«Απόδειξέ το» ακούω συχνά να λένε οι δύσπιστοι. «Καλά τα λόγια και οι θεωρίες, αλλά, αν δεν μας τα αποδείξεις, τι αξία έχουν; Γιατί να σε πιστέψουμε;».

 

Η δυσπιστία είναι ο ακρογωνιαίος λίθος της επιστημονικής μεθόδου. Γι' αυτό χαίρομαι όταν πέφτω πάνω σε δύσπιστους ανθρώπους. Και γι' αυτό προσπαθώ να παραμένω δύσπιστος – ιδίως απέναντι στα πιστεύω μου. Η ανθρωπότητα ταλαιπωρήθηκε για αιώνες πολύ περισσότερο από την υπερβολική πίστη απ' ό,τι από τη συστηματική δυσπιστία.

 

Το πρόβλημα είναι ότι στη σφαίρα των κοινωνικών επιστημών, και βεβαίως των οικονομικών θεωριών, δεν είναι καθόλου ξεκάθαρο τι σημαίνει το «απόδειξέ το». Πώς μπορεί να αποδείξει κανείς, π.χ., ότι το Νιου Ντιλ του Ρούσβελτ βοήθησε να ανακουφιστεί ο αμερικανικός λαός από τη Μεγάλη Ύφεση; Ό,τι στοιχεία και να παρουσιάσει, η αντίπαλη πλευρά μπορεί να ισχυριστεί ότι, αν ο Ρούσβελτ είχε ηττηθεί το 1932 από τον Χούβερ, η οικονομία των ΗΠΑ θα είχε ανακάμψει γρηγορότερα. Όμως, κάτι τέτοιο, ή το αντίθετό του, θα μπορούσε να αποδειχτεί μόνο αν υπήρχε η δυνατότητα να πατήσουμε το rewind της Ιστορίας, να επιστρέψουμε στον Ιανουάριο του 1933, να τοποθετήσουμε τον Χούβερ στον Λευκό Οίκο για άλλα τέσσερα χρόνια, να πατήσουμε το κουμπί play και μετά να κάτσουμε σε μια αναπαυτική καρέκλα να δούμε τι θα γινόταν σε μια τέτοια περίπτωση.

 

Αφού δεν υπάρχει μια τέτοια πειραματική μέθοδος, ο εμπειρισμός (δηλαδή η μέθοδος της εξαγωγής συμπερασμάτων αποκλειστικά από τη συστηματική παρατήρηση των «δεδομένων») είναι καταδικασμένος να μας οδηγήσει σε ανόητα συμπεράσματα. Στο συμπέρασμα, π.χ., ότι το Πάσχα προκαλείται από μια πρότερη μείωση της κατανάλωσης κρέατος που, με τη σειρά της, οδηγεί σε κατακόρυφη αύξηση της ζήτησης του αρνιού. Ή ότι τα Χριστούγεννα οφείλονται σε μια προηγούμενη αύξηση της ζήτησης παιχνιδιών και προκαλούν ξαφνική αλλά πρόσκαιρη μείωση σχεδόν όλων των τιμών (σ.σ. τις... εκπτώσεις).

 

Τι μπορεί να σημαίνει, λοιπόν, η προσταγή «απόδειξέ το!», όταν δεν έχουμε τη δυνατότητα της εργαστηριακής αναπαραγωγής των φαινομένων; Σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να αφορά αποδείξεις τύπου ευκλείδειας γεωμετρίας, καθώς μια τέτοια απόδειξη το μόνο που καταφέρνει να κάνει είναι να καταδεικνύει τι ακολουθεί από συγκεκριμένα αξιώματα ή υποθέσεις, οι οποίες όμως ποτέ δεν μπορεί να αποδειχτούν σωστές ή εσφαλμένες. Στην οικονομική θεωρία, για παράδειγμα, όλες οι σφοδρά συγκρουόμενες μεταξύ τους θεωρίες (νεοφιλελευθερισμός, μαρξισμός, κεϋνσιανισμός) μπορούν να αποδειχτούν ορθές, εφόσον συμφωνήσουμε με παραδοχές (ή αξιώματα) που δεν αποδεικνύονται (ούτε καταρρίπτονται) είτε στη βάση της μαθηματικής λογικής είτε εμπειρικά.

 

Βέβαια, το πρόβλημα της αποδεικτικής αδυναμίας δεν το έχουμε μόνο οι οικονομολόγοι και εν γένει οι κοινωνικοί επιστήμονες. Το έχουν και οι αστρονόμοι, οι γεωλόγοι και οι σεισμολόγοι που παρακολουθούν τα φαινόμενα της μελέτης τους χωρίς να μπορούν να τα «ξανατρέξουν» στο εργαστήριο, αλλάζοντας κάποιες παραμέτρους ώστε να δουν «τι θα γινόταν εάν...». Το έχουν, σε ακόμα μεγαλύτερο βαθμό, και οι θεωρητικοί φυσικοί που πασχίζουν δεκαετίες τώρα να ενοποιήσουν τη θεωρία τους περί ηλεκτρομαγνητισμού, κβαντομηχανικής και βαρύτητας σε μια «θεωρία των πάντων». Στην προσπάθειά τους αυτή αναγκάζονται να δημιουργήσουν μαθηματικά υποδείγματα σε πολλαπλές διαστάσεις (πάνω από δέκα) τις οποίες, εξ ορισμού, είναι αδύνατον (ακόμα κι αν υπάρχουν) να παρατηρήσουν άνθρωποι σχεδιασμένοι για τις τρεις, άντε για τις τέσσερις, διαστάσεις.

 

 

 

Βέβαια, αυτό δεν σημαίνει ότι οι φυσικές αυτές επιστήμες και οι δικές μας οι κοινωνικές είναι «ίσα κι όμοια». Μπορεί οι αστρονόμοι και οι θεωρητικοί φυσικοί που ασχολούνται με τη «θεωρία των πάντων» να μη διαθέτουν πειραματικές μεθόδους, διαθέτουν όμως κάτι που δεν διαθέτουμε εμείς οι οικονομολόγοι: τη σιγουριά ότι η Φύση, την οποία προσπαθούν να εξηγήσουν, έχει γραμμένες στα παλαιότερα των υποδημάτων της τις σκέψεις τους και τις θεωρίες τους για εκείνη! Αντίθετα, οι κοινωνικές επιστήμες επηρεάζουν την κοινωνία που μελετούν και γι' αυτό θυμίζουν τη μετεωρολογία σε κάποιον φανταστικό πλανήτη, όπου ο καιρός εξαρτάται από τις προσδοκίες των κατοίκων του για τον καιρό... Γι' αυτόν το λόγο, ενώ οι γεωλόγοι και οι αστρονόμοι μπορούν να ελπίζουν ότι κάποια στιγμή θα βρουν τρόπο να επαληθεύσουν τις θεωρίες τους, εμείς οι κοινωνικοί επιστήμονες ποτέ δεν θα τα καταφέρουμε (καθώς οι κοινωνίες μας και οι θεωρίες μας γι' αυτές είναι ένα κουβάρι).

 

Συμπερασματικά, αν η «απόδειξη» αποτελεί προαπαιτούμενο για να πιστέψει κανείς κάποια υπόθεση, κάποια θεωρία, είναι εύκολο να πιαστούμε, σε πολλούς τομείς, στην απεχθή παγίδα ενός διλήμματος μεταξύ της τυφλής «πίστης» και της ριζοσπαστικής «δυσπιστίας» (του ακατάσχετου σχετικισμού). Ως συνήθως, το ζητούμενο είναι πώς θα αποφύγουμε τα δύο άκρα. Για να τα αποφύγουμε, όμως, απαιτείται η παραδοχή, όσο επίπονη κι αν είναι, ότι χρειάζεται ένας φιλοσοφικός σεβασμός τόσο στην πίστη όσο και στη δυσπιστία. Αν και αμετάκλητα άθεος, κρίνω ότι το ελληνικό Πάσχα δίνει σε εμάς που κλίνουμε προς τον σκεπτικισμό και στη δυσπιστία μια εξαιρετική ευκαιρία να τείνουμε χείρα κατανόησης προς εκείνους που πιστεύουν άνευ απόδειξης. Για να έχει όμως αξία αυτό, πρέπει και εκείνοι να ανταποδώσουν, σεβόμενοι τη σημασία της εκ προοιμίου δυσπιστίας.

 

______

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην έντυπη LIFO το Πάσχα του 2013