Η εικόνα που έχουμε για τον τοξικομανή, και πιο λαϊκά για το περιφερόμενο πρεζόνι, που, είτε στον δρόμο είτε στη φυλακή είτε στους θεραπευτικούς χώρους επανένταξης, αναλώνει τη ζωή του ζητώντας τη δόση του και κατόπιν βοήθεια από τους ψυχοθεραπευτές, δεν είναι και τόσο θετική. Αρχικά ευθύνεται η ίδια η εμφάνισή του. Ο τοξικομανής χάνει σιγά-σιγά τις σάρκες του, εμφανίζει ένα πρόσωπο οστεώδες, άχρωμο, με βαθουλωμένα μάτια και χέρια χιλιοτρυπημένα από τη σύριγγα.

Συχνά δίνει την εντύπωση βασανισμένης σκιάς που έχει απολέσει κάθε θετική διάθεση έναντι της ζωής, ενώ τα ίδια τα μάτια του χάνουν προοδευτικά τη γνωστή κινητικότητα του βλέμματος. Άνδρας ή γυναίκα, στα πρώτα ή στα τελευταία στάδια, αποτελεί μια ζωντανή καταγγελία κατά της κοινωνίας, η οποία –διά του υποκόσμου της– κερδοσκοπεί σε βάρος άρρωστων παιδιών. Αν κάποτε γραφτεί μια Μαύρη Βίβλος των θανάτων από ναρκωτικά, το πρώτο που θα ταράξει τον αναγνώστη θα είναι η ηλικία των θυμάτων. Νέοι οι περισσότεροι, έφηβοι, νεαρά κορίτσια, συχνά πανέξυπνοι φοιτητές, παιδιά από «καλά σπίτια», όπως λέμε. Αλλά τα ναρκωτικά, ναρκωτικά.

Σε αυτό το τολμηρό και μεθοδικό βιβλίο της Κατερίνας Μάτσα (χαίρομαι που κατάγεται από την Αρτάκη Ευβοίας) μπορούμε να παρακολουθήσουμε ευάριθμες περιπτώσεις τοξικομανών και συνάμα αντίστοιχες προσπάθειες θεραπείας. Τα θέματα είναι τέσσερα: ο θάνατος και το πένθος, η κρύπτη και το φάντασμα. Ο αναγνώστης μπορεί, βέβαια, να ακολουθήσει τη μέθοδο του βιβλίου, ήτοι να διεξέλθει πρώτα το θεωρητικό τμήμα («Ο τοξικομανής και ο θάνατος», «Η απώθηση του θανάτου και του πένθους», «Η εργασία του πένθους») και κατόπιν να παρακολουθήσει τις συγκεκριμένες περιπτώσεις τοξικομανών που παραδόθηκαν στις ναρκωτικές ουσίες λόγω οικογενειακών και άλλων ατυχιών που τους εξώθησαν στο μη περαιτέρω. Το ίδιο ισχύει και για τις τρεις ενότητες της έρευνας, που χαρακτηρίζεται από επαγγελματικό ήθος, θεωρητική και εμπειρική γνώση και συνάμα από ένα ψύχραιμο φλέγμα που μόνο άνθρωπος που έχει αφοσιωθεί στους ασθενείς του μπορεί να διαθέτει.

«Παρατηρήσαμε αρχικά», γράφει η συγγραφέας, «ότι στο ιστορικό της οικογένειας των τοξικομανών αναφέρονται πολλοί θάνατοι, συνήθως πρόωροι και απροσδόκητοι. Το πένθος γι’ αυτούς τους νεκρούς δεν έγινε εφικτό, για πολλούς λόγους, ιδιαίτερους για τον καθένα. Η έναρξη της χρήσης ουσιών τοποθετείται, συνήθως, χρονικά μετά την τραυματική απώλεια και το αδύνατο πένθος της».

«Από τις αρχές του 19ου αιώνα μέχρι και σήμερα, οι δημογραφικές μεταβολές, η βιομηχανική επανάσταση και η πρόοδος της Ιατρικής άλλαξαν τη στάση των ανθρώπων απέναντι στον θάνατο. Η απώλεια ενός οικείου και ο χρόνος του πένθους δεν αποτελούν πλέον μια εμπειρία στην οποία συμμετέχει και το κοινωνικό σώμα».

Μετά ακολουθεί το συγκεκριμένο παράδειγμα. Η Ελένη είναι 25 ετών, εξαρτημένη από ηρωίνη και κοκαΐνη εδώ και τρία χρόνια. Συνοδεύεται από τη μητέρα της. Δεν φαίνεται να έχει κανένα κίνητρο για απεξάρτηση. Είναι ευγενής και συνεργάσιμη. Ομολογεί ότι έκανε χρήση ηρωίνης το προηγούμενο βράδυ. Γεννήθηκε σε χώρα της πρώην Σοβιετικής Ένωσης απο πατέρα Ρώσο και μητέρα Ελληνίδα (κόρη Έλληνα πολιτικού πρόσφυγα) κ.λπ.

 

Το εξόχως χαρακτηριστικό σε όλους σχεδόν τους τοξικομανείς που αναφέρει αυτό το κεφάλαιο είναι ότι έρχονται από το «παραπέτασμα» ή τον δύοντα σοσιαλισμό, ανήκουν σε οικογένειες που ατύχησαν κι έχασαν πολλά μέλη τους από ατυχήματα, όπως στην περίπτωση του Αλέξανδρου, που γεννήθηκε στον Καύκασο από Γεωργιανό πατέρα και μάνα Ελληνίδα. Τόσο πριν όσο και μετά την έλευση στην Ελλάδα συνέβησαν πολλοί θάνατοι, με άμεση συνέπεια ο Αλέξανδρος να στραφεί στην ηρωίνη. Ενήμερη για τις σύγχρονες έρευνες της ψυχανάλυσης όσο και της ψυχιατρικής, η Μάτσα επιμένει στην ασθένεια του παθολογικού πένθους, το οποίο δημιουργεί στον πενθούντα μιαν «ενδοψυχική κρύπτη», ένα είδος «κενοτόπιου μέσα στον ψυχισμό», που οφείλεται σε κάποιον ανεπεξέργαστο ψυχικό τραυματισμό και συνδέεται με κάποιο ανομολόγητο μυστικό και πιθανώς με αίσθημα ντροπής. Όντως, στην πόλη, και δη στη μεγάλη πόλη, ο θάνατος κάποιου οικείου προσώπου δεν τελείται υπό μορφή πένθιμης τελετής αλλά με πρακτικές ενέργειες, καθώς, συχνά, στο νεκροταφείο αναμένουν πολλοί νεκροί τη σειρά τους. Ακολουθεί η περίπτωση της Ηρώς και η Στέλλα με το ανέφικτο πένθος της.

Η έννοια της «κρύπτης» μεταφορικά κατανοείται ως κατάποση αυτού που έχει χαθεί, με τη μορφή ενός αντικειμένου. Έτσι, ο νεκρός φυλάσσεται ένδοθεν, η απώλειά του δεν γίνεται δεκτή από τον συγγενή, δεν μιλάει γι’ αυτόν, δεν τον πενθεί, αλλά ταυτίζεται μαζί του – διαδικασία που οι Αμπραάμ και Τόροκ αποκαλούν «ενδοκρυπτική ταύτιση». Αυτό το κεφάλαιο έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς το παρελθόν συναντά το παρόν που ακινητοποιήθηκε, κλείνοντας μέσα του μια ολόκληρη αφηγηματική ιστορία. Πρόκειται για «κρυπτοφορία» που γεννά καταθλίψεις, μανίες, μελαγχολίες, κλεπτομανίες, φετιχισμούς, αλκοολισμούς και ψυχοσωματικές διαταραχές. Παραδείγματα: η Κατερίνα και η κρύπτη του νεκρού πατέρα, η Νίκη και η κρύπτη της νεκρής μητέρας, η Θάλεια και η κρύπτη του νεκρού πατέρα κ.λπ.

Μια συγκλονιστική ανάλυση αφιερώνει η Μάτσα στο φαινόμενο που αποκαλείται «παιδί της αντικατάστασης». Το θέμα είναι πασίγνωστο, παρά το γεγονός ότι οι συνέπειες υπερβαίνουν κατά πολύ το συμβάν. Ο Φρόυντ ισχυρίζεται ότι η απώλεια ενός παιδιού προκαλεί στους γονείς μια ναρκισσιστική πληγή, η οποία κλονίζει βαθιά μια ιδανική εικόνα του Εγώ. Με άλλα λόγια, οι γονείς κατατρύχονται από αίσθημα ενοχής, καθώς κουβαλούν τον θάνατο που δεν κατάφεραν να εμποδίσουν, με ένα αίσθημα ντροπής. Ποια είναι η λύση;

Το παιδί της αντικατάστασης, ήτοι η γέννηση ενός νέου παιδιού, που θα πάρει τη θέση του θανόντος. Ως γνωστόν, στο νεογέννητο δίνουν το όνομα του νεκρού παιδιού, τα ρούχα του, τα παιχνίδια του, σάμπως το νεκρό και το ζωντανό να είναι ένα παιδί με δύο πρόσωπα. Ωστόσο, οι συγκρίσεις ανάμεσα στο θανόν και στο ζων, καθώς κλίνουν πάντα υπέρ του νεκρού, προκαλούν στο ζων αναίτια κατάθλιψη, ισχυρό αίσθημα μειονεξίας, αίσθημα εξάρτησης και μηδαμινότητας. «Πράγματι, το φάντασμα του νεκρού, επανενσαρκωμένο στο παιδί της αντικατάστασης, είναι εξαρχής επιφορτισμένο με μια αδύνατη αποστολή: να αντικαταστήσει τον αναντικατάστατο και να παραμείνει σε όλη του τη ζωή ζωντανή απόδειξη της αδικίας που έγινε με εκείνον τον θάνατο αλλά και της ανικανότητας των γονιών να τον αποτρέψουν, προστατεύοντας καλύτερα το παιδί που χάθηκε». Τυχαία, μήπως, το παιδί-φάντασμα προορίζεται να γίνει ένας «προδιαγεγραμμένος ασθενής»; Γράφει

η Μάτσα: «Πώς να φας, όταν έχεις πάρει τη θέση ενός νεκρού;».

Ακολουθούν παραδείγματα τοξικομανών που έκαναν συχνές απόπειρες αυτοκτονίας, του Γιάννη και του Ιάσονα.

 

Αρχή κάθε ψυχοθεραπευτή πρέπει να είναι ότι κάθε θεραπευόμενος χρειάζεται τον δικό του χρόνο για να λειτουργήσει, να σπάσει τη σιωπή του, να μιλήσει χωρίς να ντρέπεται, να γίνει ικανός να εκφράσει ελεύθερα τις σκέψεις και τα συναισθήματά του, να “εναποθέσει” τα μυστικά του στα χέρια του ψυχοθεραπευτή του.

Πρέπει να συνάψει μια ισχυρή θεραπευτική συμμαχία με τον θεραπευόμενο και να του δώσει τον αναγκαίο χρόνο, διαθέσιμος πάντα να τον ακούσει, αποφεύγοντας κάθε τάση κατάχρησης της εξουσίας που του παρέχει ο ρόλος του, θέτοντάς του διαρκώς με ηρεμία, υπομονή και κατανόηση τα όρια, που πρέπει να τα σεβαστεί. Η ενσυναίσθηση του θεραπευτή θα του επιτρέψει να εισέλθει στον εσωτερικό κόσμο του θεραπευόμενου και να μοιραστεί τις συγκινήσεις του. Γι’ αυτό χρειάζεται να είναι πάντα ανοιχτός στον διάλογο, όχι ουδέτερος, αλλά παρεμβατικός, όπου χρειάζεται, για να καμφθούν οι αντιστάσεις και να βγουν στο φως όλα όσα αφορούν τα ψυχικά τραύματα που έχει το ιστορικό του, το ατομικό και το οικογενειακό, τα πρόσωπα, οι συνθήκες, οι αντιδράσεις, οι σκέψεις, τα συναισθήματα».