραφεί κατά του Ιβάν του Τρομερού. Άραγε, όλοι αυτοί οι Ντοστογιέβσκη ήταν Ρώσοι ή Λιθουανοί; Ο ίδιος ο συγγραφέας φρονούσε ότι ήταν Ρώσος με όλες τις σημασίες της λέξης.

 

Παρότι σύντομο, το κεφάλαιο που επιγράφεται «Η δολοφονία του πατέρα» παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθότι το διαπερνά κάτι σαν «μαγική φρίκη». Ο πατέρας του ήταν γιατρός, υπερβολικά ευέξαπτος άνθρωπος, προκλητικός και τυραννικός. Απίστευτα τσιγκούνης, αλκοολικός, άτυχος και ανθρωποδιώχτης, εν τέλει είχε την τύχη που του ταίριαζε. Πράγματι, μετά από είκοσι πέντε χρόνια στο νοσοκομείο, εγκαταστάθηκε στο Νταρόγιοβε. Μόλις 46 ετών, απομονώθηκε σ’ ένα σπίτι καταμόναχος, όπου παραμιλούσε φωναχτά με την ψευδαίσθηση ότι συνομιλεί με την μακαρίτισσα σύζυγό του... Επόμενο ήταν η ζωή του να πάρει την κάτω βόλτα. Καθώς τα οινοπνευματώδη αυξάνονταν, έφερε στο σπίτι μια υπηρέτρια από τη Μόσχα, την Κατερίνα, διώχνοντας ταυτόχρονα τις δυο του θυγατέρες. Η ιδιωτική του κόλαση είχε στηθεί, το παράφορο θυμικό του κόχλαζε καθημερινά, οπότε πάνω σε κάποια παραφορά του εναντίον ενός μουζίκου, μια ομάδα χωρικών όρμησε καταπάνω του και τον άφησε σέκο. Συνεπώς, ο γερο-Καραμάζοβ στο ομώνυμο μυθιστόρημα είναι μορφή που δουλεύτηκε χρόνια ολόκληρα στο εργαστήρι του Φιοντόρ.

      

Πράγματι, σε όλο το έργο του Ντοστογιέβσκη κυκλοφορεί δημιουργικά το «πρόβλημα του πατέρα». Στις σημειώσεις για τον Έφηβο ο Αλεξάνδρου απομονώνει ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα: «Υπάρχουν παιδιά που από τα μικρά τους χρόνια αρχίζουν να σκέφτονται και να κρίνουν την οικογένειά τους, που από τα τρυφερά τους χρόνια αισθάνονται ως προσωπική τους προσβολή το γεγονός ότι ο πατέρας δεν εμπνέει σεβασμό, ο πατέρας και το περιβάλλον τους, και το κυριότερο, από τα μικρά τους κιόλας χρόνια αρχίζουν να καταλαβαίνουν πόσο αυθαίρετες και τυχαίες είναι οι βάσεις όλης της ζωής τους». Σύμφωνα με τη μαρτυρία της κόρης του Ντοστογιέφσκι, την πρώτη του επιληπτική κρίση ο Φιοντόρ την έπαθε όταν έμαθε τον φόνο του πατέρα του. Διόλου τυχαίο ότι ο Φρόιντ, σε μια μελέτη που έγραψε το 1929, υποστήριξε ότι ο θάνατος του πατρός Ντοστογιέβσκη υπήρξε αποφασιστικό γεγονός που διαμόρφωσε τη ζωή του μυθιστοριογράφου, επιβεβαιώνοντας ταυτόχρονα την άποψη ότι η επιληψία του χρονολογείται από το 1839.

 

Αναφορικά με το χειρόγραφο του Αλεξάνδρου, ο αναγνώστης δικαιούται να έχει κάποιες επιφυλάξεις σχετικά με τον χρόνο συγγραφής, τη φάση που πέρναγε ο συγγραφέας και την αντιμετώπιση του ντοστογιεβσκικού έργου. Όταν ο Αλεξάνδρου, για παράδειγμα, διερωτάται, «Σε τι συνίσταται ο συγγραφική μεγαλοφυΐα του Ντοστογιέβσκη;», παρασύρεται σε απόψεις τρίτης τάξεως, καθώς συγχέει τα προσωπικά βάσανα του Φιοντόρ με τη συναρπαστική μεταποίησή τους μέσα στα μυθιστορήματα. Λογου χάρη, γιατί ο Μίσκιν -ως Χριστός που εμφανίζεται μέσα στην Πετρούπολη- δεν του γεννάει καμιά απορία; Δεν είδε ότι ο «Ηλίθιος» είναι το πιο αποτυχημένο μυθιστόρημά του (όσον αφορά τον κεντρικό ήρωα) και από τα πιο επιτυχημένα, όσον αφορά τα λοιπά πρόσωπα;

 

Η τελική μας εντύπωση για το βιβλίο είναι σαφής. Ο Αλεξάνδρου κρατούσε σημειώσεις με φανερό απώτερο σκοπό να ολοκληρώσει ένα δοκίμιο για τον συγγραφέα, που εργάστηκε πολλά χρόνια διαβάζοντάς τον και μεταφράζοντάς τον. Τελικά, η εργασία απέμεινε στη μέση...