Σάββατο βράδυ, Αθηνών Αρένα

Στην ουρά για να μπούμε στο Αθηνών Αρένα -πίσω από μια θάλασσα από μαύρα παλτά- και ενώ η Καρολίνα επαναλαμβάνει σαν παιδάκι σε εξόρμηση σε ζωολογικό κήπο «δεν έξω ξανάρθει ποτέ μου σε τέτοιο μέρος», σκέφτομαι πως έχω να πάω στα μπουζούκια σχεδόν 2 χρόνια - πέρασα μια εποχή έντονης μπουζουκολατρείας τότε που μόλις είχα γυρίσει στην Ελλάδα μετά από εφτά χρόνια ξενιτιάς- τα μπουζούκια μου φαίνονταν σαν μια συναρπαστική εξωτική περιπέτεια. Επίσης νόμιζα πως ήμουν μια πνευματώδης κοινωνική τουρίστρια - ήταν πολύ αστείο που ειρωνευόμουν τους θαμώνες: γυναίκες με ολόσωμες φιδίσιες φόρμες και καροτί μαλλιά που χόρευαν στην πίστα το «Ντάρι-ντάρι-ντάρι, στο γιαλό πετούν οι γλάροι» και ιδρωμένοι άντρες με χρυσές αλυσιδίτσες και κοκαρισμένο βλέμμα. Μετά συνειδητοποίησα πως όλο αυτό ήταν απλώς κιτς και πως ο κοινωνικός τουρισμός ήταν απλά μια πρόφαση - απλώς μου άρεσαν τα σκυλάδικα και ντρεπόμουν να το παραδεχτώ. Νομίζω πως το Αθηνών Αρένα είναι το μόνο νυχτερινό κέντρο διασκέδασης που θυμίζει εκθεσιακό κέντρο - ένα πελώριο τσιμεντένιο κτίριο με γυάλινους καταρράκτες, εγκαταστάσεις με γυάλινες μπάλες, τηλεφωνήτριες καλωδιωμένες πίσω από computer. Μπαίνουμε στο τραπέζι σχεδόν γλιστρώντας από καρέκλα σε καρέκλα - το χρυσό δαχτυλίδι του κυρίου που έχει αγκαλιάσει την πλατινέ κυρία του στο πίσω τραπέζι μού ξύνει συχνά πυκνά την πλάτη.

Σάββατο βράδυ, 00:00

Έχουν περάσει δύο ώρες - κοντεύω να ξεχάσω γιατί ήρθα εδώ: είναι σαν να έχουμε βγει για ποτό σε μπαρ με ανοιχτά φώτα. Βγαίνουν η Μαρινέλλα με το Ρέμο, λένε τρία τραγούδια και μετά η σκηνή μένει άδεια. «Και τώρα; Πού πήγανε;» λέει η Κ. με πλήρη αφέλεια. «Συνήθως σε αυτό το κομμάτι του προγράμματος βγαίνει μια παράφωνη ντυμένη με παγιέτες και τραγουδάει το "Memories"» της απαντάω. Δεν προλαβαίνω να τελειώσω την πρόταση, εμφανίζεται στη σκηνή μια τραγουδίστρια με ένα πελώριο λουλούδι στο κεφάλι και αρχίζει να τραγουδάει το «Don't cry for me Argentina» ενώ γύρω γύρω στροβιλίζονται ζευγάρια χορευτών ντυμένα με κουστούμια αισθητικής «Ciao Antenna»: oι κοπέλες με μαύρο στρινγκ κάτω από μια αραχνοΰφαντη φούστα και οι άντρες μαυροντυμένοι, με μπριγιαντίνη στο κεφάλι. Στο τέλος κάθε χορογραφίας φωνάζουν δυνατά «Τάνγκο! Μαλάμπο!». Ακολουθεί μια ποικιλία χορογραφιών: τανγκό με μουσική υπόκρουση το «Roxanne» -μην κλαις, Μπαζ Λούρμαν-, (Τάνγκο! Mαλάμπο!), σόλο αντρίλας με άσπρες βέργες που θυμίζουν αεροδυναμικά γιο-γιο, («Τάνγκο! Μαλάμπο!»), και παθιάρικα ντούο με σπαγγάτα («Τάνγκο! Μαλάμπο). Και μετά βγαίνει η Μαρινέλλα - θα ήθελα να πω κάτι ειρωνικό ή πνευματώδες, αλλά η αλήθεια είναι πως μου αρέσει πολύ και τραγουδάω δυνατά κραδαίνοντας τη γροθιά μου προς τον ουρανό όπως όλοι οι καλοί σκυλάδες.

Σάββατο βράδυ, 03:30

Στην τουαλέτα έχει ουρά. «Κορίτσια, μπείτε στων αντρών» μας λέει η καθαρίστρια. Πλένω τα χέρια μου τρεκλίζοντας στο γρανιτένιο νεροχύτη και μονολογώ «Τάνγκο! Μαλάμπο!», όταν βλέπω ένα γκριζομάλλη κύριο που μας κοιτάει απορημένος. Φεύγει και ξαναγυρίζει με ένα γκαρσόνι. «Εδώ μέσα έχει δυο γυναίκες!» φωνάζει. «Είναι γυναίκες! Γυναίκες!». «Σας παρακαλώ, κύριε» του λέει το γκαρσόνι. «Ναι, κύριος», του λέω κι εγώ, «ντρίγκι ντρίγκι ντρίγκι, ντρίγκι ντρίγκι μάνα μου».