Η B-OTHER SIDE RECORDS έχει ειδίκευση στο digging, που σχετίζεται με το ελληνικό ροκ, καθώς, τα τελευταία 18 χρόνια, μας έχει τροφοδοτήσει με πολλούς σχετικούς δίσκους. Δίσκους, που είτε κυκλοφόρησαν στον καιρό τους, για να περάσουν μάλλον απαρατήρητοι, είτε δημιουργήθηκαν από την εταιρεία, προσφέροντας υλικό άγνωστο και ανέκδοτο. Τα δύο πρόσφατα βινύλια, για τα οποία θα γράψω στη συνέχεια, επιβεβαιώνουν το προφίλ, τους στόχους και την προσφορά της B-otherSide.
GAZUAMA SINCHARTCHAS: Ανύψωση-Αποτίναξη-Εκφυγή
[B-OtherSide Records / JMV, 2026]
Πρόκειται για το συγκρότημα με την πιο παράξενη ονομασία στην ιστορία του ελληνικού ροκ. Οι Gazuama Sinchartchas σχηματίστηκαν στην αρχή της δεκαετίας του ’70 στην Τερψιθέα της Γλυφάδας, ηχογράφησαν ένα 45άρι, το 1972, με τα κομμάτια «Ανύψωση-αποτίναξη-εκφυγή (part I) / Ανύψωση-αποτίναξη-εκφυγή (part II)» στην Pan-Vox, για να χαθούν έκτοτε και δια παντός.
Σήμερα, 54 χρόνια μετά από την ηχογράφηση εκείνου του σινγκλ έχουμε την επανακυκλοφορία του σ’ ένα 12ιντσο EP, που γυρίζει και αυτό στις 45 στροφές και που έχει στην πρώτη πλευρά του τα «Ανύψωση-αποτίναξη-εκφυγή (part I+ΙΙ)», όπως κυκλοφόρησαν το ’72, και στην δεύτερη τα ίδια κομμάτια όπως ηχογραφήθηκαν στην αυθεντική μπομπίνα, με πρώτο το “Part II” και μετά το “Part I”, παρουσιάζοντας και πρόσθετο υλικό, συν την περαιτέρω νέα στουντιακή επεξεργασία, ώστε να ακουστούν καθαρότερα και τα λόγια, που ήταν «θαμμένα» στην αρχική κυκλοφορία.
Η αλήθεια είναι πως η μουσική, η ροκ μουσική (ασχέτως του αν ακόμη τότε κυριαρχούσε ο όρος «ποπ») των Gazuama Sinchartchas ξεχωρίζει μέσα στο σύνολο των ελληνικών γκρουπ της εποχής, καθώς τούτη έχει τον χαρακτήρα του jam.
Οι Gazuama Sinchartchas (Γκαζουάμα Σινχάρτχας) δεν ήταν ένα άγνωστο γκρουπ, το 1972, που δεν το πήρε κανένας χαμπάρι – το λέω, γιατί και στην τηλεόραση είχαν εμφανισθεί και έγραφαν τα περιοδικά γι’ αυτούς. Θέλω να πω πως ήταν ένα από τα πρωταγωνιστικά σχήματα εκείνης της χρονιάς, καθώς συμμετείχαν σε live δίπλα στους Πελόμα Μποκιού, Poll, Socrates Drank the Conium, Μαρίζα Κωχ, Εξαδάκτυλος, Μπουρμπούλια, Blue Birds, Morka κ.ά.
Το όνομα του συγκροτήματος είχε να κάνει με το πραγματικό όνομα του Βούδα, που ήταν Siddhattha Gotama ή Siddhārtha Gautama, το οποίο όνομα κάπου θα το είχαν διαβάσει οι φίλοι μας, υιοθετώντας το. Βεβαίως το όνομα γράφτηκε κάπως... ανορθόγραφα και όπως-όπως πάνω στην ετικέτα του δίσκου (και στις αφίσες των συναυλιών), αλλά σε κάθε περίπτωση στον Βούδα αναφέρονταν οι συμπατριώτες μας. Εξάλλου, αυτό (το περί Βούδα) το είχαν πει οι ίδιοι οι Gazuama Sinchartchas στην Όλγα Μπακομάρου, στο «Φαντάζιο», τον Ιούλιο του ’72.
Από το συγκρότημα είχαν περάσει διάφοροι μουσικοί, ενώ στην πιο μεστή εποχή του τους αποτελούσαν οι Μπάμπης Κατσιμπάρδης κιθάρα, Νίκος Μίντζης φλάουτο, φλογέρα, κρουστά, Γιάννης Μασμανίδης μπάσο και Γιάννης Μελάχρης ντραμς. Οι Μελάχρης και Μίντζης ήταν από τα πιο παλαιά μέλη του γκρουπ, καθώς είχαν ξεκινήσει να παίζουν στο εξωτερικό (σε Αγγλία και Γερμανία, όπως αναφέρεται στο «Φαντάζιο»), οπότε ερχόμενοι στην Ελλάδα αποφάσισαν να σχηματίσουν τους Gazuama Sinchartchas, παίζοντας τις μουσικές που άκουγαν έξω. Το ύφος τους ήταν το... «underground rock, με πολλά στοιχεία κλασικής, δημοτικής και ανατολίτικης μουσικής, που κάνει τις δημιουργίες τους ένα κοκτέιλ ήχων, με πολύ πρωτότυπη γεύση». Ή, όπως έλεγαν και οι ίδιοι στην Μπακομάρου:
«Τα κομμάτια μας, δικές μας συνθέσεις, προσπαθούμε να είναι όσο το δυνατό επηρεασμένα από την ξένη μουσική. Η διάρκειά τους είναι μεγάλη, ξεπερνάει πάντα τα οκτώ λεπτά και προσπαθούμε να δίνουμε ιδιαίτερη έμφαση στα όργανα, θέτοντας τη φωνή και το φωνητικό σε δεύτερο πλάνο. Όσο για το στίχο μας, πιστεύουμε πως είναι πρωτοποριακός και δένει απόλυτα με τη μουσική μας».
Η αλήθεια είναι πως η μουσική, η ροκ μουσική (ασχέτως αν ακόμη τότε κυριαρχούσε ο όρος «ποπ») των Gazuama Sinchartchas ξεχωρίζει μέσα στο σύνολο των ελληνικών γκρουπ της εποχής, καθώς τούτη έχει τον χαρακτήρα του jam. Είναι ελεύθερη, εξελίσσεται απρόβλεπτα, διατηρώντας στοιχεία σκληρού ροκ (εκείνου που οι ίδιοι αποκαλούσαν... αντεργκράουντ), ανακατεμένα με παραδοσιακά ελληνικά θέματα («Καραγκούνα») και άλλα διάφορα.
Το μοναδικό κομμάτι που δισκογράφησαν, το «Ανύψωση-αποτίναξη-εκφυγή», έχει απρόσμενα κιθαριστικά riffs, μη αναμενόμενα κοψίματα και αλλαγές, ιδιαίτερη χρήση φλάουτου, φλογέρας και κρουστών, breaks από ντραμς και, το ξαναλέω, μια ελευθερία στην ανάπτυξή του, που το κάνει ξεχωριστό (τουλάχιστον σαν μια πρώτη προσπάθεια). Αυτή την ελευθερία εξέφραζε εξάλλου και η διάρκειά του, που άγγιζε τα εννέα λεπτά.
Τι μπορεί να είχαν ακούσει τα μέλη του γκρουπ στο εξωτερικό, εκείνη την εποχή, σε live ή σε δίσκους, δυστυχώς δεν μας αποκαλύπτεται σε πρώτο χρόνο (στο «Φαντάζιο» εννοώ). Να είχαν ακούσει τους Edgar Broughton Band; Δεν το αποκλείω. Το ότι μπορεί να είχαν ακούσει ακόμη και Amon Düül II, το “Yeti” ας πούμε του 1970, δεν πρέπει ούτε αυτό να το αποκλείσουμε. Σε κάθε περίπτωση το δισκάκι τους ερχόταν να πλασαριστεί μεταξύ των πιο αξιόλογων εκείνης της σημαδιακής χρονιάς για το ελληνικό ροκ, οπότε μια βινυλιακή επανέκδοσή του ήταν, όπως και να το κάνουμε, επιβεβλημένη. [350 αριθμημένα αντίτυπα, για τους vinyl-junkies, μαζί με 4σέλιδο ένθετο, με πολλές πληροφορίες και φωτογραφίες].
Gazuama Sinchartchas - «Ανύψωση-Αποτίναξη-Εκφυγή»
MICHAEL JANETAKIS and MEDOOSA: Free
[B-otherSide Records, 2026]
Το «σκάψιμο» στο χθες του ελληνικού ροκ, που επιχειρεί χρόνια τώρα ο Δημήτρης Βασιλειάδης της B-otherSide Records, φέρνει στην επιφάνεια μια ξεχασμένη περίπτωση από την Αμερική των 70s, εκείνη του συνθέτη, κιθαρίστα και τραγουδοποιού Michael Janetakis (Μιχάλης Τζανετάκης).
O Τζανετάκης ήταν μέλος των Spartans, ενός ελληνοαμερικάνικου γκρουπ με μπουζούκια, που διασκεύαζε κυρίως ελληνικά τραγούδια (επιτυχίες από την Ελλάδα εννοώ), για τις ανάγκες της διασκέδασης των ομογενών, στη Νέα Υόρκη και αλλαχού, κατορθώνοντας να γράψει δύο 45άρια κι ένα LP στην αρχή της δεκαετίας του ’70.
Ο Τζανετάκης, όμως, είχε κι άλλα ενδιαφέροντα, που είχαν να κάνουν με το rock βασικά, και κάπως έτσι θα πάρει την πρωτοβουλία να κάνει ένα τέτοιο δισκάκι με τα τραγούδια του “Sweet morning (Kenourgia mera) / I don’t know what I am going to find (Koritsi mou)”, το οποίο θα κυκλοφορούσε από την Peters International, τη γνωστή ελληνοαμερικάνικη εταιρεία, το 1972.
Όμως ο φίλος μας το «έψαχνε» παραπάνω, έχοντας καλλιτεχνικές ανησυχίες, δίχως να επαναπαύεται στο αυτονόητο. Έτσι, προς το μέσο του 1974, ο Τζανετάκης θα αρχίσει να δραστηριοποιείται μ’ ένα νέο συγκρότημα τους Medoosa, παίζοντας κιθάρα, μπουζούκι και τραγουδώντας, έχοντας δίπλα του, τα υπόλοιπα μέλη του γκρουπ, δηλαδή τον Bob McHugh σε όλων των ειδών τα πλήκτρα (fender rhodes, πιάνο, moog synthesizer, hammond B3), τον Takis Spitambelis μπάσο και τον George Michailidis ντραμς.
Απ’ αυτούς τους μουσικούς γνωστός ήταν μόνον ο Μιχαηλίδης, καθώς πρόκειται για τον ντράμερ των MAD, του ελληνικού γκρουπ που είχε κυκλοφορήσει ένα LP στην Minos το 1972, και που, τον Ιανουάριο του 1973, θα βρισκόταν στη Νέα Υόρκη για εμφανίσεις, παίζοντας και στη δεξίωση, που είχε δοθεί στον Λευκό Οίκο, με αφορμή την ορκωμοσία των Richard Nixon και Spiro Agnew (Πρόεδρος και Αντιπρόεδρος των ΗΠΑ τότε). Προφανώς, ο Μιχαηλίδης είχε παραμείνει στην Αμερική, και γι’ αυτό θα συναντιόταν με τον Τζανετάκη.
Τέλος πάντων, οι Medoosa θα προσπαθούσαν να σταθούν στα πόδια τους, δυναμώνοντας την παρουσία τους στα κλαμπ και γράφοντας πρωτότυπες δικές τους συνθέσεις, ελπίζοντας έτσι και σε κάποιο δισκογραφικό συμβόλαιο. Προς τούτο, λοιπόν, θα ετοίμαζαν έξι κομμάτια (είχαν συμβάλλει συνθετικά όλα τα μέλη του γκρουπ – άλλα περισσότερο και άλλα λιγότερο), με τα οποία θα προσέλκυαν, τελικά, το ενδιαφέρον μιας εταιρείας, δίχως όμως να «κοπεί» και να κυκλοφορήσει κάτι. Έτσι, πενήντα ένα χρόνια αργότερα αυτές οι έξι συνθέσεις των Medoosa θα τυπωθούν για πρώτη φορά σε βινύλιο (300 αριθμημένα αντίτυπα), από την B-otherSide, κάτω από τον τίτλο Michael Janetakis and Medoosa “Free”, συμπληρωμένες με τα τραγούδια από το δισκάκι του Janetakis από το 1972.
Εκείνο που πρέπει πρώτα-πρώτα να σημειωθεί είναι πως οι συνθέσεις των Medoosa είναι ποιοτικά-τεχνικά άψογες, καθώς η ηχογράφηση θα γινόταν, τον Αύγουστο του 1975, στα Electric Lady Studios, στο Greenwich Village. (Τα στούντιο, ως γνωστόν, τα είχε παραγγείλει ο Jimi Hendrix το 1968, κι εκεί θα ηχογραφούσαν, στην πορεία, δεκάδες μεγάλα ονόματα).
Το ύφος των συνθέσεων ξαφνιάζει. Είναι jazz-funk, και μάλιστα επιπέδου! Ο κιμπορντίστας Bob McHugh είναι φοβερός, ενώ και ο Janetakis (με τα ρυθμικά και lead παιξίματά του στην κιθάρα) και βεβαίως το rhythm section των Μιχαηλίδη-Spitambelis στέκονται το ίδιο άψογα. Το σπουδαίο, εδώ, είναι πως οι Medoosa «χώνουν» και ελληνικά στοιχεία στις συνθέσεις τους (“Queen from Knossos”), κάνοντάς τες, έτσι, να ακούγονται μοναδικές.
Μιχάλης Τζανετάκης & Μedoosa - «Istanbull Express» B1
Πολύ άξιο track είναι και το “Istanbul Express”, που διαθέτει μικρό φωνητικό αυτοσχεδιασμό από τον Janetakis στην αρχή, όπως και oriental πενιά, με το μπουζούκι(!) να κάνει τη διαφορά, με τον McHugh να παίζει πλήκτρα α λα Canterbury sound(!) και με τον Μιχαηλίδη να δίνει ένα επίσης ωραίο σόλο στα ντραμς, φέρνοντας τη σύνθεση στα υψηλά ακρότατά της. Όμως και το “Gypsy man” είναι πολύ καλό, διαθέτοντας και αυτό ελληνικές αναφορές, με το μπουζούκι του Janetakis να διαπρέπει και με τα «γεμίσματα» από τα keyboards να δημιουργούν μια αίσθηση λαϊκού πανηγυριού!
Φοβερά κομμάτια είναι αυτά, απολύτως διαχρονικά, που δείχνουν το ταλέντο των τεσσάρων μουσικών (τρεις Έλληνες-Ελληνοαμερικάνοι κι ένας Αμερικάνος) και κυρίως τη διάθεσή τους να δημιουργήσουν κάτι αληθινά πρωτότυπο, αντιμετωπίζοντας τους ήχους της εποχής (mid-70s) με τους δικούς τους όρους.
Μιχάλης Τζανετάκης & Μedoosa - «Queen from Knossos» A3